Η γεννιά του σιδήρου I El Comandante

Η γεννιά του σιδήρου, αποχωρεί… Οι τελευταίοι εκπρόσωποί της, βρίσκονται στα πρόθυρα του αποχαιρετισμού, μιάς ζωής, που την έζησαν όπως την ζούσαν όλοι οι άνθρωποι, γεννεές επί γεννεών.

Την ζήσανε με το σπαθί στο χέρι. Κάποιοι, πέθαναν γενόμενοι ένα μ αυτό. Οι εναπομείναντες, συνεχίζουν να μάχονται με αυτό ανά χείρας. Μέχρι να πέσουν κι αυτοί… Μα θα πέσουν περήφανα, με το μεγαλείο τους να σηκώνει τέτοια σκόνη, που θα θάψει από κάτω της, όλους τους κουραδόμαγκες της κλανιάς του προοδευτισμού και των ακατοίκητων μυαλών. Και θα τους θάψει με πάταγο!

Φεύγει η γεννιά του σιδήρου… και παραδίδει τη σκυτάλη, στην γεννιά του πλαστικού… Στους λάτρες των ευνουχισμένων συνειδήσεων, στους εκπροσώπους της αδιαφορίας, στους θιασώτες του δηθενισμού. Αποχωρεί μιά γεννιά, που αν και οι περισσότεροι από αυτούς, ήταν αγράμματοι και αδυνατούσαν μέσα στην αγραμματοσύνη τους, να αντιληφθούν στο μέγιστο την δύναμη της γνώσης, επέμεινε και κατάφερε να σπουδάσει τα παιδιά της.

Αναχωρεί η γεννιά, που αν και με λιγοστά έως και καθόλου μέσα, δεν επέτρεψε ποτέ, να λείψουν τα βασικά πράγματα, από τους γιούς και τις κόρες τους. Ναί, βίωσε και δύσκολες περιόδους και εποχές που οι ίδιοι δεν πήγαιναν επισκέψεις γιατί τα υποδήματά τους είχαν λιώσει, μόνο και μόνο για να έχουμε εμείς ένα καλό ζευγάρι παπούτσια (τότε τα αποκαλούσαμε… «τα Πασχαλιάτικα»). Πέρασαν κι εκείνοι από δυσκολίες, μα κόβανε από το δικό τους πιάτο, για να μην μας λείψει τίποτα. Και όντως, νιώσαμε κι εμείς στο πετσί μας (και μάλιστα από πολύ νωρίς) τί θα πει να στερούνται αυτοί για εμάς και τί σημαίνει θυσία, αυταπάρνηση, ανιδιοτέλεια… Όροι που και σήμερα, κάπου μπορεί να μας στοιχειώνουν ακομα, αλλά επειδή έχουμε τα… μέσα, το χρήμα, τη δυνατότητα, τους μεταφράζουμε με υλικά αγαθά, με άνεση, προσπαθούμε να τους αντικαταστήσουμε με τη δύναμη του χρήματος, με την οποία θεωρούμε ότι μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τα πάντα.

Φεύγει η γεννιά που σήμερα είχε κι αύριο, δεν ήξερε αν θα έχει… Ήξερε όμως πως «…κι αύριο μέρα είναι… Για αύριο ε, έχει ο Θεός». Κι όχι μόνο το ήξερε, αλλά και το πίστευε! Όταν εμείς στον αντίποδα, πρέπει να ξέρουμε τί μας ξημερώνει αύριο, για να μην το ρίξουμε στα lexotanil και στα prozac Κι αν σήμερα μας φαντάζει αδύνατο να χαλιναγωγήσουμε τις αϋπνίες μας, ακριβώς γιατί θεωρούμε ότι… επιβάλεται να ξέρουμε τί μας φέρνει το αύριο, είναι επειδή δεν μπορέσαμε ποτέ να εξηγήσουμε, πώς γινόταν και μιά ζωή, όντως «είχε ο Θεός» και την βγάζαμε καθαρή… Να είμαστε άραγε εν γνώση μας θύματα μιάς επίπλαστης ανάγκης ή απλώς άπιστοι Θωμάδες που θελήσαμε να εξασφαλίσουμε τα πάντα, χωρίς ποτέ ωστόσο να μάθουμε να ζούμε;

Η γεννιά που μας δίδαξε αγάπη, φιλότιμο, τον «λόγο τιμής», τον σεβασμό, σβήνει τα ίχνη της πίσω της, καθώς βαδίζει να συναντήσει την αιωνιότητα. Οι εκπρόσωποι της αξιοπρέπειας, οι εραστές της αλήθειας… Αυτοί που μάθαιναν στους άντρες, το μέγεθος της αξίας μιας γυναίκας και στις γυναίκες τον σεβασμό πρός τον κόπο των συζύγων τους…
Η γεννιά που ήξερε να περνάει καλά με τα λίγα και που τα λούσα και τις πολυτέλειες, αρκούνταν να τα αγγίζουν νοητά, στον… «κινηματόγραφο». Είναι εκείνοι που δεν φοβήθηκαν την φτώχεια, ούτε ένιωσαν υποτιμητικά ή άβολα μέσα σ’ αυτήν. Αντιθέτως την χρησιμοποίησαν ως εφαλτήριο, ώστε τα παιδιά τους να διεκδικήσουν μια καλύτερη ζωή…

Η γεννιά που φεύγει, είναι εκείνη που ξεκίναγε νωρίς για δουλειά και δεν περίμενε τα… επιδόματα για να ζήσει, ούτε τα «πακέτα Ντελόρ» για να εντυπωσιάσει την κάθε ξεβράκωτη, με μιά νύχτα στα μπουζούκια. Ήταν αυτοί που σήκωναν τα μανίκια και κέρδιζαν τον επιούσιο τίμια, γιατί θεωρούσαν τον ιδρώτα παράσημο στο πέτο τους κι όχι ντροπή ή βρωμιά… Ανήκουν σε μιά κλάσση ανθρώπων που κτυπάνε τις πόρτες του παραδείσου, με τα χέρια ροζιασμένα και γεμάτα κάλους, αλλά με την ψυχή τους καθαρή, ότι δεν «έριξαν» κανέναν στη μοιρασιά, δεν κορόιδεψαν τον συνεργάτη τους, δεν εκμεταλλεύτηκαν τον κάλφα, δεν ξαπέστειλαν τον μπακαλόγατο γιατί δεν έβγαιναν τα κουκιά του μαγαζιού, δεν βούτηξαν τα χέρια τους στην ατιμία, ούτε μαγάρισαν τις συνειδήσεις τους. Είναι όλοι εκείνοι που μας έμαθαν να δουλεύουμε εξίσου σκληρά και να μην περιμένουμε τίποτα από κανέναν, να εκτιμούμε τα πράγματα με βάση την αξία τους κι όχι την τιμή τους στην ετικέττα…

Φεύγει μιά γεννιά που δεν σταμάτησε ποτέ να πολεμά! Άφοβη, απτόητη και ακούραστη. Φεύγει η γεννιά που μας έδωσε ό,τι καλύτερο είχε κι εμείς αντί να τους τιμήσουμε, ζώντας με τις διδαχές τους, πέσαμε με τα μούτρα σαν πειναλέοι, να εξαργυρώσαμε τις επιταγές τους με χάντρες και καθρεφτάκια για να είμαστε… trendy, για να το παίζουμε μούρες, για να θεωρούμαστε… politically correct.

Αποχωρεί η γεννιά που μας έμαθε ΤΟ ΘΕΙΟ ΔΩΡΟ της ζωής. Κι έτσι όπως τους βλέπω έναν-έναν να ξεμακραίνει, ένας ασυνήθιστος φόβος με κατακτά σύγκορμο… Θα τον μοιραστώ μαζί σας: είναι ο φόβος του μη γυρίσει κάποιος απ’ αυτούς το κεφάλι καθώς φεύγει και γεμάτος αηδία, μονολογήσει:
«Ρε, για κοίτα, ποιούς αφήσαμε πίσω στη θέση μας…»

 

El Comandante

Διαβάστε Περισσότερα