Αρχική Ο Τυφώνας της Καντάμπρια | Βλογημένος

Ο Τυφώνας της Καντάμπρια | Βλογημένος

Για πολλά χρόνια, η Ρεάλ Μαδρίτης ήταν ηγεμονική, τόσο στην Ισπανία όσο και στην Ευρώπη με μια αξέχαστη ομάδα, κατακτώντας διαφορετικούς και επιβλητικούς τίτλους! Κάθε φορά που γίνεται κάποια αναφορά σ’ αυτή τη μεγάλη ομάδα του δεύτερου μισού της δεκαετίας του ’50, ο πρώτος παίκτης που έρχεται στο μυαλό είναι ο Αλφρέδο Ντι Στέφανο, ένας από τους Μεγαλύτερους Όλων των Εποχών και αδιαμφισβήτητος θρύλος. Αλλά πολλοί ξεχνούν ότι όλοι αυτοί οι παίκτες που πέρασαν από τους «Μερένγκες» εκείνη την εποχή, έγιναν αυτό που έγιναν επειδή στη «Βασίλισσα» τότε αγωνιζόταν ένας πανέξυπνος, τεχνικός και εξαιρετικά γρήγορος άσος, που σχεδόν ποτέ δεν αρκέστηκε σε λίγες ξαφνικές κούρσες! Άλλωστε, μπορούσε να καλύψει τα 100 μέτρα σε μόλις 10 με 11 δευτερόλεπτα και με τη μπάλα υπό τον έλεγχό του! Ένας αληθινός σπρίντερ που μπορούσε κάλλιστα να εκπροσωπήσει την Ισπανία σε Ολυμπιακούς αγώνες. Ωστόσο, επέλεξε το ποδόσφαιρο και ήταν ένας εξαιρετικός επιθετικός, ο οποίος για 18 χρόνια, ήταν πιστός στα χρώματα της Ρεάλ και πανηγύρισε μαζί της 24 τρόπαια! Ο Φρανσίσκο, πιο γνωστός ως «Πάκο» Χέντο (Francisco “Paco” Gento López), υπήρξε ένας από τους Μεγαλύτερους αριστερούς ακραίους επιθετικούς Όλων των Εποχών, ένας από τους πλέον πολυνίκεις παίκτες στην ιστορία και κάτοχος ενός ρεκόρ, ζηλευτού από κάθε επαγγελματία αθλητή, που δύσκολα θα ξεπεραστεί: κατέκτησε ΈΞΙ (αρ. 6) Κύπελλα Πρωταθλητριών, ένα εντυπωσιακό κατόρθωμα αν υπολογίσουμε τον άγριο ανταγωνισμό του σύγχρονου ποδοσφαίρου! Ομαδικότατος, προτίμησε να «δώσει» γκολ στους συμπαίκτες του από το να σκοράρει ο ίδιος, αφήνοντας επίσης το στίγμα του αρκετές φορές, ειδικά σε καθοριστικές στιγμές! Βασικό στέλεχος της Καλύτερης Ρεάλ Μαδρίτης της ιστορίας, ο Χέντο είναι ένα αδιαμφισβήτητο είδωλο της «Βασίλισσας» και αγαπητός σε κάθε φίλο του ισπανικού ποδοσφαίρου!

Γεννημένος στις 21 Οκτωβρίου του 1933 στο Γκουαρνίτζο, ένα χωριό στο δήμο Ελ Αστιλέρο (= το Ναυπηγείο) της Καντάμπρια, στη βόρεια Ισπανία δίπλα στη Χώρα των Βάσκων, έδειξε από τότε που ήταν παιδί ότι του άρεσαν τα σπορ. Μαζί με τα αδέλφια του, τον Χούλιο (Julio) και τον Τονίν (Toñín), έπαιζε ποδόσφαιρο και ασχολήθηκε με τον αθλητισμό στο γυμνάσιο, όπου είχε ήδη μια συλλογή μεταλλίων επειδή ήταν ταχύτατος, ένα χαρακτηριστικό που του χάρισε το παρατσούκλι «Ο Τυφώνας της Καντάμπρια» (Galerna del Cantábrico)! Άφηνε ακόμη και τ’ αδέλφια του να ξεκινούν πιο μπροστά σε κούρσες, τους προλάβαινε και τους νικούσε με διαφορά! Ο Πάκο έτρεχε πολύ, αλλά αγαπούσε πραγματικά το ποδόσφαιρο τόσο πολύ ώστε δέχτηκε να προπονηθεί στον στίβο μόνο σε ένα απ’ τα προπονητικά κέντρα της περιοχής του, επειδή εκεί υπήρχε και ομάδα ποδοσφαίρου! Με την υποστήριξη του πατέρα του, ο οποίος ήταν ποδοσφαιριστής, αγωνίστηκε στην S.D. Νουέβα Μοντάνια το 1948, παράλληλα με τον στίβο. Όλο και πιο συχνά, ο νεαρός κέρδισε επαίνους από πολλούς για το ότι ήταν σχεδόν ασταμάτητος όταν έβγαινε γρήγορα μπροστά για να σκοράρει αρκετά γκολ, εκτός από το να δίνει και ασίστ στους συμπαίκτες του. Ωστόσο, υπήρξαν και περιπτώσεις που έχασε τη μπάλα λόγω ακριβώς της ταχύτητάς του, κάτι που θα διορθωνόταν χρόνια αργότερα!

Αφού πέρασε και από μερικές άλλες μικρές ομάδες στην Καντάμπρια, ο Χέντο έκανε το ντεμπούτο του στην τρίτη κατηγορία του ισπανικού ποδοσφαίρου για την S.D. Ράγιο Καντάμπρια, τη θυγατρική της Ράσινγκ του Σανταντέρ, με τη οποία ο νεαρός ντεμπουτάρισε στην ελίτ του ισπανικού ποδοσφαίρου τη σεζόν 1952/53! Ζώντας το όνειρο της συμμετοχής του στο κορυφαίο τουρνουά της χώρας, αγωνίστηκε σε 10 αγώνες ως βασικός και σκόραρε 2 γκολ, που όμως ήταν αρκετά για να προκαλέσουν το ενδιαφέρον της Ρεάλ Μαδρίτης, η οποία εκείνη την εποχή αναζητούσε νέους παίκτες, έχοντας ξεκινήσει τη δημιουργία μιας ομάδας που θα μπορούσε να χτίσει μια μεγάλη ηγεμονία στη χώρα, υπό τη διοίκηση του οραματιστή προέδρου της, του Σαντιάγκο Μπερναμπέου (Santiago Bernabéu de Yeste). Λίγοι στους «Μερέγκες» (και ο Χέντο μαζί… ) κατάλαβαν ότι αυτή θα γινόταν μια από τις πιο σημαντικές μεταγραφές στην ιστορία του συλλόγου!

Οι οπαδοί της Ρεάλ Μαδρίτης δεν σχημάτισαν και τις καλύτερες εντυπώσεις όταν τον είδαν στις πρώτες εμφανίσεις του με τη φανέλα της «Βασίλισσας»! Αν και ήταν πολύ γρήγορος, κρατούσε πολύ τη μπάλα, «αργούσε» να επιστρέψει, ενώ έκανε και αρκετές λάθος μεταβιβάσεις και άστοχα σουτ, κάτι σημαντικό και που και ο ίδιος «πήρε» πολύ σοβαρά! Ήταν σαφές ότι χρειαζόταν περισσότερη προπόνηση για να γίνει ένας «κανονικός» παίκτης, εξάλλου, κανείς δεν έτρεχε σαν αυτόν στην Ευρώπη! Και ήταν ήδη στα μέσα του 1953 και του 1954 που ο Χέντο ευτύχησε ν’ «αποκτήσει» ως συμπαίκτες δύο ποδοσφαιριστές πολύ σημαντικούς για την επαγγελματική του εξέλιξη: τον Αλφρέδο Ντι Στέφανο (Alfredo Stéfano Di Stéfano Laulhé) και τον Χέκτορ Ριάλ (José Héctor Rial Laguía), ένα ζευγάρι Αργεντίνων που θα έγραφαν επίσης μεγάλη ιστορία στη Ρεάλ και θα βοηθούσαν τον νεαρό να βελτιωθεί στην κατοχή της μπάλας σε συνδυασμό με τη ταχύτητα,  στις πάσες και τα σουτ!

Ο Ντι Στέφανο ήταν αυτός που «παραπονέθηκε» για πρώτη φορά όταν συνειδητοποίησε ότι ο Χέντο έτρεχε και πολύ γρήγορα και πολύ μακριά, κάτι που καθιστούσε σχεδόν αδύνατη την τροφοδότηση, έχοντας φτάσει ή και μπει στη περιοχή, ενώ ο Αργεντίνος ήταν ακόμα στο κέντρο! Και ήταν ο Ριάλ αυτός που «υπέδειξε» στον Χέντο να παίζει λίγο πιο οπισθοχωρημένα και να μάθει να «βγαίνει» από πίσω ως παράγοντας έκπληξη, αντί να μπαίνει κατά μέτωπο  στην περιοχή, ρισκάροντας είτε να πασάρει λάθος, είτε να κοπεί από τους αμυντικούς. Με τους τρεις τους στον αγωνιστικό χώρο, και με τις αφίξεις αρκετών άλλων μεγάλων ονομάτων για συγκεκριμένες θέσεις, η Ρεάλ Μαδρίτης δημιούργησε μια πολύ δυνατή ομάδα κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’50, κατακτώντας μάλιστα τη σεζόν 1953/54 τον εθνικό τίτλο με πλεονέκτημα 4 βαθμών έναντι της Μπαρτσελόνα. Ο Ντι Στεφάνο ήταν ο Πρώτος Σκόρερ με 29 γκολ και μαζί με τον Χέντο ξεκίνησε τότε μια από τις Μεγαλύτερες Συνεργασίες του παγκόσμιου ποδοσφαίρου!

Την επόμενη σεζόν, έκανε 24 εμφανίσεις με τη Ρεάλ, σκόραρε 6 γκολ και κέρδισε έναν ακόμη τίτλο του ισπανικού πρωταθλήματος, παράλληλα με το Λατινικό Κύπελλο, ενώ την ίδια σεζόν πήρε την πρώτη του κλήση στην εθνική ομάδα της Ισπανίας, για το φιλικό με την Αγγλία στη Μαδρίτη στις 18 Μαΐου του 1955, το οποίο έληξε ισόπαλο 1-1. Όλο και πιο συγκεντρωμένος στο παιχνίδι και πιο τεχνικός, παράλληλα αποκαλύπτοντας ένα δυνατό αριστερό σουτ όταν οι αντίπαλοι έδιναν κενά, ο Χέντο ήταν ήδη ένας από τους βασικούς παίκτες της Ρεάλ και είχε την απόλυτη εμπιστοσύνη της ομάδας δίπλα στον Ντι Στεφάνο. Η θέση του ήταν του αριστερού ακραίου επιθετικού και ήταν ο κύριος τροφοδότης της επίθεσης της ομάδας, πέραν της αναστάτωσης και δημιουργίας επικίνδυνων καταστάσεων για τις αντίπαλες άμυνες. Ήταν θέμα χρόνου για αυτόν – και για τη Ρεάλ – να κερδίσει ένα ακόμη μεγαλύτερο μερίδιο του κοινού. Και να κατακτήσει τίτλους!

Από τη σεζόν 1955/56, ο Χέντο και η Ρεάλ ξεκίνησαν μια ηγεμονία που δεν έχει επαναληφθεί ακόμα στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο! Οι Ισπανοί είχαν το προνόμιο να είναι ένας από τους συλλόγους οι οποίοι είχαν το δικαίωμα να αγωνιστούν στην εναρκτήρια διοργάνωση του Κυπέλλου Πρωταθλητριών Ομάδων Ευρώπης ή Ευρωπαϊκό Κύπελλο, που δημιουργήθηκε από την πρωτοβουλία, μεταξύ άλλων, του Γάλλου δημοσιογράφου Γκαμπριέλ Ανό (Gabriel Hanot) και του προέδρου της Ρεάλ Μαδρίτης,  του Σαντιάγκο Μπερναμπέου. Η Ρεάλ έφτασε μέχρι το τέλος και ήταν η πρώτη πρωταθλήτρια Ευρώπης στην ιστορία, νικώντας την γαλλική Ρεμς με 4-3 στον τελικό! Ο Χέντο ήταν ένας από τους σημαντικότερους παίκτες της ομάδας και άφησε το στίγμα του στα προημιτελικά σημειώνοντας ένα από τα γκολ της Ρεάλ στη νίκη με 4-0 επί της γιουγκοσλάβικης Παρτιζάν Βελιγραδίου.

Την επόμενη σεζόν 1956/57, πανηγύρισε έναν άλλο ισπανικό τίτλο και έδωσε αρκετές ασίστ στον Ντι Στέφανο, με αποτέλεσμα την απίστευτη επίδοση των 31 γκολ από τον Αργεντίνο, κορυφαίο σκόρερ της διοργάνωσης. Στο Κύπελλο Πρωταθλητριών, ένα ακόμη τρόπαιο, με τον Χέντο να σκοράρει το γκολ του τίτλου στη νίκη με 2-0 επί της Φιορεντίνα, στο «Σαντιάγκο Μπερναμπέου» παρουσία 120.000 θεατών, συμπεριλαμβανομένου του Ισπανού δικτάτορα, του στρατηγού Φρανσίσκο Φράνκο (Francisco Franco Bahamonde). Στη διοργάνωση του 1957/58, είχε μια αξέχαστη παράσταση για κάθε οπαδό της Ρεάλ! Στον γύρο των 16, σημείωσε το τελευταίο γκολ στο 6-0 επί της βέλγικης Αντβέρπ, που έβαλε τους Ισπανούς στον προημιτελικό. Σ’ αυτόν, σημείωσε ένα από τα 8 γκολ του θριάμβου (8-0) επί της Σεβίλλης. Και στον μεγάλο τελικό, απέναντι στη δυνατή Μίλαν, η μονομαχία έληξε ισόπαλη 2-2 στα 90′ λεπτά, αναγκάζοντας σε παράταση. Όταν κανείς δεν είχε άλλες αντοχές, όλοι στη Ρεάλ έψαχναν τον Χέντο, γιατί ήξεραν ότι μπορούσε να κρίνει τη μονομαχία με την ταχύτητά του και τις αντοχές του, αφού ήταν ασταμάτητος! Στις αρχές του β’ ημιχρόνου της παράτασης, ο επιθετικός, μ’ ένα διαγώνιο σουτ, έδωσε τη νίκη με 3-2 και τον τρίτο ηπειρωτικό τίτλο στη Ρεάλ! Μετά από αυτό το Κύπελλο, αποδείχθηκε το ταλέντο και η ικανότητα του να βρίσκει τη δύναμη και την ενέργεια όταν οι αντίπαλοι είχαν ήδη κουραστεί. Και φυσικά, να βρίσκει εναλλακτικές λύσεις με την ταχύτητά του όταν ο Ντι Στεφάνο και ο Ρεϊμόν Κοπά (Raymond Kopa) ή κάποιος άλλος επιθετικός είχε κουραστεί. Σαν να μην έφταναν οι ηπειρωτικοί τίτλοι, ο άσος πανηγύριζε ακόμα τον εγχώριο τίτλο και τις συχνές κλήσεις για την ισπανική εθνική ομάδα, συμπεριλαμβανομένων τεσσάρων παιχνιδιών για τα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου 1958, διοργάνωση που οι «Φούριας Ρόχας» αποκλείστηκαν.

Di Stéfano, Gento and Puskás

Το 1959 και το 1960, κατέκτησε άλλα δύο Κύπελλα Πρωταθλητριών και ήταν ένας από τους πρωταγωνιστές του περίφημου τελικού του 1960 εναντίον της γερμανικής Άιντραχτ Φρανκφούρτης  στο «Χάμπντεν Παρκ» της Γλασκόβης. Ο πλέι μέικερ έτρεξε πολύ, έδωσε πάσες, βοήθησε και «στρίμωξε» τους Γερμανούς με το όμορφο και πληθωρικό ποδόσφαιρο του! Παράλληλα με τον Φέρεντς Πούσκας (Ferenc Puskás) και τον Ντι Στεφάνο, βοήθησε τη Ρεάλ να σημειώσει το πιο εντυπωσιακό σκορ στην ιστορία ενός τελικού Κυπέλλου Πρωταθλητριών: 7-3, με 4 γκολ από τον Πούσκας και 3 από τον Ντι Στεφάνο! Επίσης, το 1960, συμμετείχε σε μια άλλη μεγάλη ποδοσφαιρική στιγμή: την πρώτη διοργάνωση του Διηπειρωτικού Κυπέλλου, εναντίον του νικητή του Κόπα Λιμπερταδόρες εκείνης της χρονιάς, της ουρουγουανικής Πενιαρόλ. Ισπανοί και Ουρουγουανοί έπαιξαν διπλά παιχνίδια, ένα σε κάθε χώρα, για την πρώτη «παγκόσμια» πρωταθλήτρια σε συλλογικό επίπεδο! Η πρώτη μονομαχία, στο Μοντεβιδέο, έληξε ισόπαλη χωρίς γκολ, χωρίς όμως και τη συμμετοχή του Χέντο! Στη βασική 11άδα ήταν ο Μανολίν Μπουένο (Manuel “Manolín” Bueno Cabral), διάσημος αναπληρωματικός του, που έμεινε και αγωνίστηκε στη Ρεάλ τη δεκαετία του ’60, έχοντας ελάχιστες πιθανότητες να είναι βασικός!  Χαρακτηριστικά, από το 1959 μέχρι το 1971, ΠΟΤΕ δεν αγωνίστηκε σε περισσότερα από 9 παιχνίδια πρωταθλήματος πλην της τελευταίας, που ήταν και η τελευταία του Χέντο στη «Βασίλισσα»! Έχει πει: «… προτιμούσα να είμαι ο αναπληρωματικός του Χέντο, από το να είμαι βασικός σε οποιαδήποτε άλλη ομάδα», μια σαφής ευλάβεια για το ταλέντο του «Τυφώνα της Καντάμπρια» και, φυσικά, την καλή περίοδο που βίωνε τότε η ομάδα. Στον επαναληπτικό της Μαδρίτης, ο Χέντο σκόραρε όταν η Ρεάλ διέλυσε τους «κιτρινόμαυρους» με 5-1!

Μετά από τόσους τίτλους, η Ρεάλ υπέστη φυσιολογική φθορά στην απόδοση και απέτυχε να διατηρήσει την ηπειρωτική ηγεμονία. Μέσα στην Ισπανία όμως, τερματίζοντας πίσω από την Μπαρτσελόνα το 1959 και το 1960, η Ρεάλ κατέκτησε τους 8 από τους 9 τίτλους πρωταθλήματος μεταξύ 1961 και 1969,  τερματίζοντας μόνο μια φορά στη 2η θέση, το 1966, πίσω από την Ατλέτικο Μαδρίτης! Έπαιξε ακόμα στους τελικούς του Πρωταθλητριών του 1962 και του 1964, αλλά ηττήθηκε σε αμφότερους, από την Μπενφίκα και την  Ίντερ του Μιλάνου αντίστοιχα, με τον Χέντο μεταξύ των βασικών. Εκείνη την εποχή ο ήρωάς μας, κατέκτησε το πρώτο του Κύπελλο Ισπανίας, τη σεζόν 1961/62, συμμετείχε στη Μικτή Κόσμου που αντιμετώπισε το 1963 την Αγγλία για τον εορτασμό της 100ετηρίδας της Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας της Αγγλίας, σκόραρε το  γκολ № 2000 της Ρεάλ στο ισπανικό Πρωτάθλημα, στη νίκη με 3-1 επί της Ποντεβέδρα στις 9 Νοεμβρίου του 1963, ενώ έπαιξε το πρώτο του Παγκόσμιο Κύπελλο το 1962 στη Χιλή. Με μια πολύ ελπιδοφόρα ομάδα και ονόματα όπως τον Λουίς Ντελ Σολ (Luis del Sol Cascajares), τον Χοακίν Πεϊρό (Joaquín Peiró Lucas), τον Πατσίν (Enrique Pérez Díaz, “Pachín”), τον -πλέον πολιτογραφημένο-   «Ισπανό» Φέρεντς Πούσκας και τον «Λουιζίτο» Σουάρες (Luis “Luisito” Suárez Miramontes), η Ισπανία θεωρήθηκε ένα από τα φαβορί, αλλά απογοήτευσε και δεν πέτυχε απολύτως τίποτα!

Η ομάδα τερμάτισε τελευταία στον όμιλό της με νίκη 1-0 επί του Μέξικο και δύο ήττες, 0-1 από την Τσεχοσλοβακία και 1-2 από την μετέπειτα Παγκόσμια Πρωταθλήτρια, Βραζιλία, αποχαιρετώντας το όνειρο του παγκόσμιου τίτλου. Το μόνο highlight για τον Χέντο ήταν η εντυπωσιακή κούρσα που έκανε στο 90ο λεπτό του αγώνα με το Μέξικο, μια εντυπωσιακή κούρσα που έκανε στο 90ο λεπτό του αγώνα και η πάσα προς τον Πεϊρό, που είχε σαν αποτέλεσμα το νικητήριο γκολ του αγώνα. Ο Χέντο πήρε τη μπάλα από τον χώρο της άμυνας, ξεχύθηκε μπροστά, πέρασε από τέσσερις αντιπάλους που επιχείρησαν να τον κόψουν και σέντραρε τέλεια για να σκοράρει ο συμπαίκτης του!  Ήταν μια φανταστική κίνηση, ένας συνδυασμός των ιδιοτήτων του, για όσους δεν τον γνώριζαν ακόμα: ταχύτητα, τεχνική, έκρηξη, νοημοσύνη και διορατικότητα στο παιχνίδι! Το 1966, αγωνίστηκε σ’ άλλο ένα Παγκόσμιο Κύπελλο, αλλά και πάλι η Ισπανία απέτυχε και αποκλείστηκε στη Φάση των Ομίλων. Αυτά, ήταν τα μόνα δύο Παγκόσμια Κύπελλα που έπαιξε ο Χέντο στην καριέρα του.

Το 1964, ήταν μεν στην προετοιμασία της ισπανικής ομάδας που έπαιξε και κατέκτησε το Κύπελλο Εθνών Ευρώπης του 1964, τον πρώτο σημαντικό τίτλο της «Φούρια Ρόχα», αλλά δεν ήταν στην τελική επιλογή του προπονητή Χοσέ Βιγιαλόνγκα (José “Pepe” Villalonga Llorente), ο οποίος προτίμησε τον Κάρλος Λαπέτρα (Carlos Lapetra Coarasa). Στη Ρεάλ, ο Χέντο είδε αρκετά απ’ τ’ αστέρια της να φεύγουν ή να αποσύρονται, αυτός όμως έμεινε στο σύλλογο, συνεχίζοντας να κατακτά τίτλους του ισπανικού πρωταθλήματος. Αλλά αυτό που πραγματικά πανηγύρισε ήταν το 6ο του Κύπελλο Πρωταθλητριών, που κατέκτησε τη σεζόν 1965/66. Ο «Πάκο» Χέντο ήταν ο μοναδικός της πεντάκις Πρωταθλήτριας ομάδας της δεκαετίας του 1950 που συνέχισε εκεί και έγινε η φωνή της εμπειρίας σε μια ομάδα γεμάτη νεαρούς ταλαντούχους Ισπανούς όπως ο Χοσέ Αρακουιστάιν (José Araquistáin Arrieta), ο Πίρι (José Martínez Sánchez, ‘Pirri’), ο Πατσίν, ο Μανουέλ Σαντσίς (Manuel Sanchís Martínez) και ο Αμάνθιο Αμάρο (Amancio Amaro Varela)! Λόγω της «τρέλας» με τους Beatles εκείνη την εποχή, αυτή η ομάδα έγινε γνωστή ως «Ρεάλ Μαδρίτης γιε-γιε» (Madrid de los Yé-yé/Madrid Yé-yé), μια νύξη στο τραγούδι «She Loves You», μετά που η αθλητική εφημερίδα «Marca» δημοσίευσε μια φωτογραφία με τέσσερα μέλη της ομάδας με περούκες παρόμοιες του διάσημου βρετανικού συγκροτήματος!

Real Madrid vs FK Partizan, Heysel Stadium, Brussels. Standing, from left to right: José Araquistáin, Pachín, Pedro de Felipe, Manuel Sanchís, Pirri, Ignacio Zoco. Kneeling, from left to right: Fernando Serena, Amancio Amaro, Ramón Grosso, Manuel Velázquez, Francisco Gento.

Η «ομάδα γιε–γιε» απέκλεισε την ολλανδική  Φέγενορντ στον Προκριματικό γύρο (1-2 εκτός & 5-0 εντός), τη σκωτσέζικη Κιλμάρνοκ στον Πρώτο γύρο (στους 16, 2-2 εκτός & 5-1 εντός), την Άντερλεχτ στα προημιτελικά (0-1 εκτός & 4-2 εντός) με 2 γκολ του Χέντο στον αποφασιστικό επαναληπτικό και την τότε δύο φορές ευρωπαϊκή Πρωταθλήτρια και παγκόσμια Τροπαιούχο, Ίντερ του Μιλάνου στους ημιτελικούς, με νίκη 1-0 εντός και ισοπαλία 1-1, στον επαναληπτικό. Στον τελικό, στις Βρυξέλλες, η Ρεάλ Μαδρίτης νίκησε την Παρτιζάν Βελιγραδίου με 2-1 και κατέκτησε το 6ο Κύπελλο Πρωταθλητριών, το 6ο του Χέντο, που σήκωσε το τρόπαιο ως ο μεγάλος αρχηγός! Έγινε έτσι ο Πολυνίκης Ποδοσφαιριστής του τουρνουά στην ιστορία,  κατέχοντας έκτοτε ένα ρεκόρ που πολύ δύσκολα θα καταρριφθεί στο μέλλον. Έχει συμμετάσχει σε 8 τελικούς Κυπέλλου Πρωταθλητριών Ομάδων Ευρώπης και ευτύχησε να κατακτήσει τους 6 από αυτούς! Το ρεκόρ των 8 συμμετοχών (6 νίκες-2 ήττες), το μοιράζεται με τον Πάολο Μαλντίνι (Paolo Cesare Maldini) της Μίλαν, ο οποίος όμως υστερεί κατά μία στις κατακτήσεις (5-3). Ο Αλφρέδο Ντι Στέφανο με 7 συμμετοχές και παλμαρέ 5-2 είναι 3ος. Έχει αγωνιστεί στη διοργάνωση για 15 συνεχόμενες φορές, όταν συμμετείχαν ΜΟΝΟ οι πρωταθλητές!

Για τον ίδιο τον Χέντο, αυτό το 6ο Κύπελλο ήταν το πιο σημαντικό, το πιο όμορφο κεφάλαιο της καριέρας του, επειδή ήταν ο αρχηγός και ηγέτης μιας ανανεωμένης ομάδας και εντελώς διαφορετικής από την κυρίαρχη ομάδα της δεκαετία του 1950. Απόδειξη αυτού είναι ότι η Ρεάλ Μαδρίτης χρειάστηκε 32 χρόνια για να κατακτήσει πάλι ένα -πλέον- Τσάμπιονς Λιγκ! Μετά το ευρωπαϊκό τρόπαιο, ο Χέντο απέτυχε να γίνει για δεύτερη φορά παγκόσμιος πρωταθλητής, αφού η Ρεάλ ηττήθηκε 0-2 εκτός & εντός από την Πενιαρόλ στον διπλό τελικό του 1966. Κατέκτησε όμως άλλα 3 ισπανικά πρωταθλήματα και ένα Κύπελλο Ισπανίας, όλα κερδισμένα μεταξύ 1967 και 1970. Το 1969, ο πλέι-μέικερ έκανε τη τελευταία του εμφάνιση με τη φανέλα της Ισπανίας, στις 15 Οκτωβρίου του 1969, στο Κάντιθ, για τα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1970, εναντίον της Φινλανδίας, το οποίο έληξε 6-0 για τους Ισπανούς, αλλά η «Φούρια Ρόχα» δεν κέρδισε θέση στο Μουντιάλ του Μέξικο.  Έπαιξε 43 παιχνίδια για την εθνική ομάδα της Ισπανίας, με απολογισμό 23 νίκες, 8 ισοπαλίες και 12 ήττες, έχοντας σκοράρει 5 γκολ.

Παρέμεινε επαγγελματίας παίκτης μέχρι τη σεζόν 1970/71, κάνοντας μια 9η εμφάνιση σε ευρωπαϊκό τελικό, στις 21 Μαρτίου του 1971, όταν αγωνίστηκε στο «Στάδιο Γεώργιος Καραϊσκάκης» στον τελικό του Κυπέλλου Κυπελλούχων εκείνης της περιόδου, στην ήττα της Ρεάλ με 1-2 από την Τσέλσι, που ήταν και το τελευταίο του παιχνίδι με την «Βασίλισσα»! Αποχώρησε οριστικά από την ενεργό δράση ως ένας από τους πλέον βραβευμένους αθλητές Όλων των Εποχών αφού, παράλληλα με τους 6 «μεγάλους» ευρωπαϊκούς τίτλους, κατέκτησε 12 πρωταθλήματα (ισπανικό ρεκόρ!) και 2 Κύπελλα Ισπανίας καθώς και 1 Διηπειρωτικό!  Έπαιξε 761 παιχνίδια και σκόραρε 263 γκολ για τη Ρεάλ Μαδρίτης, εκ των οποίων τα 602 επίσημα, με 182 γκολ (τα 128 γκολ σε 438 παιχνίδια για το ισπανικό πρωτάθλημα, ενώ στις ευρωπαϊκές διασυλλογικές διοργανώσεις, σημείωσε 30 γκολ σε 89 αγώνες). Είναι μέχρι σήμερα ο παίκτης που έχει τους περισσότερους τίτλους στην ιστορία της Ρεάλ Μαδρίτης!

Θεωρείται ο 30ος Καλύτερος Παίκτης του 20ου Αιώνα, σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ιστορίας και Στατιστικής του Ποδοσφαίρου (IFFHS) και είναι επίσης ο μόνος γεννημένος Ισπανός που περιλαμβάνεται σε αυτόν τον κατάλογο των 50 παικτών! Του έγιναν αρκετά αφιερώματα, συμπεριλαμβανομένων τριών(!) αποχαιρετιστήριων αγώνων σε διαφορετικές χρονικές στιγμές, πήρε ένα σύντομο ρίσκο ως προπονητής, στον πάγκο της Καστίγια (της δεύτερης ομάδας της Ρεάλ), της Καστεγιόν, της Παλέντσια, και της Γρανάδα και αργότερα η Ρεάλ Μαδρίτης τον έχρισε πρεσβευτή της στην Ευρώπη!

Ο Φρανσίσκο Χέντο έχει εξέχουσα θέση, με τίτλους και σεβασμό σε μια εποχή γεμάτη ικανότατους και πληθωρικούς παίκτες. Με την ταχύτητα και την αφοσίωσή του στη Ρεάλ Μαδρίτης, έγινε είδωλο των απαιτητικών οπαδών της και αναπόσπαστο κομμάτι των «Μερένγκες» για 18 χρόνια! Όταν δεν αγωνιζόταν, η Ρεάλ «φαινόταν» ότι ήταν «κουτσή»! Σαν να έλειπε κάποιος εκεί αριστερά για να τρέξει, να ντριμπλάρει, να διεμβολίσει ή να δώσει τη τελική πάσα, ενέργειες που ξεσήκωναν τον κόσμο! Έβγαινε πάντα πρώτος, πριν από όλους στο γήπεδο την ημέρα του αγώνα, φορώντας παπούτσια βαρύτερα του κανονικού και έκανε κούρσες για να «συνηθίσει» στο χορτάρι! Δεν ήταν μόνο επιθετικός, αλλά βοηθούσε και την άμυνα, σκόραρε, έπαιρνε μπάλες και έκανε ασταμάτητες αντεπιθέσεις! Με αυτές και πολλές άλλες ιδιότητες, ο Φρανσίσκο «Πάκο» Χέντο έγραψε με χρυσά γράμματα τ’ όνομά του στην ιστορία του ποδοσφαίρου!

Προσωπικές Διακρίσεις

  • Στους 50 Καλύτερους Παίκτες του 20ου αιώνα από το περιοδικό «Planète Foot»: 1996
  • Ο 30ος Μεγαλύτερος Παίκτης του 20ου αιώνα από το περιοδικό «Placar»: 1999
  • Ο 30ος Καλύτερος Παίκτης στον Κόσμο… (και)
    • Ο 27ος Καλύτερος Ευρωπαίος Παίκτης … (και)
    • Ο 4ος Καλύτερος Ισπανός Παίκτης του 20ου αιώνα από την IFFHS: 1999
  • Στους 100 Καλύτερους Παίκτες του 20ου αιώνα από το περιοδικό «World Soccer»: 1999
  • Στους 1000 Μεγαλύτερους Αθλητές του 20ου αιώνα από τους «Sunday Times»
  • Χρυσό Παπούτσι ως ένας Θρύλος του Ποδοσφαίρου: 2004

Βλογημένος

Σχολιασμός

Κοινοποιήστε το: