Αρχική Φέρεντς Πούσκας: Ο Καλπάζων Συνταγματάρχης | Βλογημένος

Φέρεντς Πούσκας: Ο Καλπάζων Συνταγματάρχης | Βλογημένος

Ο Ούγγρος -και αργότερα πολιτογραφημένος Ισπανός- επιθετικός, Φέρεντς Πούσκας (Ferenc Puskás), γεννήθηκε την 1η Απριλίου του 1927 στη Βουδαπέστη. Θεωρείται ευρέως ως ένας από τους Μεγαλύτερους Ποδοσφαιριστές Όλων των Εποχών. Ένας παραγωγικός επιθετικός, σκόραρε 83 γκολ σε 84 διεθνείς αγώνες για την Ουγγαρία και 514 γκολ σε 529 αγώνες στα πρωταθλήματα της Ουγγαρίας και της Ισπανίας. Έγινε Χρυσός Ολυμπιονίκης το 1952 και οδήγησε την εθνική Ουγγαρίας στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1954, όπου ονομάστηκε ως ο Καλύτερος Παίκτης του τουρνουά. Κέρδισε 3 Κύπελλα Πρωταθλητριών Ομάδων Ευρώπης (1959, 1960, 1966), 10 εθνικά πρωταθλήματα (5 Ουγγρικά & 5 της ισπανικής Primera División) και 8 Κορυφαίες Ατομικές Διακρίσεις Σκοραρίσματος. Παίζοντας για τη Κίσπεστ/Χόνβεντ της Βουδαπέστης, ήταν ο Πρώτος Σκόρερ στην ουγγρική Λίγκα σε 4 περιπτώσεις και το 1948, ήταν ο Κορυφαίος Σκόρερ στην Ευρώπη. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1950, ήταν τόσο το εκλεκτότερο μέλος, όσο και ο αρχηγός της Ουγγρικής εθνικής ομάδας, αυτής που η Παγκόσμια Ποδοσφαιρική Ιστορία κατέγραψε ως «Η Χρυσή Ομάδα» (The Golden Team και στα ουγγρικά Aranycsapat =Αρανίτσαπατ), επίσης γνωστοί με διάφορα προσωνύμια («Mighty Magyars», «Marvellous Magyars», «Magnificent Magyars») με πιο γνωστό το  «Magical Magyars» (Μαγικοί Μαγυάροι). Το 1958, δύο χρόνια μετά την Ουγγρική Επανάσταση, μετανάστευσε στην Ισπανία όπου έπαιξε για την Ρεάλ Μαδρίτης. Παίζοντας για τη «Βασίλισσα», κέρδισε 4 βραβεία «Pichichi», ως Κορυφαίος Σκόρερ της ισπανικής Λίγκας και σκόραρε 7 γκολ σε 2 τελικούς Κυπέλλου Πρωταθλητριών. Το 1995, αναγνωρίστηκε ως ο Πρώτος Σκόρερ του 20ου Αιώνα από την Διεθνή Ομοσπονδία Ιστορίας και Στατιστικής του Ποδοσφαίρου (IFFHS).

Ξεκινώντας στη Κίσπεστ/Χόνβεντ. Είναι ο τρίτος από δεξιά στους ορθίους. Ο -συνονόματος- πατέρας του είναι ο προπονητής της ομάδας, άκρη αριστερά.

Μετά την απόσυρσή του ως παίκτης, έγινε προπονητής. Το αποκορύφωμα της προπονητικής του καριέρας ήρθε το 1971, όταν οδήγησε τον Παναθηναϊκό στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών. Παρά την αποστασία του το 1956, η ουγγρική κυβέρνηση του απένειμε πλήρη αμνηστία το 1993, επιτρέποντάς του να επιστρέψει και να αναλάβει την προσωρινή καθοδήγηση της ουγγρικής εθνικής ομάδας. Το 1998, έγινε ένας από τους πρώτους πρεσβευτές της FIFA. Το 2002, το «Νεπστάντιον» (Népstadion) στη Βουδαπέστη πήρε τ’ όνομά του. Ανακηρύχθηκε ως ο Καλύτερος Ούγγρος Ποδοσφαιριστής για τα τελευταία 50 χρόνια από την Ουγγρική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία στο πλαίσιο των εορτασμών για τα 50 Χρόνια (Ιωβιλαίο) της UEFA, τον Νοέμβριο του 2003. Τον Οκτώβριο του 2009, η FIFA ανακοίνωσε την θέσπιση του βραβείου «FIFA Puskás», που απονέμεται στον παίκτη που πέτυχε το «Πιο Υπέροχο Γκολ» το προηγούμενο έτος. Περιλαμβάνεται, επίσης, στον κατάλογο «FIFA 100», που συνέταξε ο Πελέ, των 125 Μεγαλύτερων Εν Ζωή Παικτών του Κόσμου, στο πλαίσιο των εορτασμών για τα 100 Χρόνια της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας, τον Μάρτιο του 2004.

Από μικρός έδειξε την κλίση του στο ποδόσφαιρο, ξεκινώντας τη καριέρα του από τις ακαδημίες της Κίπσεστ, όπου ήταν προπονητής ο πατέρας του, παλιός ποδοσφαιριστής της ομάδας. Φήμες λένε ότι αγωνιζόταν με το ψευδώνυμο Μίκλος Κόβακς, μέχρι να υπογράψει επίσημο συμβόλαιο συνεργασίας σε ηλικία 12 ετών. Στα 16 του ανήκε στην πρώτη ομάδα της Κίσπεστ και γρήγορα έγινε βασικό και αναντικατάστατο μέλος της. Μόλις δύο χρόνια μετά, το 1945, έκανε το ντεμπούτο του με την εθνική Ουγγαρίας, στο πρώτο της παιχνίδι μεταπολεμικά, με την Αυστρία. Η λήξη του Πολέμου βρήκε τη Σοβιετική Ένωση να προσαρτά περιοχές υπό την επήρεια της, με την Ουγγαρία να μην αποτελεί εξαίρεση. Οι εξελίξεις δεν άφησαν ανεπηρέαστο το ποδόσφαιρο και η Κίσπεστ, η ανερχόμενη ομάδα του προαστίου της πρωτεύουσας, μετονομάστηκε σε Χόνβεντ (= Υπερασπιστές του Έθνους) και έγινε στρατιωτικός σύλλογος, ο οποίος είχε το προνόμιο να αποκτά ότι καλύτερο υπήρχε στην χώρα. Το έντονο στρατιωτικό στοιχείο (και της χώρας και της ομάδας που αγωνιζόταν), ήταν αυτό που του έδωσε και το παρατσούκλι «Ο Καλπάζων Συνταγματάρχης».

Η Χόνβεντ αποτέλεσε ότι καλύτερο είχε να επιδείξει η Ευρώπη στα χρόνια πριν την καθιέρωση των διεθνών κυπέλλων. Εντός των συνόρων, κατέκτησε τα πρωταθλήματα του 1949, του 1950, του 1952, του 1954 και του 1955 και αποτέλεσε τη βάση της εθνικής Ουγγαρίας.  Το 1952, στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Ελσίνκι, οι Μαγυάροι αναδεικνύονται Χρυσοί Ολυμπιονίκες, επικρατώντας στον τελικό 2-0 της Γιουγκοσλαβίας. Ο Πούσκας, αρχηγός της ομάδας, πέτυχε συνολικά 4 γκολ στη διοργάνωση, συμπεριλαμβανομένου και του πρώτου τέρματος του τελικού, αναδεικνυόμενος επίσης τέσσερις φορές πρώτος σκόρερ στην Ουγγαρία. Το 1948, μάλιστα, πέτυχε 50 γκολ και ήταν πρώτος σκόρερ και στην Ευρώπη. Το 1949 σημείωσε 31 τέρματα, το 1950 σημείωσε 25 και το 1953 σημείωσε 27. Στο ντεμπούτο του με την Εθνική Ουγγαρίας, στις 20 Αυγούστου του 1945 σκόραρε, στο 5-2 επί της Αυστρίας. Συνολικά, έδωσε 85 παιχνίδια για το εθνόσημο πετυχαίνοντας 84 τέρματα (!) και μεταξύ αυτών ήταν δύο χατ-τρικ σε βάρος των Αυστριακών, ένα κατά του Λουξεμβούργου και 4 γκολ στο 12-0 επί της Αλβανίας! Μαζί με τους Ζολτάν Τσίμπορ (Zoltán Czibor), Σάντορ Κότσις (Sándor Kocsis), Γιόζεφ Μπόζικ  (József Bozsik) και Νάντορ Χιντεγκούτι  (Nándor Hidegkuti) αποτέλεσαν τον κορμό της θρυλικής ομάδας που διατήρησε το αήττητο σερί των 32 αγώνων, ρεκόρ που μένει ακατάρριπτο ως σήμερα!

Το 1953, η Ουγγαρία επισκέφτηκε την Αγγλία για να δώσει φιλικό παιχνίδι στο “Γουέμπλεϊ”. Μέχρι τότε, η Άγγλοι θεωρούσαν τους εαυτούς του την καλύτερη ομάδα του κόσμου, ενώ χαρακτηριστικό είναι ότι δεν είχαν περάσει πολλά χρόνια από τότε που άρχισαν να ανοίγουν τα σύνορα για να δίνουν φιλικά παιχνίδια, αφού πίστευαν ότι ήταν… άσκοπα. Ενενήντα λεπτά χρειάστηκαν για την πλήρη και ολοκληρωτική  αποκαθήλωση. Η Ουγγαρία επικράτησε με 6-3 μπροστά σε 100.000 εμβρόντητους θεατές. Με τους Κότσις και Πούσκας (δύο γκολ σε εκείνο το ματς) ως μέσα δεξιά και μέσα αριστερά αντιστοίχως στην επίθεση και τον Χιντεγκούτι ως σέντερ φορ, αλλά λίγο πιο μπροστά, οι Ούγγροι αγωνίστηκαν με ένα ρηξικέλευθο τρόπο, που δεν επέτρεπε σε καμία άμυνα να αντισταθεί. Η επιβεβαίωση ήρθε λίγους μήνες μετά. Στον επαναληπτικό της Βουδαπέστης, η Ουγγαρία κέρδισε με 7-1 την Αγγλία! Οι ημέρες της απόλυτης δόξας για την Ουγγαρία θα έρθουν τον επόμενο χρόνο, το 1954. Στο Μουντιάλ της Ελβετίας, ήταν το φαβορί για την κατάκτηση του τροπαίου, αφού δεν είχε ηττηθεί από το 1950. Στα πρώτα δύο ματς, πέτυχε 17 γκολ. Πρώτα ήταν το 9-0 επί της Νότιας Κορέας και ακολούθησε το 8-3 επί της Δυτικής Γερμανίας. Αυτό το παιχνίδι, όμως, στιγμάτισε ο τραυματισμός του αρχηγού της ομάδας, από τον Γερμανό μέσο Βέρνερ Λίμπριχ.

Ο Πούσκας έχασε τον προημιτελικό με την Βραζιλία, ένα παιχνίδι που έμεινε στην ιστορία ως η “Μάχη της Βέρνης”, λόγω του… ξύλου μεταξύ των ποδοσφαιριστών. Τα μαρκαρίσματα ήταν πολύ σκληρά και συχνά κατέληγαν σε συμπλοκές, ενώ μετά το τέλος του αγώνα, οι Βραζιλιάνοι εισέβαλαν στα αποδυτήρια των Ούγγρων, αφού θεωρούσαν ότι ο Πούσκας, θεατής στη γραμμή του πλαγίου σε εκείνο το παιχνίδι, επιτέθηκε και τραυμάτισε τον μέσο Πινέιρο. Ξέσπασε καυγάς, μπουκάλια πετάχτηκαν εκατέρωθεν, καθώς και ποδοσφαιρικά παπούτσια. Το γεγονός ήταν ότι οι Μαγυάροι είχαν κερδίσει εντός αγωνιστικού χώρου με 4-2, ενώ το ίδιο σκορ (μετά από παράταση) εμφανίστηκε και στον ημιτελικό με την παγκόσμια πρωταθλήτρια του 1950, Ουρουγουάη, όπου επίσης δεν αγωνίστηκε ο Πούσκας. Ο τελικός έμοιαζε εύκολη υπόθεση, αφού ήταν με αντίπαλο τη Δυτική Γερμανία. Ο Πούσκας δεν ήταν απολύτως έτοιμος, ωστόσο το ηγετικό του αίτημα να αγωνιστεί (στα όρια της αλαζονείας, όπως αφηγούνται μάρτυρες του περιστατικού) προς τον προπονητή του, Γκούσταβ Σέμπες, δεν γινόταν να μην ικανοποιηθεί.

Στο 9ο λεπτό, το σκορ ήταν ήδη 2-0 από γκολ του ίδιου στο 6’ και του Τσίμπορ στο 8’. Ακολούθησε, όμως, η μαζική πτώση της ομάδας, η οποία χωρίς τον αρχηγό της δεν μπορούσε να βρει τα πατήματά της στο γήπεδο. Ο Πούσκας κούτσαινε και δεν μπορούσε να τρέξει μετά από το πρώτο τέταρτο και οι Γερμανοί αντεπιτέθηκαν. Αλλαγές δεν υπήρχαν στο παιχνίδι και έτσι έπρεπε να βγάλει ολόκληρο το ενενηντάλεπτο. Πέτυχε ένα γκολ ακόμα, το οποίο ακυρώθηκε ως οφσάιντ, ωστόσο οι Γερμανοί, με ένα γκολ του Μαξ Μόρλοκ και δύο του Χέλμουτ Ραν (το τελευταίο στο 84’), κατάφεραν να πάρουν τη νίκη και να πραγματοποιήσουν μία από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις στην ιστορία του παγκοσμίου ποδοσφαίρου. Η επιστροφή στη Βουδαπέστη, δεν έγινε με τιμές ηρώων στη φιναλίστ για δεύτερο Μουντιάλ στις τρεις τελευταίες διοργανώσεις. Οι βλέψεις για τους Κότσις, Τσίμπορ, Χιντεγκούτι, Μπόζικ και κυρίως Πούσκας ήταν ακόμα υψηλότερες. Ως αποτέλεσμα, ο αρχηγός εκείνης της ομάδας, ο άνθρωπος που επέμενε να αγωνιστεί στον τελικό αν και ήταν τραυματίας, να δεχθεί την κατακραυγή για αυτήν την εθνική ήττα όπως θεωρήθηκε.

Κανείς ποτέ, πάντως, δεν αμφισβήτησε την αξία αυτού του παίκτη. Ούτε και της Χόνβεντ, η οποία συνέχισε να παραδίδει μαθήματα ποδοσφαίρου. Ήδη είχε γίνει γνωστή από τα ταξίδια της σε χώρες της δυτικής Ευρώπης για φιλικούς αγώνες. Το 1956, μάλιστα, συμμετείχε στο πρώτο Κύπελλο Πρωταθλητριών της ιστορίας. Η πορεία προς τον τίτλο περνούσε από τη Χώρα των Βάσκων για το παιχνίδι με την Αθλέτικ Μπιλμπάο. Η ομάδα βρέθηκε στη Βασκονία, ωστόσο πίσω στην Ουγγαρία υπήρχαν δραματικές εξελίξεις. Οι αλλαγές στην ανατολική Ευρώπη ήταν ήδη πολλές και οι Ούγγροι άρχισαν να εξεγείρονται αυτό το έτος. Οι Σοβιετικοί προσπάθησαν να καταπνίξουν το κίνημα χρησιμοποιώντας στρατιωτικά μέσα. Τα τανκς βρέθηκαν στους δρόμους και σκόρπισαν το θάνατο. Ο Πούσκας και ορισμένοι συμπαίκτες του στην Χόνβεντ παρακολουθούσαν από αρκετά μακριά αυτές τις εξελίξεις. Ο πρώτος αγώνας στο Μπιλμπάο έληξε με νίκη των Βάσκων (2-0), ενώ ο επαναληπτικός, λόγω των γεγονότων, διεξήχθη στις Βρυξέλλες. Έληξε με 3-3 και η Χόνβεντ αποκλείστηκε. Από το Βέλγιο, αρκετοί ποδοσφαιριστές εκμεταλλεύτηκαν την ευκαιρία για να βρουν άσυλο σε κάποια άλλη χώρα, όπου δεν θα κινδύνευαν. Ο Πούσκας αρνείται να επιστρέψει στην Ουγγαρία και παίζει κάποια ανεπίσημα παιχνίδια με την Εσπανιόλ, όμως δέχεται ποινή διετούς αποκλεισμού από την UEFA και χάνει το δικαίωμα να αγωνιστεί στην Ευρώπη.

To 1956, ο Δημήτρης Καρέλας του Εθνικού είχε προσκαλέσει στην Ελλάδα για μία σειρά φιλικών αγώνων μία ομάδα “Επίλεκτων Ούγγρων”. Αυτή ήταν η κάλυψη για την εθνική Ουγγαρίας, η οποία είχε έρθει στη χώρα μας με όλα της τα αστέρια, αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον, από αυτό που υπήρχε στην Ουγγαρία των τόσων αναταραχών. Δόθηκαν ορισμένα φιλικά, το “άστρο” του Φέρεντς Πούσκας στην πρώτη του επίσκεψη στην Ελλάδα “έλαμψε”, ωστόσο τα σχέδια ενίσχυσης του Εθνικού διακόπηκαν απότομα, αφού το Υπουργείο Εξωτερικών αντέδρασε σε αυτήν την κίνηση, η οποία διατάρασσε τις σχέσεις με τη Σοβιετική Ένωση. Ο Εθνικός, μάλιστα, τιμωρήθηκε.

Στοιχεία από το βιβλίο “Μεταξύ τιμής και ντροπής” του Γιώργου Αρκουλή, εκδόσεις “Ελληνικά Γράμματα”.

Καταφεύγει στην Αυστρία, αλλά και πάλι δεν κατάφερε να πάρει άδεια για να αγωνιστεί στο πρωτάθλημα της χώρας. Η αιτία ήταν η αποστασία του. Στην πατρίδα, το καθεστώς τον κήρυξε λιποτάκτη, αφού αποχώρησε από τον σύλλογο του στρατού, ενώ ο ίδιος φοβήθηκε να επιστρέψει, αφού κινδύνευε η ζωή του. Επιθυμία του ήταν η Ιταλία, ωστόσο εκεί δεν έγινε αποδεκτός λόγω του αντιποδοσφαιρικού παρουσιαστικού του, αλλά και της ηλικίας του. Στα 30 του χρόνια, αρκετοί ήταν αυτοί που δεν πίστευαν ότι θα μπορούσε να επιστρέψει στην κατάσταση που ήταν πριν τις εξελίξεις του 1956. Η λύση ήρθε από την Ισπανία. Ο πρώην προπονητής του στην Χόνβεντ, Εμιλ Οστράικερ, είχε αναλάβει την τεχνική ηγεσία της Ρεάλ Μαδρίτης, η οποία είχε ήδη αρχίσει να κυριαρχεί στο ευρωπαϊκό ποδοσφαιρικό προσκήνιο. Ο Σαντιάγκο Μπερναμπέου είχε δημιουργήσει μία υπερομάδα, η οποία είχε ως ηγέτη την “ξανθιά σαΐτα”, τον Αργεντινό Αλφρέντο Ντι Στέφανο. Η άφιξη του 31χρονου Φέρεντς Πούσκας έφερε την καθιέρωση των “μερένγκες” στην κορυφή. Μόλις στην πρώτη του σεζόν στην Primera Division πετυχαίνει 4 χατ-τρικ, με το πρώτο να σημειώνεται μόλις στο 2ο του παιχνίδι με τη φανέλα της Βασίλισσας!  Ο… υπέρβαρος και… ηλικιωμένος Πούσκας μαζί με τον Ντι Στέφανο δημιούργησαν ένα μοναδικό επιθετικό δίδυμο, ασταμάτητο από οποιαδήποτε άμυνα. Συνεπικουρούμενοι από ποδοσφαιριστές επίσης μεγάλης κλάσης, όπως οι Ραϊμόν Κοπά, Φρανθίσκο Χέντο, Χοσέ Σανταμαρία, οδήγησαν τη Ρεάλ Μαδρίτης σε άλλες δύο συνεχόμενες κατακτήσεις του κυπέλλου Πρωταθλητριών (1959, 1960).

Το 1960, στο “Χάμπντεν Παρκ” της Γλασκόβης, στριμώχτηκαν περισσότεροι από 134.000 φίλαθλοι για να παρακολουθήσουν τον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών μεταξύ αυτής της μαγικής ομάδας και της Αϊντραχτ Φρανκφούρτης. Το τελικό 7-3 προήλθε από τέσσερα γκολ του Πούσκας και τρία γκολ του Ντι Στέφανο και παραμένει (και θα παραμείνει προφανώς) το μεγαλύτερο σκορ σε τέτοιο στάδιο της διοργάνωσης. Ο «Καλπάζων Συνταγματάρχης» είναι ο μοναδικός ποδοσφαιριστής που έχει πετύχει τέσσερα γκολ σε τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών. Ο δύστροπος Αλφρέντο Ντι Στέφανο επιθυμούσε να είναι ο μοναδικός ηγέτης της Ρεάλ Μαδρίτης και η άφιξη του Πούσκας τον προβλημάτισε. Παρ’ όλα αυτά, ο πάντα καλός αλλά και ευφυής Ούγγρος του εξηγούσε συνεχώς ότι θεωρεί τον Αργεντίνο «σημαία» της ομάδας και τον ίδιο βοηθό του στην κοινή τους πορεία. Την επόμενη χρονιά, η Ρεάλ Μαδρίτης αποκλείστηκε από την Μπαρτσελόνα στον πρώτο γύρο του θεσμού, ωστόσο παρέμεινε κυρίαρχη εντός των συνόρων. Από το 1961 μέχρι το 1965 κατέκτησε πέντε πρωταθλήματα, ο Πούσκας ανακηρύχθηκε τέσσερις φορές πρώτος σκόρερ στο πρωτάθλημα, ενώ το 1962 προσπάθησε να κάνει ένα μοναδικό τρεμπλ, αφού είχε κατακτήσει ήδη το κύπελλο και βρέθηκε στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών με αντίπαλο την Μπενφίκα του μεγάλου Εουσέμπιο. Οι “αετοί” της Λισαβόνας κέρδισαν με 5-3 την Ρεάλ Μαδρίτης, με τον 35χρονο Πούσκας να πετυχαίνει και τα τρία γκολ της ομάδας του. Το 1963, έγινε ακόμα πιο αγαπητός στους Μαδριλένους, όταν πλήγωσε δύο φορές με χατ-τρικ τη μισητή αντίπαλο, Μπαρτσελόνα, τόσο στο Σαντιάγκο Μπερναμπέου όσο και στο Καμπ Νου.

Το καλοκαίρι του 1962, έδωσε την τελευταία του παράσταση σε διεθνές επίπεδο, ως μέλος της εθνικής ομάδας της Ισπανίας. στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Χιλής. Οι «φούριας ρόχας» είχαν καλή ομάδα, η οποία εκτός του Πούσκας διέθετε τους Φρανθίσκο Χέντο, Λουίς ντελ Σολ και Λουίς Σουάρεθ. Σε έναν όμιλο με Βραζιλία και Τσεχοσλοβακία, τις μετέπειτα φιναλίστ, δύσκολα μπορούσε να αντισταθεί. Η Ισπανία με μία νίκη (επί του Μεξικού) ήταν ουραγός του ομίλου και ο Πούσκας αποχαιρέτησε κατ’ αυτόν τον τρόπο τις διεθνείς διοργανώσεις. Το τέλος του ως ποδοσφαιριστής ήρθε τέσσερα χρόνια αργότερα. Ένδοξα, αφού κατέκτησε το κύπελλο Πρωταθλητριών του 1966, ένας τίτλος που έκλεισε οριστικά τον κύκλο εκείνης της μεγάλης ομάδας της Ρεάλ Μαδρίτης. Σε ηλικία 39 ετών, ο Πούσκας “κρέμασε τα παπούτσια” του αλλά δεν αποχώρησε από το ποδόσφαιρο. Αφιερώθηκε στην προπονητική. Ορισμένοι αριθμοί δείχνουν και το μεγαλείο του Πούσκας. Σε 85 συμμετοχές με την εθνική Ουγγαρίας, πέτυχε 84 γκολ, αναλογία μοναδική στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο. Το παλμαρέ του με την εθνική Ουγγαρίας συχνά αναφέρεται ότι είναι 83 γκολ σε 84 παιχνίδια -το επιπλέον παιχνίδι και γκολ, είναι από έναν αγώνα εναντίον του Λιβάνου, που παίχτηκε το 1956, όμως αναγνωρίζεται ως επίσημο παιχνίδι μόνο από την Ουγγρική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία. Σε 354 παιχνίδια με την Χόνβεντ, πέτυχε 357 γκολ ενώ σε 528 με την Ρεάλ Μαδρίτης, σκόραρε 512 φορές. Με τους “μερέγκες” αγωνίστηκε σε 39 ευρωπαϊκά παιχνίδια και πέτυχε 35 γκολ.

Λίγο πριν από ένα σημαντικό ευρωπαϊκό παιχνίδι του Παναθηναϊκού, η πειθαρχική επιτροπή ΟΥΕΦΑ συνεδρίαζε για να τιμωρήσει ποδοσφαιριστές που είχαν υποπέσει σε παραπτώματα σε προηγούμενους αγώνες. Μεταξύ αυτών και ο Μίμης Δομάζος, ο οποίος κινδύνευε με τιμωρία. Ο Πούσκας έπεισε τη διοίκηση των “πρασίνων” να στείλει εκπροσώπους στην Ελβετία, μήπως καταφέρουν να αλλάξουν την προδιαγεγραμμένη απόφαση, ενώ μαζί τους ταξίδεψε και ο ίδιος. Στην έδρα της ΟΥΕΦΑ, κατά τη σύσκεψη της Επιτροπής, οι εκπρόσωποι της ελληνικής ομάδας απέτυχαν να μεταπείσουν τα αρμόδια μέλη.

 Ο Φέρεντς Πούσκας, βλέποντάς τους να εξέρχονται από την αίθουσα συνεδριάσεων με σκυμμένα κεφάλια, κατάλαβε ότι δεν είχε αλλάξει τίποτα και μπήκε ο ίδιος μέσα. Μετά από λίγο, βγήκε και είπε σε “σπαστά” ελληνικά: “Αντε… μαλάκα, Μίμης παίζει κανονικά. Πάμε να φύγουμε από εδώ μήπως μετανιώσουν”. Εν συνεχεία, όπως ο ίδιος διηγήθηκε, είχε καταφέρει να… εκβιάσει τα μέλη της ΟΥΕΦΑ, απειλώντας τους ότι ο τελικός του κυπέλλου κυπελλούχων που ήταν προγραμματισμένος να διεξαχθεί στο γήπεδο “Καραϊσκάκη” δεν θα είχε Έλληνες φιλάθλους στις εξέδρες, κάτι που θα προκαλούσε οικονομική και όχι μόνο καταστροφή!

Στοιχεία από το βιβλίο “Μεταξύ τιμής και ντροπής” του Γιώργου Αρκουλή, εκδόσεις “Ελληνικά Γράμματα”.

Ferenc Puskas May 1971 Footballer Panathinaikos of Greece and Hungary

Το 1970, ο Φέρεντς Πούσκας βρέθηκε στον πάγκο του Παναθηναϊκού, σε μία σεζόν, η οποία, όπως αποδείχθηκε, ήταν η ενδοξότερη στην ιστορία της ομάδας. Οι “πράσινοι” αποκλείοντας κατά σειρά Ζενές Ες, Σλόβαν Μπρατισλάβας, Έβερτον και Ερυθρό Αστέρα βρέθηκαν στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών, ο οποίος θα διεξαγόταν στο “Γουέμπλεϊ” της Αγγλίας. Εκεί, όπου 18 χρόνια πριν, ο Πούσκας είχε διαπρέψει με την εθνική Ουγγαρίας. Το αποτέλεσμα δεν ήρθε για τους «πράσινους» απέναντι στον πανίσχυρο Άγιαξ της εποχής. Η ομάδα του Γιόχαν Κρόιφ κέρδισε με 2-0, κατακτώντας το πρώτο από τα τρία συνεχόμενα τρόπαια που θα ακολουθούσαν. Παρ’ όλα αυτά, ο “Πάντσο” κατάφερε το αδιανόητο. Έστω και αν ποτέ δεν υπήρξε μεγάλος προπονητής (σύνηθες φαινόμενο με τους μεγάλους παίκτες), γνωρίζοντας καλά τα μυστικά της μπάλας, οδήγησε μία ταλαντούχα ομάδα στην κορυφή της Ευρώπης. Το τρόπαιο μπορεί να μην ήρθε, ωστόσο ο Ούγγρος έμεινε στην ιστορία και για αυτό το κατόρθωμα, προπονητικό αυτήν τη φορά.

Το 1978, βρέθηκε και πάλι στην Ελλάδα, διαδεχόμενος τον Ζλάτκο Τσαϊκόφσκι στον πάγκο της ΑΕΚ, η οποία ήταν νταμπλούχος από την προηγούμενη σεζόν. Στους «κιτρινόμαυρους» έφερε τη «σημαία» του Παναθηναϊκού, τον Μίμη Δομάζο, με τον οποίο είχαν τις καλύτερες σχέσεις. Δεν έμεινε μέχρι τέλους, αφού τον διαδέχθηκε στο μέσο της σεζόν ο Ανδρέας Σταματιάδης. Η ΑΕΚ, πάντως, κατέκτησε το πρωτάθλημα. Αξίζει να σημειωθεί ότι το 1989 βρέθηκε σε ακόμα μία ελληνική ομάδα, εκτός Ελλάδας, όμως. Πρόκειται για την Ελλάς Μελβούρνης, στην οποία παρέμεινε για τρία χρόνια, μέχρι το 1992. Τη σεζόν 1990-91, κατέκτησε το πρωτάθλημα Αυστραλίας. Αυτός ήταν και ο τελευταίος του σύλλογος. Είχαν προηγηθεί αρκετές ομάδες σε όλον τον κόσμο, ωστόσο μόνο σε αυτές με το ελληνικό στοιχείο κατάφερε να σημειώσει επιτυχίες. Το 1993 ήρθε ίσως η πιο γλυκιά στιγμή στα χρόνια ενασχόλησής του με το ποδόσφαιρο. Ο κάποτε διωγμένος Πούσκας επιλέχθηκε ως υπηρεσιακός προπονητής της εθνικής ομάδας της πατρίδας του, στα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1994. Η Ουγγαρία δεν προκρίθηκε, ωστόσο ο ίδιος έγινε και πάλιο εθνικός ήρωας της χώρας.

Ο Αλφρέδο ντι Στέφανο, ο Λάζλο Κουμπάλα και ο Φέρεντς Πούσκας, με τη φανέλα της Μπαρτσελόνα(!) στον αποχαιρετιστήριο αγώνα του Κουμπάλα στο Καμπ Νου, τον Αύγουστο του 1961.

Ο Φέρεντς Πούσκας ποτέ δεν έκανε υγιεινή ζωή. Το αντιποδοσφαιρκό σουλούπι του εξάλλου, τον προδίδει. Δεν είναι λίγες οι ιστορίες από το πέρασμά του στην Ελλάδα, που τον θέλουν να χρειάζεται… τρία γεύματα για μεσημεριανό για να χορτάσει. Επιπλέον, το αλκοόλ ήταν μία από τις μεγάλες αδυναμίες του. Εξάλλου, κατά την εξορία του από την Ουγγαρία, οι προπαγανδιστές στηρίχθηκαν σε αυτήν την κατάσταση και δημιούργησαν αρνητικές εντυπώσεις που αφορούσαν ένα χοντρό, μέθυσο ποδοσφαιριστή. Το όνομά του μπορεί να “καθάρισε” όταν επέστρεψε στη χώρα το 1981, μετά από 25 χρόνια εξορίας, ωστόσο οι συνήθειές του δεν άλλαξαν. Δεν ήταν και αυτές που τον κατέστρεψαν, όμως. Η νόσος Αλτσχάιμερ ήταν αυτή που τον έκανε να λυγίσει, όταν τον χτύπησε σε ηλικία 73 ετών. Μέσα σε λίγα χρόνια, δεν ήταν σε θέση να αναγνωρίσει ακόμα και παλαιούς συμπαίκτες του, οι οποίοι τον επισκέπτονταν στο σπίτι του στην Ουγγαρία. Τα προβλήματα υγείας πλήθαιναν και κατά συνέπεια το κόστος των θεραπειών. Ο Πούσκας έγινε τραγικός ήρωας, αφού αναγκάστηκε να βγάλει σε δημοπρασία αρκετά από τα υπάρχοντά του, μεταξύ των οποίων και βραβεία που είχε κερδίσει ως ποδοσφαιριστής, για να μπορέσει να εξασφαλίσει χρήματα. Πάλεψε με τη νόσο της λήθης για 6 χρόνια.

Η Ρεάλ Μαδρίτης είχε βοηθήσει οικονομικά τον πάλαι ποτέ ηγέτη της, ενώ έδωσε και φιλικό παιχνίδι, στις 14 Αυγούστου του 2005, στην Ουγγαρία με μικτή ομάδα και τα έσοδα διατέθηκαν στον “Καλπάζοντα Συνταγματάρχη”. Ούτε η Ουγγαρία, όμως, τον ξέχασε. Στα 75α του γενέθλια, το 2002, το Νεπ Στάντιον πήρε το όνομά του σε μια συγκινητική εκδήλωση. Ο Ούγγρος άσος μπόρεσε να βγει για λίγες ώρες από το νοσοκομείο και κλώτσησε μια μπάλα στο γήπεδο, όπου αποθεώθηκε από 75 παιδιά (όσα και τα χρόνια του). Τον Σεπτέμβριο του 2006 εισήχθη στην εντατική μονάδα νοσοκομείου της Βουδαπέστης, από πρόβλημα αρτηριοσκλήρωσης και πνευμονία. Η κατάστασή του ήταν σοβαρή και όλοι περίμεναν το μοιραίο από μέρα σε μέρα. Ο ίδιος κατάφερε να αντέξει για δύο μήνες, με το ιατρικό προσωπικό να κάνει ότι ήταν ανθρωπίνως δυνατό για να τον κρατήσει στη ζωή. Όλα αυτά, με έξοδα του κράτους, αφού ακόμα και τα 2.200 ευρώ που έπαιρνε για σύνταξη ως ένας από τους δέκα “Κορυφαίους Αθλητές της Ουγγαρίας” δεν ήταν αρκετά.

Στις 17 Νοεμβρίου του 2006, ο Φέρεντς Πούσκας, “κάλπασε” για τα σύννεφα. Δεν άντεξε άλλο σε αυτήν την άνιση μάχη και πέρασε στην αιωνιότητα. Όπως τότε, το 1954, όταν ο τραυματισμός στον αστράγαλο, του στέρησε το μεγαλύτερο όνειρο που είχε, την κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Ένα τρόπαιο που ποτέ δεν κατάφερε να αγγίξει, αλλά που είναι το μοναδικό που λείπει από το βιογραφικό του. Από ένα παλμαρέ που θα ζήλευε κάθε ποδοσφαιριστής, ενός παίκτη που άφησε το προσωπικό του στίγμα στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο…

Ξέρετε ότι…

  • Ανακηρύχθηκε ο Καλύτερος Ούγγρος Ποδοσφαιριστής των τελευταίων 50 ετών από την ποδοσφαιρική ομοσπονδία της χώρας.
  • Σε αυτόν ανήκει η περίφημη φράση “Εντεκα αυτοί, έντεκα εμείς”, την οποία είπε λίγο πριν τον τελικό του 1971, ώστε να εμψυχώσει τους παίκτες του Παναθηναϊκού.
  • Σύμφωνα με την Διεθνή Υπηρεσία Στατιστικής και Ιστορίας του Ποδοσφαίρου (IFFHS), είναι ο τέταρτος καλύτερος ποδοσφαιριστής της Ευρώπης και έκτος όλου του κόσμου.
  • Το 1997 του απονεμήθηκε το Βραβείο Ήθους από την Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή (ΔΟΕ).
  • Το 1999 έγινε Επίτιμος Πρέσβης του Αθλητισμού της Ουγγαρίας.
  • Τον Απρίλιο ιδρύθηκε το πρώτο ποδοσφαιρικό σχολείο στην Ουγγαρία, το οποίο έχει το όνομά του, ωστόσο ποτέ δεν κατάφερε να το επισκεφτεί.

 Προσωπικές Διακρίσεις

  • 2ος Καλύτερος Παίκτης στην Ευρώπη: 1960
  • Παίκτης της Χρονιάς από την Ουγγρική Ομοσπονδία: 1950
  • Πρώτος Σκόρερ Διοργάνωσης Πρωταθλήματος Κεντρικής Ευρώπης : 1954 (10 Goals)
  • Πρώτος Σκόρερ Ουγγρικού Πρωταθλήματος: 4 (1947/48, 1949/50, 1950, 1953)
  • Πρώτος Σκόρερ Ισπανικού Πρωταθλήματος (Pichichi Trophy): 4 (1959/60, 1960/61, 1962/63, 1963/64)
  • Παίκτης της Χρονιάς από το αγγλικό περιοδικό «World Soccer»: 1953
  • Μέλος Ιδανικής Ενδεκάδας της Χρονιάς από το «World Soccer»: 4 (1960, 1961, 1962, 1963)
  • Ευρωπαίος Παίκτης της Χρονιάς: 1953
  • Καλύτερος Παίκτης Διοργάνωσης Παγκοσμίου Κυπέλλου: 1954
  • Μέλος Ιδανικής Ενδεκάδας Διοργάνωσης Παγκοσμίου Κυπέλλου: 1954
  • Καλύτερος Παίκτης στην Ευρώπη για τον 20Ο Αιώνα από τη γαλλική εφημερίδα «L’Equipe»
  • Καλύτερος Παίκτης στην Ουγγαρία για τον 20ο Αιώνα
  • Κορυφαίος Σκόρερ του 20ου Αιώνα από τον Διεθνή Οργανισμό Ιστορίας και Στατιστικής του Ποδοσφαίρου
  • Μέλος της λίστας των 125 Εν Ζωή Καλύτερων Ποδοσφαιριστών του Κόσμου που συνέταξε το 2004 ο Πελέ για τα 100 Χρόνια της FIFA
  • Χρυσός Παίκτης για την Ουγγαρία, επ’ ευκαιρία του Εορτασμού των 50 ετών της UEFA
  • Μέλος του Διεθνούς Ποδοσφαιρικού Hall of Fame: 2014
  • Στην θέση #7 Καλύτερος Παίκτης του 20ου Αιώνα από το «World Soccer Magazine»
  • Στην θέση #6 Καλύτερος Παίκτης του 20ου Αιώνα από τον Διεθνή Οργανισμό Ιστορίας και Στατιστικής του Ποδοσφαίρου
  • Στην θέση #4 Καλύτερος Ευρωπαίος Παίκτης του 20ου Αιώνα από τον Διεθνή Οργανισμό Ιστορίας και Στατιστικής του Ποδοσφαίρου
  • Πρώτος Σκόρερ Κυπέλλου Πρωταθλητριών: 2 (1960 με 12 γκολ, 1964 με 7 γκολ)
  • Πρώτος Σκόρερ Στον Κόσμο: 1948 με 50 γκολ
  • Χρυσή Μπάλα ως Ένας Θρύλος του Ποδοσφαίρου: 2006

 Βλογημένος

Σχολιασμός

Κοινοποιήστε το: