Αρχική Γιώργος Σιδέρης: Ο Φόντακας | Βλογημένος

Γιώργος Σιδέρης: Ο Φόντακας | Βλογημένος

Ο Έλληνας κεντρικός επιθετικός Γιώργος Σιδέρης, γεννήθηκε στις 5 Απριλίου του 1938, στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη. Γνωστός και με το παρατσούκλι «Φόντακας», υπήρξε ένας από τους Κορυφαίους Επιθετικούς στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου. Έχοντας ξεκινήσει από τον Ατρόμητο Πειραιώς, το 1959 μεταγράφηκε στον Ολυμπιακό, για να εξελιχθεί σε Κορυφαίο Σκόρερ Όλων των Εποχών για τους «ερυθρόλευκους» και 4ος συνολικά στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου. Το 1969 κατετάγη 2ος Κορυφαίος Σκόρερ στην Ευρώπη και 17ος στο δημοψήφισμα για Καλύτερος Παίκτης της Ευρώπης, ενώ ήταν από τους πρώτους Έλληνες που αγωνίστηκαν στο εξωτερικό. Από το 1962, είχαν δείξει ενδιαφέρον για την απόκτησή του διάφοροι ευρωπαϊκοί σύλλογοι, με αυτό να γίνεται πραγματικότητα το 1970 με την Αντβέρπ στο Βέλγιο, για να ξαναγυρίσει στον Ολυμπιακό το 1972 κλείνοντας τη καριέρα εκείνη τη χρονιά. Υπήρξε διεθνής από το 1958 έως το 1970, επιτυγχάνοντας 14 τέρματα σε 28 συνολικά συμμετοχές, που τον καθιστούν 9ο στη σχετική λίστα με τους Σκόρερ Όλων των Εποχών της Ελλάδας. Σύμφωνα με ψηφοφορία μεταξύ των Ελλήνων φιλάθλων, που διοργάνωσε το 2010 ο τηλεοπτικός σταθμός «ΣΚΑΪ», συγκαταλέγεται στην καλύτερη 11κάδα της δεκαετίας του 1960.

Η καταγωγή του είναι από την Κόρωνο της Νάξου. Έκανε τα πρώτα του ποδοσφαιρικά βήματα στον Ατρόμητο Πειραιά. Ήταν φανερό ότι επρόκειτο για εξαιρετικά ταλαντούχο ποδοσφαιριστή, που… βασάνιζε τους αντίπαλους αμυντικούς όταν είχε την μπάλα. Μάλιστα, τον Δεκέμβριο του 1958, ο τότε ομοσπονδιακός προπονητής Αντώνης Μηγιάκης, τον κάλεσε στην Εθνική (όντας ακόμα παίκτης στον Ατρόμητο Πειραιώς!) και του έδωσε τη φανέλα με το № 9, στην αναμέτρηση με τη Γαλλία, για την προκριματική φάση του πρώτου Κυπέλλου Εθνών Ευρώπης. Το ματς έληξε ισόπαλο 1-1. Είχε τραβήξει την προσοχή του Ολυμπιακού αλλά και του Παναθηναϊκού. Υπέγραψε, όμως, στον πρώτο, ο οποίος τον ενέταξε στο έμψυχο δυναμικό του το 1959, όταν ήταν 21 ετών. Συμπεριλήφθηκε αμέσως στην ενδεκάδα της ομάδας από τον προπονητή Μπρούνο Βάλε (Bruno Vale) και πραγματοποίησε το ντεμπούτο του με την ερυθρόλευκη φανέλα, στις 25 Οκτωβρίου. Συνδυάστηκε όμως με ήττα (0-1) στην αναμέτρηση με τον Παγκορινθιακό. Το πρώτο του γκολ για τον Ολυμπιακό, το σημείωσε στις 13 Δεκεμβρίου, με σουτ, στο 60ο λεπτό και με αυτό, η ομάδα του Πειραιά επικράτησε 1-0 εκτός έδρας του Πανιωνίου. Συνολικά, την πρώτη χρονιά, αγωνίστηκε σε 30 ματς και σκόραρε 8 φορές.

Ο νεαρός επιθετικός συνέχισε τα επόμενα χρόνια την ανοδική του πορεία. Ήταν ασταμάτητος στις κατά μέτωπον επιθέσεις. Ο Λεωνίδας Ανδριανόπουλος, μάλιστα, έγραψε για εκείνον: «Όταν έμπαινε ο Σιδέρης, έκλαιγαν μανούλες»! Το 1962, αγωνίστηκε με τη φανέλα της ιταλικής Λανερόσι της Βιτσέντζα, μετά από πρόσκληση της ιταλικής ομάδας, σε φιλικά παιχνίδια. Την ίδια χρονιά, ενδιαφέρον για την απόκτησή του, είχαν δείξει σπουδαίοι ευρωπαϊκοί σύλλογοι, όπως η Ίντερ, η Φιορεντίνα και η Ατλέτικο Μαδρίτης. Εντούτοις, ο Σιδέρης παρέμεινε στην Ελλάδα και στον Ολυμπιακό. Έγινε από τα αγαπημένα παιδιά της «ερυθρόλευκης» εξέδρας, ενώ το 1969, έφτασε σε μία από τις πιο σημαντικές διακρίσεις στην καριέρα του. Συγκεκριμένα, με τα 35 τέρματα που σημείωσε, κατετάγη δεύτερος σκόρερ στην Ευρώπη και πήρε το «Αργυρό Παπούτσι»! Την ίδια χρονιά είχε καταταγεί 17ος στο δημοψήφισμα για τον Καλύτερο Παίκτη της Ευρώπης! Πρώτος στη σχετική ψηφοφορία είχε έρθει ο Φραντζ Μπεκενμπάουερ (Frantz Beckenbauer).

Το 1970… ξενιτεύτηκε, όταν και αποδέχθηκε την πρόταση της βελγικής Αντβέρπ. Έγινε έτσι ένας από τους πρώτους Έλληνες ποδοσφαιριστές που έπαιξαν σε σύλλογο του εξωτερικού. Λέγεται, ότι ρόλο σε αυτό έπαιξε και το γεγονός ότι δεν ήταν αρεστός στη Χούντα, που δεν τον ήθελε στην Ελλάδα. Στο βελγικό πρωτάθλημα πέτυχε 7 τέρματα, αλλά το 1972 επέστρεψε στη χώρα και στον Ολυμπιακό, προκαλώντας ενθουσιασμό στους φιλάθλους. Στις 6 Φεβρουαρίου του 1972, είχε το τελευταίο το ραντεβού με τα δίχτυα. Σκόραρε δύο φορές στην αναμέτρηση με την Παναχαϊκή στο Στάδιο Καραϊσκάκη και οδήγησε τους Πειραιώτες στη νίκη με 3-2. Δύο εβδομάδες αργότερα, στις 20 Φεβρουαρίου του 1972, όπου σχεδόν 34ετής αντικαταστάθηκε στο 55′ από τον Γιώτη Παπαδημητρίου στο ντέρμπι με τον Παναθηναϊκό (0-0), ανακοίνωσε ότι σταματάει το ποδόσφαιρο. Αναδείχτηκε πρώτος σκόρερ του Πρωταθλήματος 3 φορές. Το 1965 με 29 γκολ, το 1967 με 22 και το 1969 με 35. Ωστόσο, πανηγύρισε τον τίτλο μόλις δύο φορές, το 1966 και το 1967.

Συνολικά με τη φανέλα του Ολυμπιακού (1959-1970, 1972) είχε 285 συμμετοχές και 224 τέρματα σε αγώνες της Α’ Εθνικής κατηγορίας, επίδοση που τον καθιστά Πρώτο Σκόρερ Όλων των Εποχών για τους «ερυθρόλευκους» και 4ο συνολικά στην ιστορία της εθνικής κατηγορίας, πίσω από τους Θωμά Μαύρο, Κριστόφ Βαζέχα και Μίμη Παπαϊωάννου. Επίσης, είναι χαρακτηριστικό ότι ποτέ του δεν αποβλήθηκε! Κατέχει δύο ακόμη εντυπωσιακά ρεκόρ. Έχει παίξει σε επτά τελικούς Κυπέλλου (1960 –είχε και επαναληπτικό-, 1961, 1963, 1965, 1968, 1969) στους οποίους -αγωνιστικά- παρέμεινε αήττητος! Ωστόσο, το 1969 –σε ένα ματς που μάλιστα σκόραρε- δεν πήρε τον τίτλο, τον οποίο πανηγύρισε ο Παναθηναϊκός με το… στρίψιμο της δεκάρας! Ο αγώνας είχε λήξει ισόπαλος 1-1. Παράλληλα, είναι ο πρώτος σκόρερ στο θεσμό του Κυπέλλου με 70 τέρματα να καταγράφονται στο ενεργητικό του!

Στην Εθνική είχε 28 συμμετοχές και 14 γκολ. Αγωνίστηκε για πρώτη φορά με τα εθνικά χρώματα, στις 3 Δεκεμβρίου του 1958, στον εντός έδρας αγώνα εναντίον της Γαλλίας (1-1), για τα προκριματικά του Κυπέλλου Εθνών του 1960. Το παρθενικό του διεθνές γκολ, σημειώθηκε στις 3 Ιουλίου του 1960, στη Δανία, από την οποία η ομάδα μας συνετρίβη με 2-7 σε φιλικό παιχνίδι. Η τελευταία εμφάνιση με την Εθνική έγινε στις 16 Νοεμβρίου του 1969 (1-1) με τη Ρουμανία για τα προκριματικά του Μουντιάλ. Ο Σιδέρης δεν ξανακλήθηκε στο αντιπροσωπευτικό μας συγκρότημα, προφανώς λόγω του καθεστώτος. Είναι 9ος στη σχετική λίστα με τους σκόρερ όλων των εποχών για την εθνική Ελλάδος.

Από τη στιγμή που έδωσε τέλος στην καριέρα του, δεν τον ξαναείδε κανένας σε γήπεδο! Το 1995, επέστρεψε στο χώρο του ποδοσφαίρου, ως μέλος του ΔΣ της ΠΑΕ Ολυμπιακός και υπεύθυνος του ποδοσφαιρικού τμήματος, αλλά δεν έμεινε για πολύ. Γενικά, έχει αποτραβηχθεί τελείως και δεν μιλάει ούτε στους δημοσιογράφους, όπως έκανε και ο Γιώργος Δεληκάρης. Η τελευταία διάκριση ήρθε το 2010, όταν συμπεριλήφθηκε από τους Έλληνες φιλάθλους στη «χρυσή» ενδεκάδα της δεκαετίας του 1960. Ανάμεσα στους θαυμαστές του συγκαταλέγεται και ο Φραγκίσκος Σούρπης! Ήταν ο προσωπικός του αντίπαλος, η σκιά του πάντα μέσα στον αγωνιστικό χώρο, για πάρα πολλά χρόνια στα ντέρμπι με τον Παναθηναϊκό, ο οποίος ποτέ δεν έκρυψε την εκτίμησή του για τον Σιδέρη, λέγοντας

«Ο Γιώργος Σιδέρης ήταν παίκτης άλλου επιπέδου, ευρωπαϊκής κλάσης και μπορώ να πω με βεβαιότητα ότι δεν βλέπω άλλον τέτοιον στην Ευρώπη σήμερα. Ήταν ένα τανκ! Ταχύτατος και χρειαζόταν μισή ευκαιρία για να βάλει γκολ. Ήταν εξαιρετικό παιδί και σπουδαίος φίλος. “Σκοτωθήκαμε” 15 χρόνια μέσα στα γήπεδα, παρόλα αυτά ποτέ δεν είχαμε το παραμικρό πρόβλημα. Ήταν ιδιαίτερη περίπτωση ποδοσφαιριστή από όλες τις απόψεις. “Καθαρό” παιχνίδι, σπουδαίος χαρακτήρας ποτέ δεν είχα πρόβλημα μαζί του».

 

Πάντως, και ο Σιδέρης είχε μιλήσει στο παρελθόν με κολακευτικά λόγια για τον αμυντικό του Παναθηναϊκού υπογραμμίζοντας ότι ήταν ο πιο δύσκολος αντίπαλος που είχε αντιμετωπίσει!

Βλογημένος

Σχολιασμός

Κοινοποιήστε το: