Αρχική Το Γερμανικό Άλογο | Βλογημένος

Το Γερμανικό Άλογο | Βλογημένος

Ένας από τους Καλύτερους Παίκτες στην ιστορία του γερμανικού ποδοσφαίρου, έγινε ο πρώτος παίκτης που ανακηρύχθηκε ο Καλύτερος Ποδοσφαιριστής στη Γερμανία 2 συνεχόμενες φορές. Ευρωπαίος και Παγκόσμιος πρωταθλητής καταλαμβάνει την 93η θέση ανάμεσα στους Καλύτερους Παίκτες στην Ευρώπη του 20ου Αιώνα, σύμφωνα με την Διεθνή Ομοσπονδία Ιστορίας και Στατιστικής του Ποδοσφαίρου (IFFHS). Ο γεννημένος στις 14 Σεπτεμβρίου του 1944 στο Μενχενγκλάντμπαχ, (Δυτικο)-Γερμανός κεντρικός μέσος, Γκίντερ Νέτσερ (Günter Theodor Netzer), υπήρξε βασικό μέλος της μεγάλης Μπορούσια του Μενχενγκλάντμπαχ, της πρώτης ομάδας που κατέκτησε 2 συνεχόμενους τίτλους της γερμανικής Μπουντεσλίγκα (1970 και 1971). Μετά και την κατάκτηση του γερμανικού Κυπέλλου του 1973, έφυγε για τη Ρεάλ Μαδρίτης, συμπαίκτης με τον Πάουλ Μπράιτνερ (Paul Breitner), κατακτώντας 2 φορές την ισπανική La Liga και ισάριθμες το Ισπανικό Κύπελλο. Μετά την τριετή περίοδο στη ισπανική πρωτεύουσα, εντάχθηκε στην ελβετική Γκρασχόπερ όπου τελείωσε την καριέρα του το 1977. Εκπροσώπησε τη Δυτική Γερμανία 37 φορές, διαδραματίζοντας ζωτικό ρόλο στη κατάκτηση του Euro του 1972, ενώ ήταν μέλος της ομάδας που κατέκτησε το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1974. Μετά το τέλος της ποδοσφαιρικής του σταδιοδρομίας, έγινε για 8 χρόνια ένας από τους πιο πετυχημένους αθλητικούς διευθυντές, πετυχαίνοντας αξιόλογα αποτελέσματα για το Αμβούργο.

Ήταν γιος μανάβη και ξεκίνησε να παίζει ποδόσφαιρο στην τοπική F.C. Μενχενγκλάντμπαχ στα 8 του μόλις χρόνια! Το 1963, στα 19 του υπέγραψε το πρώτο του επαγγελματικό συμβόλαιο στην αγαπημένη του (και πιο γνωστή) Μπορούσια, υπογράφοντας με απολαβές 160 μάρκα τον μήνα. Εκείνα τα χρόνια, η Γκλάντμπαχ δεν ήταν κάτι το ιδιαίτερο, ΔΕΝ αγωνιζόταν στη Κορυφαία κατηγορία και μάλιστα ΔΕΝ ήταν μέλος της εναρκτήριας σεζόν της γερμανικής Μπουντεσλίγκα, τη σεζόν 1963/64! Οι προπονητές του και οι συμπαίκτες του, διέκριναν στο παιχνίδι του μια πραγματική ιδιοφυία. Η προώθηση του νεαρού Γκίντερ, συνέπεσε χρονικά με την παρουσία του τεράστιου προπονητή που άκουγε στο όνομα Χένες Βαϊσβάιλερ (Hennes Weisweiler), που ήταν ο άνθρωπος πίσω από την τεράστια μεταμόρφωση μιας μέτριας ομάδας, όπως ήταν τη δεκαετία του 1960 η Μπορούσια.

Το υπερ-όπλο της Μπορούσια με τον αναμορφωτή της, Χένες Βαϊσβάιλερ.

Βασιζόμενος σε νέα ταλέντα, ευτύχησε να έχει εκείνη την περίοδο στα χέρια του ποδοσφαιριστές σαν τον Μπέρτι Φογκτς (Berti Vogts), τον Χέρμπερτ Λάουμεν (Herbert Laumen) και τον Γιουπ Χάινκες (Jupp Heynckes), «χτίζοντας» μια ομάδα, με άκρως επιθετικό πνεύμα, που έπαιζε ένα εντυπωσιακό για την εποχή ποδόσφαιρο, γύρω από τον ιδανικό ηγέτη, που είχε βρει στο πρόσωπο του Νέτσερ! Είναι η εποχή που η Μπορούσια του Μενχενγκλάντμπαχ κέρδισε το παρατσούκλι  της, τα «Πουλάρια», λόγω ακριβώς της παρουσίας αυτών των νέων παικτών της που -κυριολεκτικά- «κάλπαζαν» μέσα στον αγωνιστικό χώρο! Την περίοδο 1964/65, όταν η Γκλάντμπαχ ανέβηκε στη Μπουντεσλίγκα, είχε τον χαμηλότερο μέσο όρο ηλικίας ανάμεσα στις 100 ομάδες του γερμανικού ποδοσφαίρου, μόλις τα 21,5 χρόνια. Ο Νέτσερ λοιπόν, αποτέλεσε την αιχμή του δόρατος στην καλοκουρδισμένη, ποδοσφαιρική μηχανή του Βαϊσβάιλερ, αποτελώντας ουσιαστικά το αντίπαλο δέος της Μπάγερν του Μονάχου, που έκανε κι αυτή τα πρώτα της βήματα για την κατοπινή καθιέρωσή της ως κυρίαρχου στο γερμανικό ποδόσφαιρο!

O Μπέρτι Φογκτς, ο Γκίντερ Νέτσερ και ο Γιουπ Χάινκες.

Η άνοδος των Βαυαρών, ξεκίνησε σχεδόν παράλληλα με την άνοδο της Γκλάντμπαχ, με τη κόντρα των 2 συλλόγων τη δεκαετία του 1970, εντός κι εκτός συνόρων, να είναι εμφανής σε όλα τα επίπεδα! Γεγονός είναι ότι εκείνη την εποχή ότι οι 2 ομάδες ΔΕΝ ΕΙΧΑΝ μεγάλες διαφορές, ΔΕΝ ΕΙΧΑΝ πολλά χρήματα, βασίζονταν σε νέα παιδιά και έπαιζαν επιθετικό ποδόσφαιρο. Υπήρχε όμως μια σημαντική διαφορά. Η Γκλάντμπαχ «έδειχνε» πιο ρομαντική ποδοσφαιρικά, «άρεσε» γενικά στους ουδέτερους φιλάθλους, ενώ αντίθετα η Μπάγερν γινόταν αντιπαθής και συχνά οι παίκτες της αποδοκιμάζονται στα εκτός έδρας παιχνίδια! Αυτό ξεκίνησε όταν, το 1968, προπονητής στη Μπάγερν ανέλαβε ο Μπράνκο Ζέμπετς (Branislav “Branko” Zebec), που άρχισε να δίνει μεγαλύτερη σημασία στο αποτέλεσμα, να παίζει πιο υπομονετικά, να επιδιώκει την «πραγματικότητα της νίκης». Η Μπάγερν βασιζόταν στον περίφημο «Άξονα» της, τον τερματοφύλακα Σεπ Μάγιερ (Josef Dieter “Sepp” Maier), που είχε μπροστά του τον  χαρισματικό της ηγέτη, τον Φραντς Μπεκενμπάουερ (Franz Beckenbauer), που έδωσε σάρκα και οστά στο ρόλο που τον καθιέρωσε στο παγκόσμιο ποδοσφαιρικό στερέωμα, τον ρόλο του λίμπερο/σκούπας και όλοι μαζί έψαχναν τρόπο να φτάσει η μπάλα στον Γκερντ Μίλερ (Gerhard “Gerd” Müller) που σκόραρε με ρυθμούς πολυβόλου!

Αρχηγοί των ομάδων, ενός μάλλον υπερβολικού συμβολισμού, απόρροια του γενικού κλίματος που επικρατούσε στην γερμανική κοινωνία, στα τέλη των 60’s και αρχές των 70’s

Αντίθετα, η Γκλάντμπαχ είχε τον Νέτσερ με τις μακρινές μπαλιές, είχε συνδυασμούς, είχε αλλαγές θέσεων, που απαιτούσαν πολύ τρέξιμο και σκόραραν όλοι! Όλ’ αυτά, τα «κανόνιζε» αγωνιστικά ο παίκτης υπερ-όπλο για την Γκλάντμπαχ, ο Γκίντερ Νέτσερ! Η εικόνα του να καλπάζει στο γήπεδο, μια εικόνα που του «έδωσε» και το παρατσούκλι του, «το γερμανικό άλογο», έγινε το σήμα-κατατεθέν μιας ομάδας, που έθελγε με το επιθετικό της ποδόσφαιρο. Ο Νέτσερ ήταν το απόλυτο αφεντικό στη μεσαία γραμμή των «Πουλαριών», άλλαζε τον ρυθμό μέσα σε δευτερόλεπτα, οι εκπληκτικές του πάσες άλλαζαν όλο το επιθετικό παιχνίδι της ομάδας, ενώ τα εξαιρετικά του στημένα έφερναν πολλά γκολ. Η δεκαετία εκείνη ήταν για τα «Πουλάρια», η πλέον δοξασμένη, κατακτώντας 5 πρωταθλήματα αλλά και 2 Κύπελλα ΟΥΕΦΑ, ενώ έφτασαν και άλλες 2 φορές στον τελικό της διοργάνωσης και μια, το 1977, στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών στη Ρώμη, κόντρα στη Λίβερπουλ, όπου και ηττήθηκαν με 1-3. Η ομάδα του Μονάχου εκείνη την εποχή κυριάρχησε στην ευρωπαϊκή «αρένα» κατακτώντας, στη σειρά, 3 Κύπελλα Πρωταθλητριών, αυτά του 1974, 1975 και 1976!

Ο Γκίντερ και ο Φραντς, μια σχέση (στ)-οργής, που σημάδεψε το γερμανικό ποδόσφαιρο τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1970.

Μη ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και στις αρχές αυτής του 1970, μια εποχή έντονων κοινωνικών ζυμώσεων! Αυτό είχε αντίκτυπο και στην «εικόνα» που έβγαζαν οι 2 ομάδες, που ΑΘΕΛΑ ΤΟΥΣ μετατράπηκαν σε σύμβολα της περιόδου. Οι ριζοσπάστες της Γκλάντμπαχ, του «όμορφου ποδοσφαίρου», που σκόραρε μεν λιγότερο, απέναντι στους πιο συντηρητικούς, με τον πραγματισμό της νίκης, Βαυαρούς, που σκόραραν κατά ριπάς! Ένας μάλλον υπερβολικός  συμβολισμός, απόρροια του γενικού κλίματος που επικρατούσε στην γερμανική κοινωνία. Πάνω σ’ αυτή την, ας πούμε, συλλογική κόντρα, ήλθε και η αντιπάθεια του «Κάιζερ» του γερμανικού ποδοσφαίρου προς τον ηγέτη της Μπορούσια, που ήταν κάτι παραπάνω από εμφανής! Η επιρροή του στα ανώτερα κλιμάκια της ομοσπονδίας και ειδικά στον ομοσπονδιακό τεχνικό Χέλμουτ Σεν (Helmut Schön) ήταν η αιτία που στην εθνική ομάδα αγωνιζόταν ο Βόλφγκανγκ Όβερατ (Wolfgang Overath) της Κολωνίας αντί του Γκίντερ Νέτσερ!

Με μια από τις καλύτερες Φεράρι όλων των εποχών, τη Dino 246 GT!

Ο Νέτσερ ήταν ο πρώτος σταρ της Μπουντεσλίγκα. Έτσι κι αλλιώς ατίθασος, μέσα κι έξω από τους αγωνιστικούς χώρους, είχε αδυναμία στις Φεράρι, ζούσε μια μποέμικη ζωή, αρεσκόταν σε… αιθέριες υπάρξεις, του άρεσε να διασκεδάζει και να απασχολεί με τις κατακτήσεις του! Πηγαίνοντας κόντρα σε ότι έκρινε αυτός ότι τον ενοχλεί, έψαχνε να βρει τρόπους να βγάλει χρήματα για να συντηρεί την ακριβή ζωή του! Κάποια στιγμή, όταν πληροφορήθηκε ότι αμείβεται πολύ λιγότερα από τον «Άξονα» της Μπάγερν, πήγε στον προπονητή του και ζήτησε την άδεια να ασχοληθεί και με άλλα πράγματα επαγγελματικά! Ξεκίνησε να εκδίδει το περιοδικό της ομάδας, την «Ηχώ των Πουλαριών» που πωλούνταν στο στάδιό της. Άνοιξε ασφαλιστική εταιρεία και αργότερα τη δική του ντίσκο με όνομα «Το δρομάκι των εραστών»! Έκανε παρέα με τον καλλιτεχνικό κόσμο της εποχής και -εννοείται- εξελίχθηκε σε ντίβα της ομάδας, το απόλυτο αφεντικό της εντός και εκτός του αγωνιστικού χώρου!

Η κορυφαία στιγμή της καριέρας του ήταν, κατά γενική ομολογία, ένα ματς για το Κύπελλο Πρωταθλητριών της περιόδου 1971/72, στις 20 Οκτωβρίου του 1971 όταν η τρομερή Μπορούσια ισοπέδωσε την Ίντερ του Μιλάνου με 7-1! Εντούτοις, το ματς δεν μέτρησε ποτέ χάρη σε ένα τρικ των Ιταλών! Ο σέντερ φορ της μιλανέζικης ομάδας, ο Ρομπέρτο Μπονινσένια (Roberto Boninsegna), που είχε ισοφαρίσει προσωρινά την καταιγίδα των 7 τερμάτων της αρμάδας του Χένες Βαϊσβάιλερ, έπεσε ξαφνικά στο έδαφος, χτυπημένος από ένα κουτάκι αναψυκτικού που είδαν μόνο οι Ιταλοί και έδωσαν οι ίδιοι στον διαιτητή σαν πειστήριο του εγκλήματος! Μουδιασμένοι, παίκτες και παράγοντες των «Πουλαριών», σαν κάτι να διαισθάνονταν ότι θα επακολουθήσει, αποχώρησαν στη λήξη με κατεβασμένα τα κεφάλια, παρά τα 7 γκολ που είχαν σημειώσει! Δεν έπεσαν έξω, αφού η ΟΥΕΦΑ, αποφάσισε την ακύρωση του ματς και την επανάληψη του… μετά την ρεβάνς! Η μουδιασμένη Μπορούσια, ηττήθηκε με 2-4 στο «Σαν Σίρο», μη καταφέρνοντας την ανατροπή στην επαναληπτική ρεβάνς, παραχωρώντας ισοπαλία με 0-0! Έτσι, ο ποδοσφαιρικός κόσμος της εποχής δεν είδε ποτέ τον τελικό των τελικών, που περίμενε, ανάμεσα στις πλέον «φαντεζί» ομάδες της εποχής! Tον Άγιαξ του Γιόχαν Κρόιφ (Johan Cruyff) με την Μπορούσια Μενχενγκλάντμπαχ του Γκίντερ Νέτσερ, που πιθανά να άλλαζε και τη δική του ιστορία, αλλά και την ιστορία της Γκλάντμπαχ!

Στον Γύρο του Θριάμβου, μετά τον περίφημο τελικό του 1973. Αριστερά ο Γιουπ Χάινκες.

Ο Γκίντερ Νέτσερ αγωνίστηκε συνολικά 11 χρόνια με τα χρώματα της Μπορούσια του Μενχενγκλάντμπαχ. Καθοδήγησε τον σύλλογο σε 297 παιχνίδια, πετυχαίνοντας 108 γκολ. Κατάφερε να κατακτήσει 2 τίτλους στην Μπουντεσλίγκα, αυτούς του 1969/70 και 1970/71, ένα δυτικογερμανικό Κύπελλο, αυτό του 1972/73, ενώ ήταν φιναλίστ τους συναρπαστικούς διπλούς τελικούς του Κυπέλλου ΟΥΕΦΑ του 1973, εναντίον της Λίβερπουλ, στην ήττα 0-3 στο «Άνφιλντ Ρόουντ» και στη νίκη με 2-0 στο «Μπέκελσμπεργκ». Τέλος, ψηφίστηκε και πήρε το σχετικό έπαθλο, σαν ποδοσφαιριστής της χρονιάς στην Μπουντεσλίγκα, 2 φορές το 1972 και το 1973! Χαρακτηριστικό είναι το κορυφαίο σκηνικό του τελευταίου παιχνιδιού του με τα χρώματα των «Πουλαριών», στις 23 Ιουνίου του 1973, στον τελικό του κυπέλλου εναντίον της Κολωνίας του Βόλφγκανγκ Όβερατ! Έχοντας έλθει σε ρήξη με τον Χένες Βαϊσβάιλερ, συνεπικουρούμενου και του γεγονότος του πρόσφατου θανάτου της μητέρας του, μη έχοντας προπονηθεί την τελευταία προπόνηση πριν τον αγώνα, αρνήθηκε να ξεκινήσει στην βασική ενδεκάδα! Κατ’ άλλους, είναι μια απόφαση του Βαϊσβάιλερ, που προκάλεσε πάταγο, με τον κόσμο να φωνάζει το όνομά του!

Στην Ισπανία, παίζοντας για τη “Βασίλισσα”.

Το παιχνίδι εξελίχθηκε πάνω-κάτω, με πολλές φάσεις και το ημίχρονο έληξε με 1-1, ύστερα από τα γκολ του Χέρμπερτ Βίμμερ (Herbert Wimmer) στο 24ο  λεπτό, που έδωσε το προβάδισμα στη Μπορούσια και του γνωστού από το πέρασμα του από τον Ολυμπιακό το 1983, μέσου Χέρμπερτ Νόιμαν (Herbert Neumann) που ισοφάρισε στο 40ο λεπτό. Στο ημίχρονο, ο Βαϊσβάιλερ τον ρώτησε αν θέλει να μπει, με τον Νέτσερ -μουτρωμένο- σύμφωνα με την ιστορία, να απαντά «Όχι, δεν συντρέχει λόγος! Η ομάδα πάει καλά». Πηγαίνοντας προς τη λήξη του αγώνα, ο αντικαταστάτης του, ο Κρίστιαν Κούλικ (Christian Kulik), ένοιωσε κράμπες. Ο ίδιος ο Νέτσερ τον ρώτησε αν μπορεί να συνεχίσει, ο Κούλικ απάντησε αρνητικά και τότε, ο ατίθασος Γκίντερ πήρε τ’ όπλο του! Επέστρεψε στον πάγκο, έβγαλε τη φόρμα του και ουσιαστικά καθαιρώντας τον προπονητή του, του είπε «τώρα θα παίξω»! Φώναξε τον εμβρόντητο Κούλικ να βγει και μπήκε αυτός στην θέση του! Η αρχική παγωμάρα στον πάγκο, μόλις τρία λεπτά μετά την έναρξη της παράτασης, μετατράπηκε σε κραυγές ενθουσιασμού όταν ο ιδιοφυής Νέτσερ πήρε τη μπάλα στο κέντρο, στριφογύρισε, έκανε μια πάσα και ξαφνικά επιτάχυνε παίζοντας το ένα-δύο μ’ έναν συμπαίκτη του, ουσιαστικά εξουδετερώνοντας την άμυνα της Κολωνίας, σούταρε και σκόραρε, σημειώνοντας το 2-1, που έμελλε να είναι και το τελικό σκορ! Δίνοντας μ’ αυτό το ρέκβιεμ της καριέρας του στα γερμανικά γήπεδα, το τρόπαιο στην αγαπημένη του ομάδα!

Το καλοκαίρι του 1973, στα 29 του χρόνια μεταγράφηκε στη Ρεάλ Μαδρίτης, μαζί με τον συμπαίκτη του στην εθνική ομάδα, ποδοσφαιριστή της Μπάγερν, τον επίσης αντικομφορμιστή Πάουλ Μπράιτνερ. Εκεί, παρέμεινε μέχρι το 1976, και μαζί της κατέκτησε 2 πρωταθλήματα (1974/75, 1975/76) και 2 κύπελλα Ισπανίας (1973/74, 1974/75). Ακολούθησε η ελβετική Γκρασχόπερς της Ζυρίχης, στην οποία αγωνίστηκε για ένα χρόνο και το 1977 «κρέμασε» τα ποδοσφαιρικά του παπούτσια. Που, παρεμπιπτόντως, φόραγε № 47! Με τα χρώματα της εθνικής ομάδας της Δυτικής Γερμανίας, αγωνίστηκε σε 37 ματς σημειώνοντας 6 γκολ από το 1965 έως το 1975. Η κορυφαία του στιγμή σε εθνικό επίπεδο, ήταν η κατάκτηση του Κυπέλλου Εθνών Ευρώπης του 1972, όταν και οδήγησε με εξαιρετικές, προσωπικές, εμφανίσεις την «Nationalmannschaft» (η εθνική ομάδα), στο τρόπαιο, στον τελικό του «Χέιζελ» των Βρυξελλών κόντρα στην Σοβιετική Ένωση, στις 18 Ιουνίου του 1972 με σκορ 3-0! Είχε προηγηθεί ο επικός προημιτελικός στο «Γουέμπλεϊ», στις 29 Απριλίου του 1972, όταν καθοδήγησε ιδανικά με τις περίτεχνες ενέργειες του την δυτικογερμανική ομάδα, σημειώνοντας παράλληλα και ένα γκολ με πέναλτι στο θριαμβευτικό 3-1 εναντίον των Άγγλων! Ήταν μέλος της ομάδας που κατέκτησε το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1974 στην χώρα του, στο οποίο όμως αγωνίστηκε ελάχιστα, μόλις 21 λεπτά στον τελευταίο αγώνα της Φάσης των Ομίλων, στη περίφημη ήττα 0-1 από την Ανατολική Γερμανία. Και όπως δήλωσε κι ο ίδιος αργότερα, δεν ένοιωσε ποτέ Παγκόσμιος Πρωταθλητής!

Περασμένα – Ξεχασμένα, ΑΚΡΩΣ επιτυχημένοι αμφότεροι…

Στη συνέχεια το 1978 έγινε μάνατζερ στην ομάδα του Αμβούργου, όπου πραγματικά διέπρεψε. Ανέλαβε κι εδώ την έκδοση του περιοδικού της ομάδας, ενώ ταυτόχρονα με την προτροπή του προέδρου, ανέλαβε και γενικός διευθυντής του συλλόγου. Ήταν από τους βασικούς πρωταγωνιστές της Χρυσής Εποχής της ομάδας που κατέκτησε 3 πρωταθλήματα Γερμανίας και είχε επιστέγασμα το Κύπελλο Πρωταθλητριών που κατέκτησε στην Αθήνα το 1983 κόντρα στη Γιουβέντους. Είχε μάλιστα ηγηθεί της αποστολής του, το 1982, στα διπλά ματς του Κυπέλλου Πρωταθλητριών με τον Ολυμπιακό στο «Βολκσπαρκστάντιον» του Αμβούργου και στο Ο.Α.Κ.Α. (1-0 και 4-0). Αργότερα έφτιαξε τη δική του διαφημιστική εταιρεία, ενώ ενεπλάκη και με άλλες εταιρείες, κυρίως τηλεοπτικών δικαιωμάτων. Συνεργάστηκε με τη Γερμανική τηλεόραση ως σχολιαστής και θεωρείται από τους καλύτερα καταρτισμένους ποδοσφαιρανθρώπους, κάτι για το οποίο βραβεύτηκε, όπως και για την εξαιρετική χρήση της γλώσσας.

Προσωπικές Διακρίσεις

  • Μέλος Ιδανικής 11άδας Διοργάνωσης Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος: 1972
  • Χρυσή Μπάλα: επιλαχών 1972
  • Στους 100 Μεγαλύτερους Ποδοσφαιριστές Όλων των Εποχών από το αγγλικό περιοδικό «World Soccer»
  • Μέλος του Γερμανικού Sports Hall of Fame

Βλογημένος

Σχολιασμός

Κοινοποιήστε το: