Αρχική Έβαλε ο Θεός σημάδι… I Ο Τζές

Έβαλε ο Θεός σημάδι… I Ο Τζές

Τί να είχε άραγε στο μυαλό του, όταν σκεφτόταν να πάρει τον Ντιέγκο σήμερα; Ήταν πρίν ακριβώς 15 χρόνια, την ίδια ημέρα, 25 του Νοέμβρη που αποφάσιζε να πάρει τον άλλον μεγάλο, τον George Best. «Ανεξερεύνηται αι βουλαί του Κυρίου…» όταν αποφασίσει να ανεβάσει στα ουράνια κάποιον, που ο κόσμος τον είχε ανεβάσει εκεί, πολύ πρίν ο Μεγαλοδύναμος καν το σκεφτεί…

“Κάποτε θα ‘ρθουν να σου πουν»… για Μέσσιδες και για Ρονάλντους. Αυτούς θα ξέρουν μόνο (δεν θέλω ούτε να την φαντάζομαι αυτήν την ημέρα…) Kαλοί παίκτες δεν λεω. Παίκτες όμως… Όχι ποδοσφαιριστές… Τί με κοιτάς;

Αυτούς όμως, τους πρώτους, τους παίκτες, «όλοι οι άνθρωποι του συστήματος» σκίζονται με με νύχια και με δόντια να τους κρατήσουν ψηλά, ελλείψει άλλων ινδαλμάτων. Μέχρι να βρεθεί το επόμενο ομορφόπαιδο, που θα κατέχει το τόπι, θα είναι φιλάνθρωπος έξω από το γήπεδο, ολίγον αλήτρα μέσα σ’ αυτό, θα φτιάξουνε κατάσταση να τον πηγαίνει, θα του χαρίζονται οι Διαιτητές… Κι όλα αυτά, όταν εκείνοι που πραγματικά έπαιζαν μπάλα -όχι αστεία- και ήταν αυτοί που το σκάσιμο της κάθε ντρίμπλας τους, ήταν αρκετό για να βρεθεί επί… ποδός ολόκληρος ο πλανήτης, θα αποτελούν φιγούρες σε σκονισμένες εγκυκλοπαίδιες… Κατάφερε το σύστημα να κάνει το άθλημα να μοιάζει με… το νερό: να μας κάνουν να προτιμάμε το εμφιαλωμένο από το καθαρό, το νερό στην μποτίλια, από το κρυστάλινο νερό της πηγής, από το φυσικό νερό του πηγαδιού…

Γιατί τούτοι εδώ, οι σημερινοί πουλάνε μπλουζάκια με τις τζίφρες τους, φόρμες, μέχρι και… σώβρακα, ενώ ο… Τζώρτζης ο Καλύτερος όλων, γέμιζε τα γήπεδα ακόμα και στις προπονήσεις, χωρίς να πουλάει το παραμικρό… Μάγευε όχι γιατί του το ζητούσε κανείς (όπως στην περίπτωση του Μαραντόνα που μιά ολόκληρη χώρα τον έπνιξε ασφυκτικά να της φέρει το δεύτερο Ζύλ Ριμέ και τον κατέστρεψε) αλλά γιατί «έτσι γούσταρε…». Γιατί μπορούσε και γιατί φτιαχνόταν από την ηδονή, του να να κάνει τον κόσμο να απορεί αν ήταν όντως… γήινος. Κι ήταν ο μόνος που μπορούσε να κάνει την εξέδρα να σωπάσει καθώς όταν μοίραζε σακούλες πετύχεναι να αφήνει άναυδο ένα ολόκληρο γήπεδο…

Κι εκείνο όμως το κοντοπύθαρο σγουρομάλλικο παιδί, που μεγάλωνε στη “Villa Miseria” όπως ήταν γνωστή η Villa Fiorito, ένα φτωχικό προάστιο του Buenos Aires, δεν πήγαινε πίσω. Κατάφερε να κάνει το ταλέντο του να μιλάει για εκείνον. Στην πορεία, μπορεί να τον έκαναν να χάσει τον δρόμο του ένα σωρό άλλες εξωγηπεδικές του δραστηριότητες, που τον ανήγαγαν σε… πρωτοσέλιδο. Δεν ήταν οι στερήσεις της παιδικής του ηλικίας όμως, οι μόνες υπεύθυνες γι’ αυτό. Ήταν το… βάρος. Όπως πολύ σωστά είχε πεί τότε, ο συνάδελφος Horacio Pagani από την Αργεντίνα: «Όταν 30.000.000 κόσμος κρέμεται από πάνω σου, λογικό είναι να σου κατεβάσουν το παντελόνι και να μείνεις γυμνός κάποια στιγμή». Ήταν αυτό ακριβώς το βάρος που είχαν ρίξει όλοι στους ώμους του, όταν αυτός το μόνο που επιθυμούσε διακαώς (κι αυτό που ελάχιστοι τότε είχαν καταλάβει) ήταν η ανίατη επιθυμία του, να αποτινάξει από πάνω του, τους πάντες και τα πάντα και να παίξει μπάλα… Γιατί ο Ντιέγκο, αν ξεδίπλωνε την μαγεία του μέσα στο χόρτο, ήταν ακριβώς γιατί μέσα του, το ανήμερο θεριό που δεν ήθελε να δαμάσει, το ταλέντο του, φώναζε πρός όλες τις κατευθύνσεις δαιμονισμένα: «ΑΦΗΣΤΕ ΜΕ ΗΣΥΧΟ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΝΑ ΠΑΙΞΩ ΜΠΑΛΑ, ΓΑΜΩ ΤΟ ΑΙΔΟΙΟ ΠΟΥ ΣΑΣ ΠΕΤΑΓΕ!» Για αυτό το θέαμα που απλόχερα σκόρπισε πάνω στο χόρτο, κάνοντας αυτό που είχε μάθει καλύτερα: το ΚΕΦΙ ΤΟΥ, είναι που η σημαία του παγκόσμιου ποδοσφαίρου κυματίζει σήμερα μεσίστια.

Εντάξει… κι ο Bορειο-Ιρλανδός δεν ήταν κάνα καλόπαιδο εδώ που τα λέμε. Όμως δεν πείραξε κανέναν, δεν προκάλεσε τον κόσμο. Τα όσα έκανε στρέφονταν μόνο ενάντια στον εαυτό του. Δεν έκανε κωλοδάκτυλα και ασχημόνιες, όπως κάποιοι σήμερα… Το μόνο δάχτυλο, το έδειξε απέναντι στην ίδια την ζωή.
Της είπε εξ’ αρχής:
Όχι μωρή σκρόφα. Όχι εσύ. Εγώ βάζω τους κανόνες στη δική μου ζωή. Κι αν δεν σ’ αρέσει φεύγω. Αλλά θα φύγω όπως θέλω εγώ! Θα σε πυρπολήσω μέσα στα δικά μου πάθη κι όταν θα φύγω θα με φοβάσαι πιό πολύ, γιατί θα συνεχίσουνε να με θυμούνται όλοι” κι έτσι έφυγε. Όπως της το ‘ταξε.
Γιατί όπως και να το κάνουμε, το γνωστό ποδοσφαιρικό ρητό τα λέει καλύτερα απ’ όλους μας:
Pele was God.
Maradona was better.
George was simply the BEST!

Απλά έμεινε πίσω ο Βραζιλιάνος, ίσως γιατί αν τον έπαιρνε κι αυτόν ο Θεός, να είχαμε την πρώτη επανάσταση των αγγέλων…

Κι έτσι, χωρίς τους μεγαλύτερους πρεσβευτές του αθλήματος εν ζωή,  θα συνεχίσουν πάλι όλοι αυτοί που εκπροσωπούν το σύστημα να μιλάνε στους νέους για τυπάκια που κυκλοφορούν με 10 μπράβους ο καθένας τους, γι’ αυτούς που το ίδιο το σύστημα τους έχτισε με ουσίες… ύποπτες, με ειδικές κούρες από διατροφολόγους, με αποτέλεσμα να τρέχουνε λες και δεν στέγνωνε ο νέφτης από πίσω… Θα μιλάνε για κάτι χτεσινούς, για εκείνους που διαιώνιζαν τι έριδες μεταξύ τους προκειμένου να συντηρήσουν το story τους, για όλους αυτούς που ‘πουλούσανε’ και θα έχουν ξεχάσει τους πραγματικούς θεούς της μπάλας.

Τότε να αλλάξεις κανάλι στην τηλεόραση. Να κλείσεις τα αυτιά σου αν βρίσκεσαι στην εξέδρα. Να αλλάξεις θέμα στη συζήτηση. Να χαμηλώσεις το βλέμμα και να ψιθυρίσεις στους ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΥΣ θεούς του ποδοσφαίρου “ού γάρ οίδασι, τί ποιούσι…”, γιατί εκείνη τη μέρα, θα έχει πεθάνει η μπάλα…

Ο Τζες

 

Σχολιασμός

Κοινοποιήστε το: