Αρχική Μπόμπι Μουρ: Ο Λεοντόκαρδος | Βλογημένος

Μπόμπι Μουρ: Ο Λεοντόκαρδος | Βλογημένος

Υπήρξε ένας πολυσύνθετος ποδοσφαιριστής, που έγινε γνωστός για την «ανάγνωση» του παιχνιδιού και την ικανότητά του να προβλέπει τις κινήσεις των αντιπάλων, εξοβελίζοντας έτσι την εικόνα του σκληροτράχηλου αμυντικού. Ο Άγγλος κεντρικός αμυντικός Μπόμπι Μουρ (Robert Frederick Chelsea “Bobby” Moore), γεννήθηκε στις 12 Απριλίου του 1941 στο Μπάρκινγκ, ένα  προάστιο στα βορειανατολικά του Λονδίνου. Συνδέθηκε άρρηκτα με τη Γουέστ Χαμ, θεωρούμενος ως ο μεγαλύτερος παίκτης στην ιστορία της, παίζοντας πάνω από 600 παιχνίδια κατά τη διάρκεια μιας 16ετούς θητείας, όντας ο αρχηγός των «Σφυριών» για περισσότερο από δέκα χρόνια, ενώ παράλληλα (από τα 23 του!) ήταν ο αρχηγός και της εθνικής ομάδας της Αγγλίας, όταν αυτή κατέκτησε το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1966! Κέρδισε συνολικά 108 διεθνείς συμμετοχές με τα «Λιοντάρια», επίδοση η οποία κατά τη στιγμή της απόσυρσής του από το διεθνές ποδόσφαιρο, το 1973, ήταν ένα εθνικό ρεκόρ! Ήταν ο πρώτος που εγκαταστάθηκε στο αγγλικό ποδοσφαιρικό Hall of Fame, όταν αυτό εγκαινιάστηκε το 2002, σε αναγνώριση των επιδόσεών του στο παιχνίδι. Την ίδια χρονιά ονομάστηκε στη λίστα του BBC με τους 100 Μεγαλύτερους Βρετανούς της Ιστορίας. Θεωρείται ευρέως ως ένας από τους Μεγαλύτερους Αμυντικούς Όλων των Εποχών και αναφέρθηκε από τον Πελέ (Edson Arantes do Nascimento, “Pelé”) ως ο Καλύτερος Αμυντικός που είχε παίξει ποτέ εναντίον του, τιμώμενος επίσης ως βασικό μέλος της Παγκόσμιας Ομάδας του 20ου Αιώνα.

Η πρώτη επαφή του με το ποδόσφαιρο, ήταν με την ομάδα του Δημοτικού Σχολείου του Μπάρκινγκ, ενώ αργότερα επιλέχθηκε στην ομάδα κάτω των 13 της περιφέρειας του Λούτον. Αν και προβιβαζόταν κάθε χρονιά στις ομάδες των 14 και 15 χρόνων της περιφέρειας, ωστόσο η εξέλιξη του δεν ήταν αυτή που περίμενε. Θεωρούνταν «χοντρούλης» και όχι τόσο δυναμικός στο παιχνίδι του. Οι περισσότεροι από τους συμπαίκτες του είχαν ήδη βρει στέγη σε επαγγελματικές ομάδες και ο ίδιος σκεπτόταν να τα παρατήσει για να εργαστεί σαν συντάκτης. Μέχρι που βρέθηκε στο δρόμο του ένας δάσκαλος του, ο Τομ Ράσσελ ο οποίος φρόντισε ο Μπόμπι Μουρ να γίνει μέλος της εφηβικής ομάδας της Γουέστ Χαμ το 1956, στα 15 του. Προπονητής του εφηβικού τμήματος των «Σφυριών», ήταν ο Μάλκομ Άλισον (Malcolm Allison) ο οποίος εκείνη την εποχή αγωνιζόταν σαν σέντερ-μπακ με την πρώτη ομάδα. Η εισήγησή του ήταν θετική, αφού διέκρινε έναν νεαρό που ναι μεν είχε πολλά να μάθει, αλλά ήταν πολύ πρόθυμος στο ν’ ακούει και δούλευε πολύ σκληρά για να βελτιωθεί. Ο Μάλκομ Άλισον πήρε τον Μουρ, υπό τον προστασία του. Του δίδαξε τα μυστικά της θέσης και η ευκαιρία δεν άργησε να έλθει, αφού αρχές της περιόδου 1958/59, ο μέντοράς του αρρώστησε βαριά από φυματίωση, χάνοντας αρκετά παιχνίδια.

(L-R) Andrew Smillie, Bobby Moore and T Scott, West Ham United

Στις 8 Σεπτεμβρίου του 1958, στο ντέρμπι με την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ του Ματ Μπάσμπι (Sir Alexander Matthew ‘’Matt’’ Busby), ήταν που ο προπονητής των «Σφυριών», ο Τέντ Φέντον (Ted Fenton) είχε βρεθεί μπροστά σε ένα μεγάλο δίλημμα. Ο αντικαταστάτης του Άλισον θα ήταν ένας εκ των Μπόμπι Μουρ, που δεν είχε καμία εμπειρία, και Μπιλ Λανσντόουν (Bill Lansdowne), αναπληρωματικού με αρκετές συμμετοχές τα δύο τελευταία χρόνια. Τελικά ο Φέντον προτίμησε τον νεαρό μετά από συζήτηση που είχε με τον Άλισον και κάπως έτσι ο Μουρ βρέθηκε με το № 6 στην πλάτη, βασικός για τα «Σφυριά». Η καλή  του απόδοση σε συνδυασμό με τη νίκη με 3-2 του έδωσαν το δικαίωμα να βρεθεί ακόμα 5 φορές βασικός εκείνη τη σεζόν και να στρέψει τα πρώτα βλέμματα θαυμασμού πάνω του. Ο Άλισον δεν επανήλθε στην πρώτη ενδεκάδα -για την ακρίβεια δεν έπαιξε ποτέ ξανά ποδόσφαιρο σε υψηλό επίπεδο λόγω του σοβαρού τραυματισμού του- ο Μουρ έγινε βασικός τα επόμενα χρόνια και εξελίχθηκε πολύ γρήγορα σε ηγέτη της ομάδας! Η φανέλα με το № 6 πέρασε από τον δάσκαλο στον μαθητή και με το πέρασμα του χρόνου θα ταυτιστεί με αυτόν! Μάλιστα οι δυο τους (ο Μουρ και ο Άλισον), συνήθιζαν μετά τις προπονήσεις να συχνάζουν σ’ ένα καφέ απέναντι απ΄ το γήπεδο, μιλώντας με τις ώρες για τακτική. Όπως είχε παραδεχτεί ο ίδιος ο Μουρ, είχε μάθει πάρα πολλά απ’ τον Μάλκομ Άλισον, που είχε εξελιχθεί σε αληθινό του φίλο αλλά και ποδοσφαιρικό του μέντορα. Για την ιστορία, εκείνη τη σεζόν η Γουέστ Χαμ τερμάτισε 6η (στην επιστροφή της στην μεγάλη κατηγορία) και ο Μπόμπι Μουρ κέρδισε το πρώτο του επαγγελματικό συμβόλαιο, αξίας 12 λιρών την εβδομάδα.

Παρόλο που δεν καθιερώθηκε αμέσως, έδειξε τεράστια ωριμότητα, παράλληλα με τα σημαντικά προσόντα που χαρακτήριζαν το παιχνίδι του. Την εποχή εκείνη, ο «καλός αμυντικός» ήταν ένας ψηλός και βαρύς τύπος που έπεφτε με δύναμη πάνω στην μπάλα, έπαιζε σκληρά και γενικά «έριχνε» ξύλο! Με τον Μπόμπι Μουρ, αυτή η «οπτική» για τη θέση και το ρόλο του κεντρικού αμυντικού άλλαξε τελείως. ΔΕΝ ήταν ιδιαίτερα γρήγορος, ΔΕΝ ήταν ιδιαίτερα αλτικός, ενώ υστερούσε και σε δύναμη, έτσι όπως την αντιλαμβάνονταν στην Αγγλία εκείνη την εποχή! Το παιχνίδι του «Μούρο» ήταν εγκεφαλικό. Διάβαζε την εξέλιξη της φάσης και παρέμβαινε την κατάλληλη στιγμή! Χαρακτηριστικά ψύχραιμος, διακρινόταν για την ικανότητά του να διαβάζει το παιχνίδι και να προβλέπει τις κινήσεις των αντιπάλων. Ο θρυλικός προπονητής της Σέλτικ, ο Τζοκ Στιν (Jock Stein) είχε πει χαρακτηριστικά: «Πρέπει να υπάρξει νόμος εναντίον του. Γνωρίζει τι θα συμβεί 20 λεπτά πριν από κάθε άλλον ποδοσφαιριστή!». Ποτέ δεν χτύπησε αντίπαλο και ούτε έκανε κατάχρηση του τάκλιν. Αποβλήθηκε ΜΟΝΟ μία φορά στη καριέρα του στη Γουέστ Χαμ, για ένα φάουλ στο τελευταίο λεπτό ενός αγώνα εναντίον της Μάντσεστερ Σίτι τον Νοέμβριο του 1961. Μάλιστα, ο διαιτητής είχε ταυτόχρονα σφυρίξει και τη λήξη του αγώνα, κόκκινες κάρτες δεν υπήρχαν εκείνη τη εποχή, με αποτέλεσμα η αποβολή να γίνει αντιληπτή μετά τον αγώνα!

Κατάφερε να εξοβελίσει για τον εαυτό του το στερεότυπο του ψηλού, άγαρμπου, σκληρού έως αδίστακτου στον αέρα κεντρικού αμυντικού. Στη θέση του έβαλε τον ατάραχο, πειθαρχημένο και σκεπτόμενο αμυντικό, ο οποίος πέρα από στόπερ μεταμορφωνόταν και σε πλέι μέικερ! Ο Κεν Μπράουν, παρτενέρ του στο κέντρο της άμυνας τη Γουέστ Χαμ λέει γι’ αυτόν «… ατού του ήταν ο έλεγχος και η σταθμισμένη μπαλιά. Μπορούσε να σου πασάρει τη μπάλα είτε σε πρώτο χρόνο είτε με ένα άγγιγμα, ανεξάρτητα από την απόσταση, χωρίς να κοιτάξει. Δε χρειαζόσουν να παλέψεις για να τη φτάσεις. Έπεφτε στα πόδια σου! … Φυσικό μου ένστικτο ήταν να τον καλύψω σε περίπτωση που χάσει την μπάλα. Αλλά δεν θυμάμαι να τη χάνει ούτε μια φορά! Τόσο αξιόπιστος ήταν!» Ο Πελέ έχει πει πως ποτέ δεν αντιμετώπισε πιο «καθαρό» αμυντικό! Συνήθως έκοβε τη μπάλα όρθιος, έχοντας στο μυαλό του τι θα κάνει τη μπάλα μετά. Αυτό ήταν ακόμη ένα μοντέρνο χαρακτηριστικό του. Οργάνωνε από πίσω την επίθεση της ομάδας του με πολύ καλή τεχνική και με ικανότητα στη γρήγορη και μακρινή μεταβίβαση. Ένας μάστορας του τρανζίσιον στα ΄60s. Ο Φραντς Μπεκενμπάουερ (Franz Beckenbauer), που θεωρείται ο μεγαλύτερος λίμπερο όλων των εποχών, έχει ομολογήσει πως ο Μουρ αποτέλεσε το ένα και μοναδικό πρότυπό του στο ποδόσφαιρο!

Κλείνοντας τα 19, είχε ήδη αναγνωριστεί και είχε πάρει τη φανέλα βασικού. Στη Γουέστ Χαμ έπαιξε για 16 χρόνια, συνολικά σε 645 παιχνίδια σε Αγγλία και Ευρώπη, όντας ο τρίτος σε εμφανίσεις στην ιστορία του συλλόγου, έχοντας φυσικά συνδεθεί με την πιο ένδοξη περίοδο της ιστορίας της. Μόλις στα 22 του, αλλά αγωνιστικά ωριμότατος με παροιμιώδη ψυχραιμία, κατέκτησε μαζί της το Κύπελλο Αγγλίας του 1963/64. Την ίδια χρονιά υποβλήθηκε με επιτυχία σε εγχείρηση για καρκίνο των γεννητικών οργάνων. Κέρδισε τον τίτλο του Ποδοσφαιριστή της Χρονιάς, ενώ η ευρωπαϊκή καταξίωση με την Γουέστ Χαμ ήρθε την αμέσως επόμενη σεζόν 1964/65, όταν με αντίπαλο την Μόναχο 1860 στο Γουέμπλεϊ κατέκτησε το Κύπελλο Κυπελλούχων. Για τον Μουρ αυτές ήταν οι σημαντικότερες διακρίσεις σε συλλογικό επίπεδο. Αλλά στην παγκόσμια σκηνή είναι περισσότερο γνωστός για τα κατορθώματά του με την Εθνική. Ξεχωριστός, αρχοντικός, γρήγορα βρήκε τη θέση του στην εθνική ομάδα, μόλις στα 21 του και παρά το γεγονός ότι αγωνιζόταν στην Γουέστ Χαμ. Ο τότε εκλέκτορας, ο Γουόλτερ Γουιντερμπότομ (Walter Winterbottom), τον συμπεριέλαβε τόσο στην προετοιμασία όσο και στην αποστολή για το Μουντιάλ του 1962 στη Χιλή. Έκανε ντεμπούτο στις 20 Μαΐου του 1962, σε μια φιλική νίκη 4-0 επί του Περού στη Λίμα και ήταν τόσο πειστικός που παρέμεινε βασικός σε ολόκληρο το τουρνουά. Στις 29 Μαΐου του 1963, μόλις στα 22 του χρόνια, χρίστηκε για πρώτη φορά αρχηγός της Αγγλίας, μόλις στην 12η εμφάνισή του μετά την απόσυρση του Τζόνι Χέινς (Johnny Haynes) και τον τραυματισμό του Τζίμι Άρμφιλντ (Jimmy Armfield). Είναι ο νεότερος που ηγήθηκε ποτέ της Αγγλίας στο υψηλότερο επίπεδο, κρατώντας το περιβραχιόνιο μόνιμα από το 1964 μέχρι την τελευταία συμμετοχή του στην εθνική ομάδα, το 1973, όταν συμπλήρωσε τις 108 διεθνείς εμφανίσεις – ρεκόρ για την εποχή του, που αργότερα θα το ξεπεράσει ο Πίτερ Σίλτον (Peter Shilton) και λίγο αργότερα ο Ντέιβιντ Μπέκαμ (David Beckham). Είναι ο μοναδικός αρχηγός που όσες φορές φόρεσε το περιβραχιόνιο ΔΕΝ ΕΓΙΝΕ ΠΟΤΕ ΑΛΛΑΓΗ από τον προπονητή του, κάτι που αποτελεί επίσης ένα μοναδικό ρεκόρ.

Στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1966, είναι ήδη μια από τις πιο αναγνωρισμένες μορφές του αγγλικού ποδοσφαίρου. Μόλις στα 25 του, είχε καταφέρει να κατακτήσει ένα Κύπελλο Αγγλίας, το Κύπελλο Κυπελλούχων Ευρώπης, ήταν φιναλίστ στο Λιγκ Καπ και είχε ψηφιστεί παίκτης της χρονιάς, δύο φορές και πάνω απ’ όλα, είναι ο αδιαφιλονίκητος αρχηγός της εθνικής Αγγλίας! Μόνιμος στο κέντρο της άμυνας, έχει βρει τον ιδανικό παρτενέρ στο πρόσωπο του μοναδικού Τζάκι Τσάρλτον (Jack Charlton), συνθέτοντας ίσως το καλύτερο αμυντικό δίδυμο που γνώρισε ποτέ η Αγγλία! Ο Τσάρλτον ήταν ένας σκληρός, κυνικός αμυντικός που «έτρωγε σίδερα», ένα «σκυλί του πολέμου» που δεν δίσταζε να κάνει τα πάντα για να καταστρέψει το παιχνίδι του αντιπάλου. Ο Μπόμπι Μουρ από την άλλη, ήταν το ακριβώς αντίθετο. Πάντα νηφάλιος, με ολύμπια ψυχραιμία, διάβαζε το παιχνίδι και μοίραζε την μπάλα! Με αυτούς τους δύο στο κέντρο της άμυνας και παίζοντας μόνιμα στη «παραδοσιακή» τους έδρα, το Γουέμπλεϊ, οι Άγγλοι δεν δυσκολεύτηκαν να φτάσουν στον τελικό, έχοντας δεχτεί μόνο ένα γκολ σε πέντε αγώνες. Στον προημιτελικό νίκησαν τη σκληροτράχηλη Αργεντινή, ενώ στα ημιτελικά ξεπέρασαν την Πορτογαλία του μεγάλου Εουσέμπιο (Eusébio) που ήταν μάλιστα ο πρώτος σκόρερ της διοργάνωσης. Ο Άγγλος προπονητής Αλφ Ράμσεϊ  (Sir Alf Ramsey) είχε χτίσει την ομάδα γύρω από τον Μουρ, σ’ ένα επαναστατικό για την εποχή 4-4-2, ένα σύστημα που ενίσχυε το κέντρο παίζοντας ουσιαστικά χωρίς κλασικά εξτρέμ (ακραίους επιθετικούς), μια θέση που μέχρι τότε θεωρούνταν από τις πιο σημαντικές στο ποδόσφαιρο. Ο τύπος της εποχής ονόμασε την Αγγλία του Ράμσεϊ «Wonder without wings» (Θαύμα χωρίς πτέρυγες). Στην επιθετική λειτουργία, το κουμάντο γινόταν από τον έτερο αδελφό Τσάρλτον, τον Μπόμπι (Bobby Charlton), θρύλο της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, ενώ σημαντικό ρόλο διαδραμάτιζε και ο -τύποις- αμυντικός μέσος/εξολοθρευτής οποιασδήποτε προσπάθειας του αντιπάλου, ο Νόμπι Στάιλς (Nobby Stiles), επίσης της Γιουνάιτεντ.

Ο τελικός, με αντίπαλο την ψυχωμένη Γερμανία στο Γουέμπλεϊ, υπό το βλέμμα της νεαρής βασίλισσας Ελισάβετ, είναι ίσως ο πιο πολυσυζητημένος της ιστορίας. Οι Άγγλοι καλύτεροι, ισοφαρίστηκαν 2-2  στις καθυστερήσεις και το ματς πήγε στη παράταση. Το γκολ του Τζεφ Χερστ (Geoff Hurst) για το 3-2 έμεινε στην ιστορία, καθώς η μπάλα «μάλλον» δεν πέρασε ποτέ τη γραμμή. Λίγο πριν το φινάλε, στο 119’, οι Άγγλοι πέτυχαν και τέταρτο γκολ σε μια φάση που αποκαλύπτει το αγωνιστικό στυλ του αρχηγού ο οποίος έκλεψε τη μπάλα στο ύψος της περιοχής του. Ο κυνικός Τζάκι Τσάρλτον του φώναξε να κλοτσήσει τη μπάλα στην εξέδρα, για να κερδίσουν χρόνο. Ο Μουρ όμως αδιαφόρησε, κοντρόλαρε τη μπάλα, σήκωσε το κεφάλι και εντόπισε τον Τζεφ Χαρστ 40 μέτρα μπροστά. Με μια μπαλιά τον έβγαλε μόνο του με τον τερματοφύλακα και έτσι διαμορφώθηκε το τελικό 4-2, πετυχαίνοντας χατ-τρικ, ανεπανάληπτο σε τελικό Μουντιάλ. Τη στιγμή της απονομής, στο βασιλικό θεωρείο του Γουέμπλεϊ, οι σημειολόγοι έχουν απομονώσει τη σκηνή που ο αρχηγός των λιονταριών πλησιάζει τη βασίλισσα για να παραλάβει το βαρύτιμο έπαθλο. Τη στιγμή που όλοι πανηγυρίζουν, βουτηγμένος όπως είναι μέσα στη λάσπη και στον ιδρώτα, τελευταία δευτερόλεπτα προλαβαίνει να σκουπίσει όπως-όπως τα χέρια του πάνω στη στολή του, για να χαιρετήσει την βασίλισσα!

Έκτοτε, ο 25ετής Μπόμπι Μουρ είναι ένας μύθος, πλέον εθνικό σύμβολο. Τιμήθηκε με το βραβείο της Αθλητικής Προσωπικότητας της Χρονιάς του BBC το 1966, όντας ο πρώτος ποδοσφαιριστής στον οποίο απονεμήθηκε αυτός ο τίτλος και το 1967 του απονεμήθηκε ο τίτλος του Τάγματος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Η θέση του στο πάνθεο των ηρώων του έθνους είναι εξασφαλισμένη, όμως αυτός δεν επαναπαύεται. Υπάρχουν δύο πράγματα που του λείπουν και όλα οφείλονται στο γεγονός πως παίζει σε μικρή ομάδα. Παρά τη διασημότητα του και την αναμφισβήτητη τεράστια αξία του, δεν θα καταφέρει ποτέ να κάνει τη Γουέστ Χαμ μεγάλη. Δεν θα καταφέρουν ποτέ να κερδίσουν ένα πρωτάθλημα, αν και στα καλύτερά τους, είναι συνώνυμοι του θεαματικού ποδοσφαίρου. Ο ίδιος ο αρχηγός απέδιδε την αποτυχία της ομάδας στον προπονητή Ρον Γκρίνγουντ (Ron Greenwood), η σχέση του με τον οποίο πέρασε από πολλές διακυμάνσεις. Το άλλο πράγμα που τον ενοχλούσε ήταν οι μικρές του απολαβές. Ήταν ο πιο γνωστός ποδοσφαιριστής του νησιού και αμειβόταν με ψίχουλα, λίγο πάνω από το μέσο όρο της εποχής. Υπήρχαν άλλοι, πολύ κατώτεροί του σε προσφορά και αξία, που κέρδιζαν τα διπλά και τα τριπλά χρήματα. Αυτός είναι ένας λόγος που συνέχισε να παίζει μέχρι μεγάλη ηλικία και που εκμεταλλεύτηκε όσο μπορούσε την εικόνα του με σπόνσορες, διαφημίσεις κλπ. Οι μικρές του απολαβές τον ανάγκασαν να μετακομίσει στις ΗΠΑ. Αγωνίστηκε στους Σαν Αντόνιο Θάντερ και Σιάτλ Σάουντερς και έκλεισε την καριέρα του σε ηλικία 37 ετών στην Δανέζικη Χέρνινγκ Φέρμαντ. Αγωνίσθηκε και με τη φανέλα του Ολυμπιακού σ’ ένα φιλικό κατά της Κορίνθιανς, το 1972. Μέχρι και σε ταινία έπαιξε, στην κλασική «Απόδραση των 11» δίπλα στον Μάικλ Κέιν, τον Σταλόνε και το βασιλιά Πελέ.

Η δόξα του με την εθνική δεν είχε τελειώσει. Στο παγκόσμιο του 1970, στο Μέξικο, οι Άγγλοι πήγαν ως ένα από τα φαβορί, αλλά αποκλείστηκαν στην παράταση του προημιτελικού αγώνα από τους Γερμανούς των Γκερντ Μίλερ (Gerd Müller) και Φραντς Μπεκενμπάουερ, που πήραν την εκδίκησή τους. Στους ομίλους συνάντησαν τη Καλύτερη Βραζιλία της ιστορίας και σε έναν αγώνα διαφήμιση του αθλήματος, έχασαν με 1-0. Εκείνος ο αγώνας έχει προσφέρει στην ιστορία μερικές από τις πιο αξέχαστες φάσεις. Είναι τότε που ο Γκόρντον Μπανκς (Gordon Banks) «έβγαλε» την καρφωτή κεφαλιά του Πελέ από τη δεξιά του γωνία, με μια ενέργεια που θεωρείται η απόκρουση του αιώνα. Στο ίδιο παιχνίδι, ο Μουρ μαρκάρει, κάποια στιγμή, τον Ζαιρζίνιο (Jair Ventura Filho, “Jairzinho”) με τέτοια ακρίβεια που οι θεωρητικοί του ποδοσφαίρου μίλησαν για το τέλειο τάκλιν. Στο τέλος του αγώνα ο αρχηγός άλλαξε φανέλες με τον Πελέ, σε ένα αξέχαστο ενσταντανέ. Όσο και να κοιτάξεις την φωτογραφία, αν δεν γνωρίζεις το αποτέλεσμα, δεν μπορείς να καταλάβεις ποιος είναι ο νικητής και ποιος ο ηττημένος με βάση τον εναγκαλισμό, τα χαμόγελα και τα μάτια τους. Πολλά χρόνια μετά, ο Πελέ είπε πως η φανέλα του Μπόμπι Μουρ είναι από τα πιο σπουδαία του ενθύμια!

Το 1974 είναι κομβική χρονιά για τον Μουρ που έχει ήδη τελειώσει την καριέρα του στην εθνική, αλλά φεύγει και από την Γουέστ Χαμ. Η Φούλαμ, στη Β΄ κατηγορία, του προσφέρει καλά λεφτά και θα παίξει εκεί για δυόμισι σεζόν. Σε έναν από τους πρώτους του αγώνες αντιμετωπίζει τη Γουέστ Χαμ στο Λιγκ Καπ, όπου η Φούλαμ κερδίζει, ενώ την ίδια χρονιά θα φτάσει ξανά στον τελικό του Κυπέλλου. Από ειρωνεία της τύχης αντιμετωπίζει και πάλι τη Γουέστ Χαμ, αλλά δεν θα σηκώσει κούπα. Είναι η τελευταία του εμφάνιση στον αγωνιστικό χώρο του Γουέμπλεϊ. Είναι το γήπεδο στο οποίο έζησε τις πιο μεγάλες στιγμές της ζωής του και αναμφίβολα, τις πιο μεγάλες στιγμές του αγγλικού ποδοσφαίρου. Σήμερα, στο νέο Γουέμπλεϊ, υπάρχει ένα υπέροχο μπρούτζινο άγαλμα του μεγάλου αρχηγού, να στοπάρει τη μπάλα με το αρχοντικό του στυλ και το κεφάλι πάντα ψηλά, σαν να ψάχνει τον ελεύθερο επιθετικό. Διότι ο Μουρ, σύμφωνα με όλους όσοι τον έζησαν από κοντά, ήταν πάντα κάτι παραπάνω από ποδοσφαιριστής. Ήταν ο απόλυτος σπόρτσμαν, ευγενής όταν νικούσε, αξιοπρεπής στις ήττες, σεβαστός από φίλους κι αντιπάλους. Στην Αγγλία πολλοί πιστεύουν ότι οι αρχές δεν θέλησαν να τιμήσουν τον Μπόμπι Μουρ με τον τίτλο του σερ επειδή βάραινε ακόμα εκείνη η παλιά -όσο και αναπόδεικτη- κατηγορία ότι έκλεψε το μπρασελέ στην Κολομβία, από ένα κοσμηματοπωλείο σε ξενοδοχείο της Μπογκοτά, όπου η Αγγλία έμεινε κατά την διάρκεια ενός τουρνουά προετοιμασίας.

Μία νεαρή πωλήτρια ισχυρίστηκε ότι ο Μουρ αφαίρεσε το βραχιόλι από κατάστημα του ξενοδοχείου χωρίς να πληρώσει για αυτό. Ενώ δεν υπήρχε καμία αμφιβολία ότι ο Μουρ ήταν πράγματι στο κατάστημα, όπου είχε εισέλθει με τον Μπόμπι Τσάρλτον προκειμένου να ψάξουν για ένα δώρο για τη σύζυγο του Τσάρλτον, δεν υπήρξε καμία απόδειξη η οποία να στηρίζει τις κατηγορίες. Ο Μουρ συνελήφθη και στη συνέχεια αφέθηκε ελεύθερος. Έτσι μπόρεσε να ταξιδέψει με την υπόλοιπη ομάδα της Αγγλίας για να συμμετάσχει στο φιλικό αγώνα ενάντια στον Ισημερινό, όπου κέρδισε την 80η συμμετοχή του στην Εθνική. Κατά την επιστροφή όμως στο Μέξικο, το αεροπλάνο σταμάτησε και πάλι στην Κολομβία όπου ο Μουρ συνελήφθη και τέθηκε για τέσσερις ημέρες σε κατ’ οίκον περιορισμό. Η έλλειψη αποδείξεων σε συνδυασμό με διπλωματική πίεση έθεσε τέλος στην υπόθεση και ο Μουρ απαλλάχτηκε από τις κατηγορίες για να επιστρέψει στη συνέχεια στη Γκουανταλαχάρα όπου βρισκόταν ήδη η υπόλοιπη ομάδα. Μέχρι πρότινος, ήταν γενικά αποδεκτό ότι το γεγονός ήταν προμελετημένο προκειμένου είτε να εξασφαλιστούν χρήματα από το αγγλικό στρατόπεδο είτε να αποκλειστεί ο Μουρ από την Εθνική Αγγλίας. Πρόσφατες δημοσιεύσεις αρχείων του Υπουργείου Εξωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου δείχνουν πως και κλοπή υπήρξε και ο ένοχος ήταν μάλλον κάποιος άλλος Άγγλος ποδοσφαιριστής. Ο Μουρ, πιστός στις παραδόσεις του Ανατολικού Λονδίνου και στο καθήκον του σαν αρχηγός της ομάδας, αρνήθηκε να τον ονομάσει. Υπάρχουν και ντοκουμέντα, από την Αστυνομία της Μπογκοτά που είδαν τα φως της δημοσιότητας το 2001 και αποδεικνύουν ότι ο τότε διευθυντής της Αστυνομίας ήξερε ότι το μπρασελέ το έκλεψε για να το διοχετεύσει μετά στον υπόκοσμο της Κολομβίας μια άγνωστη γυναίκα, η οποία ουδέποτε συνελήφθη, ενώ το μπρασελέ ουδέποτε βρέθηκε.

Ο Μπόμπι Μουρ άφησε την τελευταία του πνοή στις 24 Φεβρουαρίου του 1993, στα 51 του χρόνια, συνέπεια καρκίνου του εντέρου και του ήπατος, βυθίζοντας στο πένθος όλο τον ποδοσφαιρικό πλανήτη. Ήταν το πρώτο μέλος της Παγκόσμιας Πρωταθλήτριας Αγγλίας που πέθανε. Τον Αύγουστο του 2008, η Γουέστ Χαμ απέσυρε τη φανέλα με το № 6 για να τιμήσει τα 15 χρόνια από το θάνατό του. Το όνομα του σήμερα είναι στο «Hall of Fame» δίπλα σε μύθους όπως οι Στάνλεϊ Μάθιους (Stanley Matthews) και Τομ Φίνεϊ (Tom Finney), ενώ έχει συνδεθεί με τον αντικαρκινικό αγώνα μέσα από το «Boody Moore Fund», μια οργάνωση φιλανθρωπικού χαρακτήρα που ιδρύθηκε από τη χήρα, δεύτερη σύζυγο του, Στεφάνι, με σκοπό την υψηλού επιπέδου σύγχρονη έρευνα κατά του καρκίνου του εντέρου.  Ένας από αυτούς που στήριξαν το ίδρυμα Μουρ ήταν ο αντίπαλος στα γήπεδα αλλά μεγάλος φίλος έξω από αυτά, ο Γερμανός παλιός άσος και ηγετική φυσιογνωμία του ποδοσφαίρου στη χώρα του, ο Φραντς Μπεκενμπάουερ, του οποίου η έντονη αντιπαλότητα με τον Μουρ μέσα στο γήπεδο εξελίχθηκε σε μια στενή φιλία. Ο «Κάιζερ», σύμφωνα με τη Στεφάνι Μουρ, έκανε επανειλημμένα προσωπικές δωρεές, αποτελώντας το πιο ουσιαστικό παράδειγμα της εκτίμησης που χαίρει ακόμα και σήμερα ο πρόωρα χαμένος Μπόμπι.

Ο κορυφαίος κωμικός Τζίμι Τάρμπακ, φίλος του Μουρ, είπε στον επικήδειο που εκφώνησε στο Γουέστμινστερ Άμπεϊ: «Αυτό που, κατά τη γνώμη μου, συνέβη είναι πως ο θεός έχει οργανώσει έναν ποδοσφαιρικό αγώνα στον Παράδεισο και διέταξε τον Άγιο Πέτρο να του φέρει τον καλύτερο αρχηγό. Καλύτερος από τον Μουρ δεν υπάρχει και δεν υπήρξε»!

Προσωπικές Διακρίσεις

  • Χρυσή Μπάλα: επιλαχών το 1970
  • Παίκτης της Χρονιάς από την Ένωση Επαγγελματιών Δημοσιογράφων Αγγλίας: 1964
  • Παίκτης της Χρονιάς για την Γουέστ Χαμ: 4 (1961, 1963, 1968, 1970)
  • Μέλος της Ιδανικής Ενδεκάδας Διοργάνωσης Παγκοσμίου Κυπέλλου: 1966
  • Προσωπικότητα της Χρονιάς από το BBC: 1966
  • Διοικητής του Τάγματος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας: 1967
  • Μέλος της Ιδανικής Ενδεκάδας Διοργάνωσης Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος: 1968
  • Μέλος του Hall of Fame του Αγγλικού Ποδοσφαίρου: 2002
  • Χρυσός Παίκτης για την Αγγλία, επ’ ευκαιρία του εορτασμού του Ιωβιλαίου (50 Χρόνια) της UEFA: 2003
  • Μέλος Ιδανικής Ενδεκάδας Παγκοσμίου Κυπέλλου Όλων των Εποχών από την FIFA: 1994
  • Μέλος Ιδανικής Ενδεκάδας για τον 20ο Αιώνα: 1998
  • Η Γουέστ Χαμ απέσυρε τη Φανέλα με το № 6 το 2008

Βλογημένος

Σχολιασμός

Κοινοποιήστε το: