Αρχική Γιατί η Εθνική Μπάσκετ δεν θα ξαναπάρει Μετάλλιο ΠΟΤΕ ΚΑΙ ΠΟΥΘΕΝΑ

Γιατί η Εθνική Μπάσκετ δεν θα ξαναπάρει Μετάλλιο ΠΟΤΕ ΚΑΙ ΠΟΥΘΕΝΑ

H Εθνική ομάδα μπάσκετ η αποκαλούμενη ”επίσημη αγαπημένη” εδώ και καιρό δεν αναγνωρίζεται. Δεν είναι αυτή που θέλει ο κόσμος. Αυτή  που περιμένει. Αυτή που τον συνήθισε στις επιτυχίες του παρελθόντος. Πάει καιρός από την τελευταία μεγάλη επιτυχία. Η ομάδα κάθε φορά πηγαίνει με προσδοκίες και αξιώσεις στις διοργανώσεις αλλά κάθε φορά το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Δεν ικανοποιεί, Δεν πραγματώνει τους στόχους.

Αφήνει πάντα με πικρή γεύση τους οπαδούς της. Με εξάιρεση το ’87 (1η θέση στο Ευρωμπάσκετ), το ’90 (6η θέση στο Μουντομπάσκετ), το ’94 (4η θέση στο Μουντομπάσκετ), το ’96 (5η θέση στους Ολυμπιακούς Αγώνες), το ’05 (1η θέση στο Ευρωμπάσκετ), το ’06 (2η θέση στο Μουντομπάσκετ) και το ’09 (3η θέση στο Ευρωμπάσκετ). Πάνε δηλαδή 10 χρόνια από την τελευταία επιτυχία. Κι η ανθρώπινη φύση έχει ανάγκη να δικαιολογήσει την αποτυχία.

Να το πω λαϊκά. Να ρίξει σε κάποιον το φταίξιμο. Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων στον προπονητή ή σε κάποια μεγάλα ονόματα που δεν έκαναν ότι περίμενε ο κόσμος από αυτούς. Ωστόσο, πίσω από όλες αυτές τις αποτυχίες υπάρχει κάτι κοινό. Κάτι που το συναντάμε όλοι καθημερινά. Ενα κοινωνικό φαινόμενο. Η έλλειψη εμπιστοσύνης στις δυνατότητές μας. Η έλλειψη αυτοπεποίθησης. Το βλέπουμε φέτος με τον Σκουρτόπουλο.

Στο μπάσκετ οι ομάδες κατεβαίνουν να παίξουν με 12 παίχτες. O Σκουρτόπουλος έχει καταλήξει να παίζει με 6,5 παίχτες στο ματς τελικό με τη Νέα Ζηλανδία. Οταν στα επίσημα παιχνίδια εμπιστεύεσαι το πολύ 7 παίχτες σημαίνει ότι δεν πιστεύεις στις επιλογές σου. Οταν απορρίπτεις τις επιλογές δεν πιστεύεις στη δουλειά σου. Κι όταν δεν πιστέυεις στη δουλειά σου είναι γιατί δεν πιστεύεις στον εαυτό σου.

Αλλά η έλλειψη αυτοπεποίθησης είναι ένα διαχρονικό φαινόμενο. Για τον Κώστα Πολίτη ο Καρατζάς, ο Δημακόπουλος, ο Σταυρόπουλος, ο Λινάρδος κι ο Φιλίππου ήταν διακοσμητικοί στον πάγκο. Για τον Ευθύμη Κιουμουρτζόγλου ο Δημήτρης Παπαδόπουλος, ο Ανδρίτσος, ο Καμπούρης, ο Γάσπαρης κι ο Αγγελίδης δεν υπήρχαν μολονότι ήταν επιλογές του για τη 12αδα.

Για τον Μάκη Δενδρινό ο Μυλωνάς, ο Τσέκος, ο Παπαπέτρου, ο Κακιούσης, ο Αγγελίδης κι ο Μπακατσιάς δεν συμπλήρωναν 5λεπτο στο παρκέ. Ο Γιαννάκης δεν υπολόγιζε καθόλου τον Καράγκουτη, τον Καλαϊτζή, τον Μπαλογιάννη, τον Μυριούνη, τον Γιαννούλη και τον Τσακαλίδη.

Και τέλος ο Μίσσας έπαιζε τα ματς ξεχνώντας στον πάγκο τον Αγραβάνη, τον Θανάση Αντετοκούμπο, τον Μπόγρη και αρκετά συχνά και τον Παπαγιάννη.

Ας πάμε τώρα στους παίχτες. Το ελληνικό μπάσκετ δεν έχει σχολή. Αυτό σημαίνει ότι οι παίχτες από μικρή ηλικία δεν μαθαίνουν να παίζουν με ένα συγκεκριμένο τρόπο αλλά όπως γουστάρει ο κάθε προπονητής. Επίσης, σε διοργανώσεις όπως το Μουντομπάσκετ ξεκάθαρα βλέπει κανείς πως ο μέσος Ελληνας παίχτης υστερεί στα βασικά του μπάσκετ.

Οι περισσότεροι Ελληνες παίχτες δεν είναι ολοκληρωμένοι. Που σημαίνει δε ξέρουν να κατεβάζουν όλοι τη μπάλα, να σουτάρουν άφοβα και με επιτυχία από μέση και μακρινή απόσταση, να βάζουν τις βολές, να παίρνουν ριμπάουντ, να αλληλοκαλύπτουν στην άμυνα και να δίνουν ασίστ. Οι μοναδικοί ολοκληρωμένοι  παίχτες στο ρόστερ αυτής της Εθνικής είναι ο Παπαπέτρου και  ο Σλούκας. Για τον κόουτς όμως και οι δύο πρέπει να ξεκινούν από τον πάγκο.

Κάτι τέτοιες λεπτομέρειες ωστόσο κάνουν τη διαφορά όταν έχεις απέναντι ομάδες με σχολή μπάσκετ που το ρόστερ τους είναι γεμάτο από παίχτες που κατέχουν τα βασικά του αθλήματος, όπως η Σερβία, η Ισπανία, η Σλοβενία, η Λιθουανία, η Αυστραλία και οι Η.Π.Α.

Γι αυτό και είναι απίθανο η Εθνική να χει ελπίδες για διάκριση μέχρι να βρεθεί ο επόμενος ”γκάνγκστερ” που θα σκοράρει 40 και 45  πόντους απέναντι σε οποιονδήποτε αντίπαλο.

 

Terapia de Grupo

Σχολιασμός

Κοινοποιήστε το: