Αρχική Γιάρι Λίτμανεν: Ο Φινλανδός αρτίστας | Βλογημένος

Γιάρι Λίτμανεν: Ο Φινλανδός αρτίστας | Βλογημένος

Διαθέτοντας έναν εκρηκτικό συνδυασμό τεχνικής, ταχύτητας, αποτελεσματικότητας οξυδέρκειας και αντίληψης, στοιχεία που σπάνια συναντάς ΟΛΑ ΜΑΖΙ σε ποδοσφαιριστή, αυτός που τα έχει μπορεί να αλλάξει το ρου του παιχνιδιού, ακόμη και την ιστορία μιας ομάδας Στην προκειμένη περίπτωση όμως, το εύθραυστο κορμί του δεν του επέτρεψε να φτάσει όσο ψηλά άξιζε, ούτε να εκπληρώσει τις προσδοκίες που τα ποδοσφαιρικά του χαρίσματα κάποτε υποσχέθηκαν. Ωστόσο, ο γεννημένος στις 20 Φεβρουαρίου του 1971, στο Λάχτι της Φιλανδίας μεσοεπιθετικός ή και δεύτερος επιθετικός Γιάρι Λίτμανεν (Jari Olavi Litmanen), το διάστημα που ήταν υγιής μας χάρισε μερικές από τις πιο μαγικές ποδοσφαιρικές εικόνες και ορισμένα από τα ωραιότερα γκολ που έχουν επιτευχθεί στην ιστορία του παιχνιδιού! Κατά τη διάρκεια της συλλογικής του καριέρας, έπαιξε για τη REIPAS, τη HJK, τη Μιλικόσκι και τη Λάχτι στην πατρίδα του, αλλά και τον Άγιαξ, τη Μπαρτσελόνα, τη Λίβερπουλ, τη Χάνσα του Ρόστοκ και τη Μάλμε στο εξωτερικό. Θεωρείται ένας από τους Καλύτερους Μεσοεπιθετικούς στον κόσμο, ενώ έγινε ο πρώτος Φινλανδός σούπερ σταρ του ποδοσφαίρου, παίζοντας για τον Άγιαξ στα μέσα της δεκαετίας του 1990, κατακτώντας το Champions League του 1995, τη χρονιά αιχμής της καριέρας του. Αργότερα, αυτή σημαδεύτηκε από τραυματισμούς και δεν ήταν σε θέση να επαναλάβει την επιτυχία του, είτε στη Μπαρτσελόνα ή τη Λίβερπουλ, συχνά μένοντας στον πάγκο, παρά τις κάποιες εντυπωσιακές επιδόσεις του για την τελευταία.

Ήταν ο αρχηγός της εθνικής ομάδας της Φινλανδίας μεταξύ του 1996 και του 2008, σε μια διεθνή καριέρα που διήρκεσε 21 χρόνια, από το 1989 έως το 2010. Θεωρείται ευρέως ότι είναι ο Μεγαλύτερος Φινλανδός Ποδοσφαιριστής Όλων των Εποχών και επιλέχθηκε ως ο Χρυσός Παίκτης τους για τα τελευταία 50 χρόνια, από την Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της χώρας, επ’ ευκαιρία του εορτασμού του Ιωβιλαίου της UEFA, τον Νοέμβριο του 2003. Επίσης, τερμάτισε στη 42η θέση των 100 Μεγαλύτερων Φινλανδών, το 2004. Η Ένωση Ποδοσφαιρικών Στατιστικολόγων (AFS), τον αναφέρει ως τον 53ο Καλύτερο Ποδοσφαιριστή στην Ιστορία του Παιχνιδιού. Στη Φινλανδία, ο ίδιος συχνά αποκαλείται “Litti” (συνειρμός με το επώνυμό του), που χρονολογείται από τα πρώτα χρόνια του και είναι επίσης γνωστός ως «Kuningas» (Ο Βασιλιάς). Γράφοντας γι’ αυτόν το 2009, ο Πολ Σίμπσον, πρώην διευθυντής του περιοδικού ‘’FourFourTwo’’, ισχυρίστηκε ότι «… η καριέρα του δεν ήταν αντάξια του ταλέντου του».

Οικογενειακή υπόθεση

Είναι, ίσως, ο πιο τυχερός από τους συναδέλφους του κι αυτό γιατί ο πατέρας του, ποδοσφαιριστής και μάλιστα διεθνής με την Εθνική Φινλανδίας και η μητέρα του, τότε αρχηγός της γυναικείας ποδοσφαιρικής ομάδας Λάχτι, τον έσπρωξαν από την ηλικία των 6 ετών να ασχοληθεί με το ποδόσφαιρο, στέλνοντάς τον στην ομάδα της γενέτειράς του, την Ρέιπας Λάχτι, να προπονείται. Από το 1977 μέχρι το 1987 αγωνιζόταν με τις ομάδες νέων της Λάχτι και σε ηλικία 16 ετών προβιβάζεται στην ανδρική ομάδα στην οποία και παρέμεινε μέχρι το 1990. Με τους «Μαύρους Κηφήνες» αγωνίστηκε σε 86 παιχνίδια πετυχαίνοντας 28 γκολ και χτίζοντας σιγά-σιγά τη φήμη του στο φινλανδικό ποδόσφαιρο, ενώ το 1989 σε ηλικία 18 ετών έκανε και το ντεμπούτο του με την Εθνική ομάδα της χώρας του.

Το όνομα του «Λίττι» είχε γίνει πλέον γνωστό σε όλη τη Φινλανδία και η Ελσίνκι αποφασίζει να επενδύσει το 1991 στον 19χρονο μεσοεπιθετικό, δίνοντάς του φανέλα βασικού από την πρώτη στιγμή που πάτησε το πόδι του στην ομάδα της πρωτεύουσας. Ο Γιάρι ανταποδίδει την εμπιστοσύνη σκοράροντας 16 γκολ σε 27 παιχνίδια, χωρίς ωστόσο να κατακτήσει κάποιον τίτλο με την Ελσίνκι, κάτι που κατάφερε ένα χρόνο αργότερα, το 1992, με τη φανέλα της Μίλικοσκι. Τη φανέλα της «MyPa», με την οποία κατέκτησε το κύπελλο Φινλανδίας σκοράροντας στον τελικό εναντίον της Γιάρο, φόρεσε μόλις 18 φορές πετυχαίνοντας 7 τέρματα, αφού, πριν καλά-καλά συμπληρώσει 6 μήνες στην ομάδα, ήρθε η πρόταση από τον Άγιαξ με αποτέλεσμα να μετακομίσει στην Ολλανδία το καλοκαίρι του 1992.

Η απογείωση

Οι καταπληκτικές του κινήσεις χωρίς την μπάλα που τον έβγαζαν συχνά πυκνά ως κρυφό σέντερ φορ, η ψυχραιμία μπροστά από το αντίπαλο τέρμα και η απίστευτη ικανότητα του να διαβάζει το παιχνίδι και να πασάρει ή να σκοράρει με μία μόνο επαφή είχαν αναγκάσει Άγιαξ, Μπαρτσελόνα, Αϊντχόφεν, Λιντς και Ντιναμό Βουκουρεστίου να δώσουν μάχη για το ποιος θα αποσπάσει την υπογραφή του, με τον «Αίαντα» να βγαίνει τελικά κερδισμένος. Την πρώτη σεζόν στην ομάδα του Άμστερνταμ βρισκόταν κάπου μεταξύ πάγκου και κερκίδας, με τον Φαν Χάαλ να προτιμά τον σαφώς πιο έτοιμο Ντένις Μπέργκαμπ και τον ίδιο να αγωνίζεται με τις ρεζέρβες χωρίς ωστόσο να αποδεικνύει τον λόγο για τον οποίο είχε γίνει τόσος ντόρος γύρω απ΄ το όνομα του. Ένας τραυματισμός όμως του Ολλανδού επιθετικού και η μετακίνησή του λίγο αργότερα στην Ίντερ ανάγκασαν τον τεχνικό του Άγιαξ να δώσει φανέλα βασικού στον Λιτμάνεν. Η πρώτη του χρονιά ως βασικός (1993/94) μαγική. Σε 39 εμφανίσεις σε όλες τις διοργανώσεις βρίσκει δίχτυα 36 φορές οδηγώντας τον «Αίαντα» στην κατάκτηση του Πρωταθλήματος Ολλανδίας, ενώ παράλληλα, τα 26 γκολ στο πρωτάθλημα τον κατατάσσουν κορυφαίο σκόρερ και κορυφαίο παίκτη της χρονιάς στην Eredivisie.

Η συνέχεια ανάλογη. Την αμέσως επόμενη σεζόν ο Άγιαξ κατακτά το Τσάμπιονς Λιγκ και ο ίδιος σκοράρει 6 γκολ στη διοργάνωση, όντας ο κύριος λόγος που η ομάδα κατέκτησε τον τίτλο, ενώ τη σεζόν 1995/96 οδηγεί και πάλι τον «Αίαντα» στον τελικό εναντίον της Γιουβέντους, όπου σκοράρει φέρνοντας το παιχνίδι στα ίσα (1-1), με την Ολλανδική ομάδα, όμως, να γνωρίζει την ήττα στα πέναλτι με 4-2. Παρόλα αυτά, ο Γιάρι με 9 γκολ (τα δύο από αυτά τα πέτυχε κόντρα στον Παναθηναϊκό στο ΟΑΚΑ στον ημιτελικό) ανακηρύσσεται πρώτος σκόρερ της διοργάνωσης. Σε έναν Άγιαξ που ξεχείλιζε από ταλέντο, με παίκτες όπως ο Ράικαρντ, ο Φαν Ντερ Σαρ, ο Ζέεντορφ, ο Ντάβιντς, οι Ρόναλντ και Φρανκ Ντε Μπουρ, ο Κανού, ο Όφερμας, ο Κλάιφερτ κ.α., αυτός ήταν το μυαλό και ο αρχηγός στο γήπεδο, κάνοντας τους φιλάθλους της ομάδας να ξεχάσουν την απώλεια του Μπέργκαμπ. Η αγάπη του για το ποδόσφαιρο δεν περιοριζόταν στις τέσσερις γραμμές του γηπέδου αφού συνέχεια ενημερωνόταν και διάβαζε για το άθλημα, αποκτώντας τεράστιες γνώσεις πάνω στο αντικείμενο, ενώ συμβούλευε τους συμπαίκτες του συνεχώς αποτελώντας για πολλούς πρότυπο, γεγονός που έκανε τους ανθρώπους που τον ζούσαν καθημερινά να του δώσουν το παρατσούκλι «Καθηγητής».

Με τη φανέλα του Άγιαξ αγωνίστηκε μέχρι το 1999, στέλνοντας 165 φορές την μπάλα στο τέρμα σε 226 εμφανίσεις. Κατέκτησε ένα Τσάμπιονς Λιγκ (1995), ένα Διηπειρωτικό Κύπελλο (1995), ένα Ευρωπαϊκό Σούπερ Καπ (1995), 4 Πρωταθλήματα Ολλανδίας (1993-94, 1994-95, 1995-96, 1997-98), 3 Κύπελλα Ολλανδίας (1992-93, 1997-98, 1998-99), 3 Johan Cruijff Shield (Ολλανδικό Σούπερ Κάπ, 1993, 1994, 1995), ανακηρύχθηκε πρώτος σκόρερ στο Τσάμπιονς Λιγκ με 9 γκολ (1996), πρώτος σκόρερ στο Πρωτάθλημα με 26 γκολ (1994) καθώς και καλύτερος ποδοσφαιριστής της χρονιάς στην Eredivisie (1994).

Σώμα από γυαλί

Το 1999, σε ηλικία 28 ετών, Φινλανδός έχοντας ήδη τις πλούσιες παραστάσεις και την κατάλληλη ποδοσφαιρική ηλικία φεύγει από το Άμστερνταμ και μετακομίζει στη Βαρκελώνη για λογαριασμό της Μπαρτσελόνα με την ελπίδα να απογειώσει την καριέρα του. Μολονότι κάνει μια γεμάτη πρώτη χρονιά με τη φανέλα των Καταλανών, οι προσδοκίες του συνθλίβονται την αμέσως επόμενη αφού το σώμα του αρνείται να ακολουθήσει το πνεύμα και ο Γιάρι εμφανίζεται πιο συχνά στα νοσοκομεία παρά στο χορτάρι. Η καριέρα του στο μέγιστο επίπεδο έχει πάρει την κατιούσα, ο ίδιος, όμως, αρνείται πεισματικά να δεχθεί ότι τέλειωσε ποδοσφαιρικά και έχοντας 32 εμφανίσεις και 4 γκολ με τους «Μπλαουγκράνα» αποχωρεί τον Ιανουάριο του 2001 ως ελεύθερος για την Λίβερπουλ. Στο λιμάνι έμεινε 1,5 χρόνο φορώντας την φανέλα των «κόκκινων» σε 43 επίσημα παιχνίδια στέλνοντας 9 φορές την μπάλα στα δίχτυα κι αν και κατέκτησε το 2001 το Worthington Cup, το Κύπελλο Αγγλίας και το κύπελλο UEFA, σε κανέναν από τους τελικούς δεν συνείσφερε αφού ήταν τραυματίας.

Η επιστροφή του το 2002 στον Άγιαξ έφερε χαμόγελα στις τάξεις των φιλάθλων και η υποδοχή του όμοια με αυτή ενός ήρωα. Οι τραυματισμοί δεν τον άφησαν ήσυχο ούτε και τη διετία που έμεινε στον «Αίαντα», όμως, δεν το έβαζε κάτω και όποτε ήταν σε θέση να αγωνιστεί, έκανε τα πάντα για να βοηθήσει τον Άγιαξ, με τους οπαδούς να τον χαρακτηρίζουν ως τον «λεοντόκαρδο με το γυάλινο σώμα». Η δεύτερη θητεία του στον Ολλανδικό σύλλογο συνοδεύτηκε με 31 εμφανίσεις και 7 γκολ, αποχωρώντας από την ομάδα τον Μάρτιο του 2004 για λογαριασμό της Λάχτι.

Η μέρα που ο Λίτμανεν επέστρεψε στην πατρίδα του ονομάστηκε «Kuningaspalata» (στα φινλανδικά «ο Βασιλιάς επέστρεψε») γιατί για τους συμπατριώτες του παρέμενε το καλύτερο ποδοσφαιρικό προϊόν που είχαν να επιδείξουν, αλλά και ο άνθρωπος που έβαλε τη Φινλανδία στον ποδοσφαιρικό χάρτη. Με τη Λάχτι πρόλαβε να αγωνιστεί 11 φορές και να πετύχει 3 γκολ αφού η γερμανική Χάνσα Ροστόκ που πάλευε για την σωτηρία της στη Μπουντεσλίγκα τον κάλεσε εσπευσμένα να την βοηθήσει. Το μόλις ένα γκολ σε 14 αγώνες δεν ήταν αρκετό για τη Χάνσα και η ομάδα υποβιβάστηκε με τον Γιάρι να φεύγει στο τέλος της σεζόν. Το 2005 ο 34χρονος «Λίττι» υπογράφει συμβόλαιο με τη Σουηδική Μάλμο στην οποία παραμένει τρία χρόνια (2005, 2006, 2007) πραγματοποιώντας μόλις 12 εμφανίσεις (3 γκολ) και τη σεζόν 2007-08 υπογράφει σε ηλικία 37ετών μετακομίζει ξανά στην Αγγλία για χάρη της Φούλαμ, ωστόσο, ένα καρδιακό πρόβλημα μερικά λεπτά πριν από το ντεμπούτο του ανάγκασαν τη διοίκηση της ομάδας να λύσει το συμβόλαιο με τον ποδοσφαιριστή.

Ύστερα από τόσους τραυματισμούς και το πρόβλημα στην καρδιά όλοι πίστευαν ότι είχε έρθει η ώρα να σταματήσει. Η αρρώστια του, ωστόσο, για το ποδόσφαιρο υπερίσχυσε της λογικής του και προς έκπληξη όλων το 2008 επιστρέφει για δεύτερη φορά στη Λάχτι με την οποία αγωνίζεται για τρεις σεζόν (2008, 2009, 2010), πετυχαίνοντας 11 γκολ σε 53 εμφανίσεις. Σα να μην έφταναν όλα αυτά, το 2011 σε ηλικία 40 ετών στέφθηκε Πρωταθλητής Φινλανδίας με την Ελσίνκι, στην οποία μεταγράφηκε τον Ιανουάριο της ίδιας χρονιάς, ενώ σκόραρε στον τελικό του Φιλανδικού Κυπέλλου χαρίζοντας το τρόπαιο στην ομάδα! Στις αρχές του 2012, ο 41χρονος αρτίστας σταμάτησε το ποδόσφαιρο, έχοντας 2 γκολ σε 22 εμφανίσεις με την Ελσίνκι. Σε συλλογικό επίπεδο στην καριέρα του αγωνίστηκε 734 φορές σκοράροντας 259 γκολ. Ανακηρύχθηκε 9 φορές καλύτερος Φινλανδός ποδοσφαιριστής (1990, 1992, 1993, 1994, 1995, 1996, 1997, 1998, 2000), από μία φορά καλύτερος ποδοσφαιριστής στο Φινλανδικό (1990) και Ολλανδικό (1993) Πρωτάθλημα, ο καλύτερος Φινλανδός αθλητής (1995), ενώ το 1995 θα καταταγεί τρίτος στο θεσμό της Χρυσής Μπάλας.

Ρέκορντμαν της Εθνικής

Με τα χρώματα της Εθνικής Φινλανδίας, της οποίας ήταν μέλος από το 1989 μέχρι το 2010, αγωνίστηκε 137 φορές σκοράροντας 32 γκολ (πρώτος σκόρερ όλων των εποχών), όντας αρχηγός της για 12 χρόνια (1996-2008) και ο άνθρωπος με τις περισσότερες εμφανίσεις, χωρίς ωστόσο να πετύχει κάτι αξιοσημείωτο αφού οι «Μπούφοι» ήταν και παραμένουν ομάδα χαμηλής δυναμικότητας.

TRIVIA

  • Έχει δύο γιους, τον Κάρο (γεν. 2007) και τον Μπρούνο (γεν. 2009).
  • Είναι πρώτος σκόρερ του Άγιαξ στις Ευρωπαϊκές διοργανώσεις με 26 γκολ.
  • Είναι ο μοναδικός ποδοσφαιριστής που έχει αγωνιστεί σε επαγγελματικό επίπεδο για τέσσερις δεκαετίες (δεκαετίες 1980, 1990, 2000, 2010).
  • Είναι ο μοναδικός ποδοσφαιριστής που έχει αγωνιστεί με τη φανέλα Εθνικής ομάδος για τέσσερις δεκαετίες (δεκαετίες 1980, 1990, 2000, 2010).
  • Ο Ιμπραήμοβιτς (υπήρξαν συμπαίκτες) και ο Ρούνεϊ έχουν παραδεχθεί δημοσίως ότι βελτίωσαν το παιχνίδι τους παρακολουθώντας τον Φιλανδό μεσοεπιθετικό.
  • Η Στατιστική Υπηρεσία Ποδοσφαίρου τον ανακήρυξε τον 53 καλύτερο ποδοσφαιριστή όλων των εποχών.
  • Έγινε ο πρώτος Φινλανδός που αγωνίστηκε με τη φανέλα του Άγιαξ και ο πρώτος Φινλανδός που κατέκτησε το Τσάμπιονς Λιγκ.
  • Το 2012 γυρίστηκε ντοκιμαντέρ, με τον τίτλο Βασιλιάς Λίτμανεν, για την ποδοσφαιρική του καριέρα με πρωταγωνιστή τον ίδιο αλλά και τα αδέλφια Ντε Μπούρ, τον Πουγιόλ, τον Φαν Ντερ Σαρ, τον Όφερμαρς, τον Τσάβι, τον Φαν Χάαλ και τον Χίπια.
  • Έπεσε θύμα ενός περίεργου τραυματισμού όταν ένα αναψυκτικό «έσκασε» στα χέρια του με αποτέλεσμα να χτυπήσει σοβαρά στο μάτι.
  • Οι φίλαθλοι του Άγιαξ, εκτός όλων των άλλων, τον φώναζαν και «Μέρλιν» λόγω των μαγικών που έκανε στο χορτάρι.
  • Είναι ένας από τους κορυφαίους ποδοσφαιριστές που δεν αγωνίστηκαν ποτέ σε Παγκόσμιο Κύπελλο.
  • Το 2010 στη γενέτειρά του, Λάχτι, χτίστηκε άγαλμα προς τιμήν του.

Προσωπικές Διακρίσεις

  • Παίκτης της Χρονιάς για την Φινλανδία από τους Δημοσιογράφους: 8 (1990, 1992, 1993, 1994, 1995, 1996, 1997, 1998)
  • Παίκτης της Χρονιάς για την Φινλανδία από την Ομοσπονδία: 9 (1990, 1992, 1993, 1994, 1995, 1996, 1997, 1998, 2000)
  • Παίκτης της Χρονιάς για την Φινλανδία από την Επαγγελματική Λίγκα: 1990
  • Παίκτης της Χρονιάς για την Ολλανδία: 1993
  • Πρώτος Σκόρερ Ολλανδικού Πρωταθλήματος: 1993/94 (26 γκολ)
  • Χρυσή Μπάλα: 8ος το 1994, 3ος το 1995
  • Αθλητική Προσωπικότητα για την Φινλανδία: 1995
  • Μέλος Ιδανικής Ενδεκάδας της Χρονιάς από τους Επαγγελματίες Δημοσιογράφους: 2 (1994/95, 1995/96)
  • Πρώτος Σκόρερ UEFA Champions League: 1995/96 (9 γκολ)
  • Καλύτερος Φινλανδός Ποδοσφαιριστής των Τελευταίων 50 Ετών για το Ιωβιλαίο της UEFA: 2003
  • Ρέκορντμαν Συμμετοχών στην Εθνική Φινλανδίας: 137 συμμετοχές
  • Πρώτος Σκόρερ Εθνικής Ομάδας Όλων των Εποχών: 32 γκολ
  • Πρώτος Σκόρερ Όλων των Εποχών για τον Άγιαξ στις Ευρωπαϊκές Διοργανώσεις: 26 γκολ

Βλογημένος

Σχολιασμός

Κοινοποιήστε το: