Αρχική Γιόχαν Κρόιφ: Ο Πυθαγόρας του ποδοσφαίρου | Βλογημένος

Γιόχαν Κρόιφ: Ο Πυθαγόρας του ποδοσφαίρου | Βλογημένος

Υπήρξε ο πιο διάσημος εκφραστής της φιλοσοφίας που έμεινε γνωστή ως «Ολοκληρωτικό Ποδόσφαιρο», ενώ θεωρείται ευρέως ως ένας από τους Μεγαλύτερους Παίκτες στην ιστορία του παιχνιδιού! Γεννημένος  στις 25 Απριλίου του 1947, στο Άμστερνταμ, ο Ολλανδός επιθετικός ή και οργανωτικός μέσος Γιόχαν Κρόιφ (Johan Cruyff), ως ποδοσφαιριστής κέρδισε το βραβείο της Χρυσής Μπάλας 3 φορές, το 1971, το 1973 και το 1974, συμβάλλοντας τα μέγιστα ώστε εκείνη την δεκαετία, η ολλανδική ποδοσφαιρική σχολή να βγει από την  αφάνεια και να εξελιχθεί σε μια παγκόσμια δύναμη! Στα ολλανδικά, τ’ όνομά του προφέρεται Κρæιφ, ενώ πλήρες είναι Hendrik Johannes “Johan” Cruijff. Οδήγησε την Ολλανδία στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1974 και βραβεύτηκε ως ο Καλύτερος Παίκτης του τουρνουά, ενώ στην ίδια διοργάνωση εκτέλεσε μια προσποίηση που έκτοτε ονομάστηκε «Cruyff Turn», μια κίνηση που αναπαράγεται πλέον στο σύγχρονο παιχνίδι. Σε επίπεδο συλλόγων, ξεκίνησε την καριέρα του στον Άγιαξ του Άμστερνταμ, όπου κέρδισε 8 τίτλους πρωταθλητή Ολλανδίας, 3 Κύπελλα Πρωταθλητριών και ένα Διηπειρωτικό Κύπελλο. Το 1973, μεταγράφηκε στην Μπαρτσελόνα για μια αμοιβή παγκόσμιο ρεκόρ, κερδίζοντας τον ισπανικό τίτλο στην πρώτη του σεζόν και και ακόμη ένα ισπανικό Κύπελλο την τελευταία, το 1978. Μετά την απόσυρσή του από το παιχνίδι το 1984, έγινε ένας ιδιαίτερα επιτυχημένος προπονητής, πρώτα στον Άγιαξ και αργότερα στη Μπαρτσελόνα, παραμένοντας ένα από τα ισχυρότερα σύμβολα και για τους δύο συλλόγους μέχρι και σήμερα!

Το 1999, ψηφίστηκε ως Ευρωπαίος Ποδοσφαιριστής του Αιώνα από την Διεθνή Ομοσπονδία Ιστορίας και Στατιστικής του Ποδοσφαίρου και ήρθε 2ος πίσω από τον Πελέ (Edson Arantes do Nascimento, “Pelé”) ως Ποδοσφαιριστής του Αιώνα. Ήταν 3ος στην ψηφοφορία των νικητών της «Χρυσής Μπάλας» που διοργανώθηκε από το γαλλικό περιοδικό “France Football”,  για να εκλέξουν τον Παίκτη του Αιώνα. Έχει επιλεγεί για τη Παγκόσμια Ομάδα του 20ου Αιώνα το 1998, την Ονειρική Ομάδα στην Ιστορία των Παγκοσμίων Κυπέλλων το 2002 και ονομάστηκε στον κατάλογο FIFA-100 με τους Μεγαλύτερους Εν Ζωή Παίκτες στον κόσμο το 2004! Θεωρείται ως ένας από τα πιο επιδραστικούς ποδοσφαιριστές και προπονητές στην ιστορία του ποδοσφαίρου, αφού το στυλ παιχνιδιού και η ποδοσφαιρική του φιλοσοφία επηρέασε πολλούς από τους μετέπειτα αστέρες του παιχνιδιού. Ο Άγιαξ και η Μπαρτσελόνα είναι μεταξύ των συλλόγων που έχουν αναπτύξει τις περίφημες ποδοσφαιρικές τους ακαδημίες με βάση τις προπονητικές μεθόδους του! Η προπονητική του φιλοσοφία, έβαλε τα θεμέλια για την αναβίωση των διεθνών επιτυχιών του Άγιαξ στη δεκαετία του 1990, ενώ οι επιτυχίες του ισπανικού ποδοσφαίρου, τόσο σε συλλογικό όσο και διεθνές επίπεδο τις 2 πρώτες δεκαετίες του 21ου αιώνα έχουν αναφερθεί από ειδήμονες του ποδοσφαίρου ως απόδειξη της επίδρασης του στο σύγχρονο ποδόσφαιρο! Το 2017, ονομάστηκε στους 10 Μεγαλύτερες Προπονητές από την ίδρυση της UEFA, το 1954.

«Το να παίξεις ποδόσφαιρο είναι πολύ απλό, αλλά το να παίξεις απλό ποδόσφαιρο είναι το δυσκολότερο πράγμα που υπάρχει»

Πέραν των δύο τεράστιων προσωπικοτήτων, αμφοτέρων προερχομένων από την Νότιο Αμερική, του Πελέ και του Ντιέγκο Μαραντόνα (Diego Armando Maradona), υπάρχει ένας ποδοσφαιριστής που με την προσωπικότητα και τις ικανότητες του, διεκδικεί επάξια την κορυφαία θέση στο πάνθεο του δημοφιλέστερου αθλήματος στον κόσμο. Ο λόγος για τον επονομαζόμενο και «Ιπτάμενο Ολλανδό», τον Γιόχαν Κρόιφ. Με την απίστευτη διορατικότητα του και την σχεδόν μαθηματική χρήση των διαστάσεων του γηπέδου, ήταν ο «Πυθαγόρας με ποδοσφαιρικά παπούτσια», όπως πολύ εύστοχα τον είχε παρομοιάσει ο Ντέιβιντ Μίλερ, τέως επικεφαλής του αθλητικού τμήματος των Times, καθώς η πολυπλοκότητα σε αυτό που παρουσίαζε, αλλά και η ακρίβεια στις κάθετες πάσες του δεν είχαν προηγούμενο! Κανένας άλλος παίκτης δεν μπορεί να καυχιέται ότι υπήρξε η επιτομή του «Totaalvoetbal» («Ολοκληρωτικό Ποδόσφαιρο») που οραματίστηκε ο τεράστιος Ρίνους Μίχελς (Marinus “Rinus” Jacobus Hendricus Michels), με την καινοτόμα για την εποχή του τακτική και τις συνεχείς εναλλαγές θέσεων των παικτών εντός αγωνιστικού χώρου!

Ο Κρόιφ μπορούσε να αγωνιστεί ως καθαρός επιθετικός, στα άκρα της επίθεσης αλλά και πίσω από τον επιθετικό. Ένα πραγματικό «ποδοσφαιρικό» εργαλείο που χρησιμοποιούσε εξίσου καλά και τα δύο πόδια, με αέρινο (από εκεί και το «Ιπτάμενος») και πρωτόγνωρο για εκείνη την εποχή αγωνιστικό στυλ, όπως ήταν και ο αριθμός στην φανέλα του, το περίφημο № 14. Με εκπληκτική επιτάχυνση στα πρώτα μέτρα, σταματούσε ξαφνικά να τρέχει, σήκωνε τα χέρια δίνοντας κατευθύνσεις στους συμπαίκτες του κι έπειτα ξεκινούσε ξανά, εξίσου γρήγορα, σκορπίζοντας αμυντικούς στο διάβα του. Ψηλόλιγνος με μακριά μαλλιά, μανιακός καπνιστής (η «Κάμελ» θα μπορούσε να του στήσει ανδριάντα!) υπήρξε μια προσωπικότητα που σημάδεψε την μεταπολεμική Ολλανδία. Όλα τα παραπάνω συνδυάζονταν με μια σχεδόν επαναστατική αγωνιστική συμπεριφορά. Ο Κρόιφ ήταν ουσιαστικά ο τακτικιστής υπολοχαγός του Μίχελς ΜΕΣΑ στον αγωνιστικό χώρο, κάτι σαν βοηθός προπονητή δηλαδή. Αλλά και με τις ενέργειες του, εκτός αγωνιστικών χώρων, πρωτοπόρησε στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο όσον αφορά στα δικαιώματα και τις αμοιβές των ποδοσφαιριστών, ενώ ήταν επίσης από τους πρώτους που είχε προσωπικό συμβόλαιο με εταιρεία αθλητικής ένδυσης, την «PUMA». Κατάφερε επίσης να εμπνεύσει και να γίνει μια ψυχή, ένα σώμα, με δύο λαούς. Τους Ολλανδούς και τους Καταλανούς!

«Στη διάρκεια ενός παιχνιδιού, ο μέσος όρος που ένας παίκτης έχει τη μπάλα στα πόδια του, είναι 3 λεπτά. Για να καταλάβεις πόσο καλός είναι, πρέπει να κοιτάξεις τι κάνει τα υπόλοιπα 87»

Ο Γιόχαν Κρόιφ είναι ο βλοσυρός τυπάκος μπροστά με τα σταυρωμένα χέρια, μετά την κατάκτηση ενός τροπαίου με τις ακαδημίες του Άγιαξ (1959)

Προερχόμενος από φτωχή και εργατική οικογένεια από το ανατολικό Άμστερνταμ, αγάπησε από πολύ μικρός το ποδόσφαιρο και εργάστηκε επίσης από πολύ μικρή ηλικία, βοηθώντας αρχικά τους γονείς του στο μανάβικο που διατηρούσαν. Η οικογένειά του δεν στάθηκε εμπόδιο στο να ενταχθεί σε ηλικία 10 ετών στις ποδοσφαιρικές ακαδημίες του Άγιαξ. Άλλωστε, το σπίτι του βρισκόταν σε μικρή απόσταση από το γήπεδο του Αίαντα και σε συνδυασμό με την μεγάλη του αγάπη για την μπάλα, βρέθηκε να συναγωνίζεται τα πιτσιρίκια της μικρής ομάδας. Οι ακαδημίες του Άγιαξ ήταν ήδη διάσημες από την εποχή ακόμη του Άγγλου προπονητή Τζακ Ρέινολντς (Jack Reynolds), ο οποίος συνήθιζε να περνάει πολλές ώρες στο προπονητικό κέντρο του συλλόγου για να είναι σίγουρος ότι όλες οι ομάδες νέων προπονούνταν με το ίδιο ακριβώς σύστημα που χρησιμοποιούσε και η ομάδα ανδρών και έδινε επίσης ιδιαίτερη έμφαση στις ασκήσεις με την μπάλα! Η ίδια φιλοσοφία διατηρήθηκε και μετά την άφιξη του Μίχελς στο Άμστερνταμ. Το 1959 ήταν μια δύσκολη χρονιά για τον νεαρό Γιόχαν, αφού έχασε τον πατέρα του από καρδιακή προσβολή. Ο 12χρονος πιτσιρικάς περισσότερο εμπνεύστηκε, παρά απογοητεύτηκε από την οικογενειακή του απώλεια. Αποφάσισε ότι θα πάλευε να κάνει μεγάλη καριέρα στη μνήμη του γονιού του και έτσι έγινε. Στο μεταξύ, η μητέρα του για να ανταπεξέλθει στις οικονομικές δυσκολίες αναγκάστηκε να κλείσει την οικογενειακή τους επιχείρηση και εργάστηκε στον Άγιαξ ως καθαρίστρια. Λίγο αργότερα παντρεύτηκε έναν άνθρωπο του Αίαντα, τον Χενκ Έιντζελ (Henk Angel), ο οποίος επίσης θα έπαιζε καθοριστικό ρόλο στην καριέρα του Γιόχαν, ο οποίος τον αγάπησε όπως και τον βιολογικό του πατέρα που τον έχασε και αυτόν όταν ήταν 35 χρονών.

«Η μητέρα μου καθάριζε τα αποδυτήρια του Άγιαξ. Ακόμα και σήμερα όταν μπαίνω σε αποδυτήρια έχω ένα περίεργο συναίσθημα. Για μένα τα αποδυτήρια είναι ένα ιερό μέρος»

Ο Κρόιφ με το βραβείο του Καλύτερου Ολλανδού ποδοσφαιριστή για το 1967. Ήταν το πρώτο από τα πέντε συνολικά τέτοια τρόπαια στη διάρκεια της καριέρας του.

Όντας κακός μαθητής, άφησε το σχολείο στην ηλικία των δεκατριών και έπιασε δουλειά στην επιχείρηση ενός μέλους του ΔΣ του Άγιαξ. Είχε έτσι την ευκαιρία να προπονείται τα πρωινά και να εργάζεται τα απογεύματα, υπό την επίβλεψη και την καθοδήγηση προπονητών, κυρίως του Γιάνι φαν ντερ Βιν (Jany van der Veen), ο οποίος ήταν ο πρώτος που παρατήρησε το ταλέντο του και που σύμφωνα με τον ίδιο τον Κρόιφ, έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην ατομική του εξέλιξη. Η πρόοδος του και η πειθαρχία που επιδείκνυε ήταν θαυμαστή και ως ανταμοιβή, ο Άγιαξ τον επέλεξε ως ένα από τα ball boys στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών του 1962 μεταξύ της Μπενφίκα και της Ρεάλ Μαδρίτης (5-3). Εκεί είδε για πρώτη φορά από κοντά έναν παίκτη που τον στιγμάτισε, τον Αλφρέδο ντι Στέφανο (Alfredo Stéfano Di Stéfano Laulhé). Έναν χρόνο αργότερα, ανήμερα στα 16α γενέθλιά του, στις 25 Απριλίου του 1963, υπέγραψε το πρώτο επαγγελματικό του συμβόλαιο, πράγμα σπάνιο εκείνη την περίοδο ακόμη και για τον Άγιαξ, ο οποίος συνήθιζε να προωθεί νεαρούς από τις ακαδημίες του στην πρώτη ομάδα, ποτέ όμως σε τόσο νεαρή ηλικία! Ο μικρός «μαέστρος» της μπάλας, ο οποίος ξεχώριζε από τα υπόλοιπα παιδιά, λόγω της ταχύτητάς του, αλλά και του ιδιόρρυθμου χαρακτήρα του, βρέθηκε στην πρώτη ομάδα! Αν και μικρός για ένα τόσο μεγάλο βήμα, ο Κρόιφ αψήφησε τους κανόνες της λογικής και αποτέλεσε σχεδόν αμέσως βασικό και αναπόσπαστο κομμάτι της ομάδας.

«Σε επίπεδο φυσικής κατάστασης ήμουν πολύ αδύναμος. Τότε δεν υπήρχαν γυμναστήρια. Αναγκαζόμουν να κουβαλώ συμπαίκτες μου για να δυναμώσω, κάποιες φορές ζύγιζαν 50 κιλά, κάποιες άλλες 60…»

Το ντεμπούτο του με την πρώτη ομάδα, έγινε υπό της οδηγίες ενός άλλου Άγγλου προπονητή, του Βικ Μπάκινχαμ (Victor “Vic” Frederick Buckingham) στις 15 Νοεμβρίου του 1964, σ’ ένα αγώνα πρωταθλήματος εναντίον της Γκρόνιγκεν, σημειώνοντας μάλιστα το γκολ στην ήττα του Άγιαξ με 1-3. Έπαιξε συνολικά σε 10 παιχνίδια στην παρθενική του χρονιά, πετυχαίνοντας συνολικά 3 γκολ, ωστόσο η 13η θέση στην οποία τερμάτισε ο Άγιαξ, τη χειρότερη στην ιστορία του, οδήγησε στην απομάκρυνση του Μπάκινχαμ και την άφιξη του Ρίνους Μίχελς. Ο Μίχελς, είχε κάνει μεταπολεμικά τεράστια καριέρα, φορώντας για 12 χρόνια την φανέλα του Αίαντα σκοράροντας 122 γκολ σε 264 αγώνες, ενώ θρυλικές  έχουν μείνει οι πλάκες που έκανε ή σκαρφιζόταν κατά τη διάρκεια της ποδοσφαιρικής του σταδιοδρομίας, αλλά η μετέπειτα συμπεριφορά του ως προπονητής ήταν αυστηρά επαγγελματική. Ο Μίχελς παρουσίασε ένα επιθετικό στυλ ποδοσφαίρου, συνέχεια της φιλοσοφίας των προκατόχων του, αλλά πολύ πιο τολμηρό, με διαρκή πίεση σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του γηπέδου, με αντικειμενικό σκοπό την επανάκτηση της μπάλας μόλις αυτή περνούσε στα πόδια των αντιπάλων. Το γκρουπ παικτών που επέλεξε, είχε την δυνατότητα να αγωνίζεται σε πολλές θέσεις στον αγωνιστικό χώρο σε μια διάταξη που έμοιαζε να είναι 4-3-3 και παίζοντας με αμέτρητες πάσες.

«Αν η αντίπαλη ομάδα έχει έναν έξυπνο παίκτη που ξέρει να ξεμαρκάρεται πολύ καλά, πάντοτε τον αντιμετωπίζουμε με τον πιο απλό τρόπο: Δεν τον μαρκάρει κανείς. Αν δεν τον μαρκάρει κανείς, δεν θα ξεμαρκαριστεί!»

Το 1966, αγωνίστηκε για πρώτη φορά με την Εθνική Ολλανδίας. Στη δεύτερη συμμετοχή του, σε ένα φιλικό ματς με την Τσεχοσλοβακία, έγινε ο πρώτος Ολλανδός αποβλήθηκε με κόκκινη κάρτα. Η Ολλανδική Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου τον τιμώρησε με αποκλεισμό ενός χρόνου!

Ο Κρόιφ, δεν βρήκε αμέσως θέση στην ενδεκάδα του Μίχελς, ο οποίος θεωρούσε ότι ο μικρός έπρεπε να δυναμώσει ενώ ενοχλούνταν και από την μανία του για το τσιγάρο! Ωστόσο, ο τραυματισμός του Κλάας Νανίνγκα (Klaas Nuninga) τον Οκτώβριο του 1965, άνοιξε την πόρτα της ενδεκάδας για τον «Ιπτάμενο Ολλανδό», ο οποίος δεν θα κοιτούσε ποτέ ξανά πίσω! Ο Μίχελς θέλησε να τον κάνει πιο ανθεκτικό στο σκληρό παιχνίδι, ενώ η δική του επιρροή στην ομάδα ήταν άμεση. Ο Άγιαξ κατέκτησε το πρωτάθλημα 1965/66 με τον ίδιο να πετυχαίνει 25 γκολ σε 23 παιχνίδια! Μόλις έναν χρόνο νωρίτερα, είχε την χειρότερη άμυνα στο πρωτάθλημα με παθητικό 52 γκολ, κινδύνεψε με υποβιβασμό και τώρα, παρουσίαζε την καλύτερη επίθεση με 79 γκολ και την καλύτερη άμυνα, με μόλις 25 γκολ παθητικό! Το 1966 έκανε και το ντεμπούτο του με την εθνική ομάδα της Ολλανδίας, σκοράροντας στο ισόπαλο 2-2 απέναντι στην Ουγγαρία. Στην αμέσως επόμενη εμφάνιση του με τα χρώματα των «Οράνιε» έγινε ο πρώτος Ολλανδός που δέχθηκε ποτέ κόκκινη κάρτα, σε μια αναμέτρηση με την Τσεχοσλοβακία!

«Όταν έχεις την ικανότητα να βρίσκεσαι στο σωστό μέρος την κατάλληλη στιγμή, αυτό είναι Τέχνη»

Ο Κρόιφ και η Ντάνι Κόστερ, η γυναίκα που “θρυλείται” ότι βρίσκεται πίσω από έναν (πιθανώς και 2) “χαμένο” Παγκόσμιο τίτλο, αμέσως μετά τον γάμο τους τον Δεκέμβριο του 1968.

Την επόμενη χρονιά, ο Άγιαξ του πρόσφερε το № 9, επιβεβαιώνοντας με αυτόν τον τρόπο, το πόσο υπολόγιζε στις υπηρεσίες του και ο Κρόιφ δεν τους απογοήτευσε. Η ομάδα πήρε ξανά το πρωτάθλημα πετυχαίνοντας συνολικά 122 γκολ (ρεκόρ που κρατάει μέχρι και σήμερα) με τον ίδιο να σημειώνει 33 τέρματα! Έχοντας αναδειχθεί ποδοσφαιριστής της χρονιάς στην Ολλανδία δύο σερί φορές (1966-1967) και με τον Άγιαξ του Μίχελς να πετάει φωτιές, η Ευρώπη ετοιμαζόταν να γνωρίσει μια σπουδαία ομάδα! Όμως, τα πρώτα χρόνια στα ευρωπαϊκά σαλόνια δεν ήταν εύκολα, καθώς η επιθετική προσέγγιση του Μίχελς έβρισκε ανυπέρβλητα εμπόδια στις οργανωμένες άμυνες και το σκληρό παιχνίδι των αντιπάλων. Παρόλα αυτά, το 1969, ο Άγιαξ έφτασε στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών, όπου ηττήθηκε με 4-1 από την ιταλική Μίλαν. Η ήττα αυτή όμως, αποδείχθηκε ένα σπουδαίο και άκρως διδακτικό μάθημα!

Εν τω μεταξύ, στις 2 Δεκεμβρίου του 1968 παντρεύτηκε την Ντάνι Κόστερ, θυγατέρα του Κορ Κόστερ, ενός εμπόρου διαμαντιών, που έγινε ο μάνατζέρ του, σε μια εποχή που δεν υπήρχε το επάγγελμα του μάνατζερ, που έπαιξε κι αυτό το ρόλο του στην εμφάνιση του ΑΚΡΩΣ επαγγελματία ποδοσφαιριστή-εκατομμυριούχου, Κρόιφ! Αυτός ήταν και ο λόγος που όλοι οι υπόλοιποι ποδοσφαιράνθρωποι στην Ολλανδία τον αποκαλούσαν, «ο γαμπρός»! Τα πράγματα στα μέσα του 1970, φάνηκε να παίρνουν άσχημη τροπή, όταν υπέστη έναν σοβαρό τραυματισμό στην βουβωνική χώρα κατά την διάρκεια της προετοιμασίας της ομάδας, γεγονός που τον άφησε εκτός αγωνιστικών χώρων για 3 μήνες. Το γεγονός αυτό όμως, οδήγησε στο να γίνει διάσημος ένας αριθμός: Το № 14! Συνήθως, εκείνη την εποχή οι βασικοί παίκτες διάλεγαν νούμερα από το 1 έως το 11. Ο Κρόιφ λοιπόν λόγω του τραυματισμού του, έχασε το № 9, από έναν μέσο μάλιστα, τον Τζέρι Μιούρεν (Gerardus “Gerrie” Dominicus Hyacinthus Mühren) και έτσι το πλησιέστερο διαθέσιμο που απέμεινε ήταν το № 14! Το επέλεξε και το έκανε τον πιο διάσημο αριθμό φανέλας, τόσο για τον Άγιαξ, όσο και για τους «Οράνιε». Πρώτη φορά το φόρεσε σε μια αναμέτρηση εναντίον της Αϊντχόβεν, στις 30 Οκτωβρίου του 1970, όπου ο Άγιαξ νίκησε με 1-0. Προηγουμένως, τον ίδιο μήνα, είχε κάνει μια εκπληκτική επιστροφή στην ενεργό δράση, πετυχαίνοντας 6 γκολ στην νίκη του Αίαντα επί της AZ 67 Άλκμααρ, με 8-1! Η φανέλα με το №14 αποσύρθηκε από τον ολλανδικό σύλλογο προς τιμήν του, λίγες μέρες πριν συμπληρώσει τα 60 του χρόνια, στις 18 Απριλίου του 2007!

«Πάντα πίστευα ότι κάθε παίκτης πρέπει να μπορεί να αγωνίζεται σε όλες τις θέσεις του γηπέδου. Γι’ αυτό είναι τόσο σημαντικό να ακούνε όλοι τις ομιλίες περί τακτικής. Το αριστερό εξτρέμ δεν επιτρέπεται να αδιαφορεί όταν μιλάω για το δεξί μπακ»

Στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών της σεζόν 1970/71, στο “Γουέμπλεϊ”, με αντίπαλο τον Παναθηναϊκό. Οι Ολλανδοί κέρδισαν 2-0 και κατέκτησαν το τρόπαιο.

Στα 24 του πλέον, ήταν ξεκάθαρα το αγαπημένο παιδί του Μίχελς, αναλαμβάνοντας καθήκοντα που υπερέβαιναν πολλές φορές το αγωνιστικό κομμάτι και έφταναν μέχρι τα θέματα της πειθαρχίας! Το πρωτάθλημα χάθηκε, ωστόσο ο Άγιαξ κατέκτησε για πρώτη φορά στην ιστορία του το Κύπελλο Πρωταθλητριών Ομάδων Ευρώπης το 1971, κερδίζοντας στον τελικό του «Γουέμπλεϊ» τον Παναθηναϊκό με 2-0! Θα ακολουθούσαν άλλα δύο στη σειρά, το 1972 και το 1973! Η δουλειά του Μίχελς είχε ολοκληρωθεί. Μετά από 4 πρωταθλήματα και 3 κύπελλα Ολλανδίας, καθώς και ένα Πρωταθλητριών, αποχώρησε από το Άμστερνταμ με προορισμό την Βαρκελώνη! Εκεί, όπου τον περίμενε η Μπάρτσα, εκεί που θα υποδεχόταν λίγα χρόνια αργότερα ο ίδιος, τον αγαπημένο του ποδοσφαιριστή! Την φυγή του Μίχελς ακολούθησε ακατάσχετη φημολογία, η οποία έλεγε ότι ο Κρόιφ θα ακολουθούσε το ίδιο δρομολόγιο. Ωστόσο, άπαντες αποστομώθηκαν όταν τον Ιούλιο του 1971, υπέγραψε νέο 7ετές (!) συμβόλαιο με τον Αίαντα. Παρόλο που συχνά κατηγορούνταν ως φιλοχρήματος, επέλεξε να συνεχίσει την καριέρα του στην ομάδα που τον ανέδειξε, απορρίπτοντας τις καλύτερες οικονομικά προτάσεις των Μπαρτσελόνα και Φέγενορντ! Την ίδια χρονιά, το 1971, ανακηρύχθηκε Καλύτερος Ποδοσφαιριστής στην Ολλανδία για 4η συνεχή χρονιά, ενώ το «France Football» τον ανέδειξε Καλύτερο Ευρωπαίο Ποδοσφαιριστή, απονέμοντάς του την «Χρυσή Μπάλα». Ήταν ο πρώτος Ολλανδός που κέρδισε το συγκεκριμένο βραβείο!

«Η σύμπτωση είναι κάτι λογικό. Αν σουτάρω από 30 μέτρα για να βάλω γκολ, κατά πάσα πιθανότητα θα αποτύχω. Αν όμως το κάνω 20 φορές σε ένα ματς, τότε θα έχω καλές πιθανότητες να το πετύχω μια φορά»

Η αγωνιστική περίοδος που ακολούθησε (1971/72), ήταν ίσως, η πιο επιτυχημένη στην ιστορία του συλλόγου! Ο Στέφαν Κόβατς (Ștefan Kovács) που αντικατέστησε τον Μίχελς, δεν άλλαξε την φιλοσοφία της ομάδας. Ο Κρόιφ κυριολεκτικά πετούσε και ο Άγιαξ τα πήρε όλα! Πρωτάθλημα, κύπελλο, Διηπειρωτικό, ευρωπαϊκό Σούπερ Καπ! Αλλά το πιο σημαντικό επίτευγμα υπήρξε η νίκη στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών απέναντι στην Ίντερ του Μιλάνου. Η οποία μπορεί να μην είχε πλέον τον Ελένιο Ερέρα (Helenio Herera) στον πάγκο της, αφού στο μεταξύ είχε αποχωρήσει από τους «νερατζούρι», αλλά η φιλοσοφία του δέσποζε! Ο ήρωάς μας πέτυχε 2 γκολ στον τελικό και αναδείχθηκε και πρώτος σκόρερ της διοργάνωσης! Εκείνη, ήταν η πρώτη καθαρή νίκη  του «Ολοκληρωτικού Ποδοσφαίρου» απέναντι στο ποδόσφαιρο σκοπιμότητας, το «Κατενάτσιο». Ο Κόβατς έδωσε το περιβραχιόνιο του αρχηγού και τα κλειδιά της ομάδας στον Κρόιφ. Tο 1972 όμως, ενώ ήταν μια επιτυχημένη χρονιά για τον σύλλογο, είχαν ξεκινήσει τα προβλήματα με την διοίκηση του «Αίαντα», πιέζοντας για τη μεταγραφή του με προορισμό τη Μπαρτσελόνα του μέντορά του, ενώ παραπονιόταν συνεχώς για ενοχλήσεις από τον τραυματισμό στην βουβωνική χώρα, με αποτέλεσμα να χάσει πολλά παιχνίδια, πετυχαίνοντας παρόλα αυτά 19 γκολ σε 33 εμφανίσεις! Ο αστικός θρύλος λέει πως πολλοί από τους τραυματισμούς της περιόδου ήταν «φανταστικοί», λειτουργώντας ουσιαστικά ως μοχλός πίεσης προς την διοίκηση.

«Το να κερδίζεις ή να χάνεις, έχει να κάνει με την ανταγωνιστικότητα. Δεν είναι δυνατόν να κερδίζεις πάντα, μπορείς όμως να ελέγξεις την ικανότητα σου να ανταγωνίζεσαι μέχρι τέλους»

Ο Κόβατς όμως, παρά την κατάκτηση του Κυπέλλου Πρωταθλητριών το 1972, αποχώρησε από την τεχνική ηγεσία. Η διοίκηση θεώρησε ότι η ομάδα δεν ήταν παραγωγική υπό τις οδηγίες του και ο Τζορτζ Κνόμπελ (George Knobel) που τον αντικατέστησε δεν έγινε ποτέ συμπαθής στο μεγάλο αστέρι του ολλανδικού ποδοσφαίρου. Φυσικά τα αισθήματα ήταν αμοιβαία!  Ο Κνόμπελ έθεσε την αρχηγία του Κρόιφ σε αμφισβήτηση αποφασίζοντας να θέσει το ζήτημα σε ψηφοφορία  και άνοιξε έτσι ένας κύκλος γκρίνιας στα αποδυτήρια. Η δημοτικότητά του ανάμεσα στους συμπαίκτες του είχε εν τω μεταξύ μειωθεί δραματικά. Ο Κρόιφ ήταν καλοπληρωμένος επί Κόβατς και είχε σχεδόν τον απόλυτο έλεγχο στην ομάδα, ενώ δεν δίσταζε να επικρίνει και συμπαίκτες του όταν έκρινε ότι η απόδοση τους ήταν προβληματική! Ήταν φανερό πως μια ψηφοφορία δεν θα τον ευνοούσε. Όπως και έγινε! Οι συμπαίκτες του επέλεξαν για αρχηγό τον Πιτ Κάιζερ (Petrus Johannes “Piet” Keizer). Ο Κρόιφ ένιωσε ίσως για πρώτη φορά στην ζωή του ταπεινωμένος και αυτό ήταν το γεγονός που σφράγισε το εισιτήριο του, το καλοκαίρι του 1973, για την Βαρκελώνη! Έχοντας φτάσει να απειλήσει ακόμη και με αποχώρηση από το ποδόσφαιρο, συμμετείχε (σκοράροντας 2 γκολ) στο εναρκτήριο παιχνίδι της ολλανδικής περιόδου, εκτός έδρας εναντίον της Γκρόνιγκεν, στις 12 Αυγούστου.

«Όταν προηγείσαι 5-0, τότε δεν έχει νόημα να ψάξεις ένα 6ο γκολ. Πολύ πιο θεαματικό για την κερκίδα, είναι να προσπαθήσεις να σημαδέψεις το δοκάρι»

Την επόμενη ημέρα, στις 13 Αυγούστου του 1973, μετά από ένα απίστευτο παρασκήνιο και διαπραγματεύσεις, ο Γιόχαν Κρόιφ έγινε ο πιο ακριβοπληρωμένος ποδοσφαιριστής στον κόσμο και ο πρώτος Ολλανδός ποδοσφαιριστής που φόρεσε ποτέ τα μπλαουγκράνα! Στην πολύκροτη μετακίνηση υπήρξε εμπλοκή του Σαντιάγο Μπερναμπέου (Santiago Bernabéu de Yeste) που επιθυμούσε διακαώς την απόκτησή του για την Ρεάλ Μαδρίτης, μιας και η «Βασίλισσα» βρισκόταν σε μεταβατικό αγωνιστικό στάδιο, παράλληλα με τις εξαιρετικές σχέσεις του με την διοίκηση του Άγιαξ (μέσω χορηγών)! Η μετακίνηση του στη Μπάρτσα, στοίχισε στους Καταλανούς 2 εκατομμύρια δολάρια, ποσό παγκόσμιο ρεκόρ και τρομακτικό για εκείνη την εποχή! Στη Βαρκελώνη, θα έβρισκε τον μέντορα του, τον Ρίνους Μίχελς, δίδυμο που έμελλε να βάλει την σφραγίδα του σ’ έναν από τους σημαντικότερους συλλόγους στον κόσμο! Η Μπαρτσελόνα όταν υποδέχθηκε τον Κρόιφ, δεν περνούσε και τις καλύτερες ημέρες της, όντας χωρίς πρωτάθλημα για 13 χρόνια, από το 1960. Η άφιξη ενός από τα μεγαλύτερα αστέρια του παγκοσμίου ποδοσφαίρου εκείνη την εποχή, προκάλεσε παροξυσμό στους Καταλανούς! Έναν παροξυσμό που μετατράπηκε σε υστερική λατρεία, όταν κατά δήλωσή του προτίμησε την Μπαρτσελόνα για λόγους αρχής, απορρίπτοντας τα περισσότερα χρήματα που του προσέφερε η Ρεάλ Μαδρίτης, η οποία θρυλείται ότι υποστηριζόταν από το καθεστώς της Δικτατορίας του Φρανθίσκο Φράνκο (Dictadura de Francisco Franco). Για τους οπαδούς της Μπαρτσελόνα, έγινε ήρωας πριν καν φορέσει τη φανέλα της!

«Όταν πήραμε το πρωτάθλημα, ο κόσμος δεν μου έλεγε συγχαρητήρια, αλλά: Σε ευχαριστούμε. Τότε άρχισα να καταλαβαίνω τον χαρακτήρα των Καταλανών»

Το καλοκαίρι του 1973 ο Κρόιφ πήγε στη Μπαρτσελόνα, όπου συνάντησε τον πρώην προπονητή του στον Άγιαξ, τον Ρίνους Μίχελς.

Ο 26χρονος Κρόιφ έγινε ο «Ελ Σαλβαδόρ» (Ο Σωτήρας) για τους Καταλανούς! Ας σημειωθεί πως τη σεζόν 1973/74 δεν κατάφερε να παίξει εξ αρχής για λογαριασμό της νέας του ομάδας καθώς η μεταγραφή του είχε κολλήσει λόγω γραφειοκρατικών θεμάτων, αλλά οι οπαδοί της Μπαρτσελόνα τον θαύμασαν σε κάποια φιλικά!  Ήταν δε τέτοια η επιρροή που άσκησε σε ολόκληρο το ποδοσφαιρικό τμήμα που, ενώ η ομάδα βρισκόταν στις τελευταίες θέσεις της βαθμολογίας, με 2 νίκες, 3 ισοπαλίες και 5 ήττες (καθώς το πρωτάθλημα είχε ήδη ξεκινήσει στην Ισπανία όταν έφτασε εκεί), μετά το ντεμπούτο του, στις 28 Οκτωβρίου του 1973, όπου μάλιστα σκόραρε, η Μπάρτσα παρέμεινε αήττητη για 5 ολόκληρους μήνες, αποδίδοντας εκπληκτικό ποδόσφαιρο! Ο ίδιος σημείωσε ένα απίστευτο τέρμα απέναντι στην Ατλέτικο Μαδρίτης που έμεινε στην ιστορία ως το «γκολ φάντασμα» και έγινε μέρος και ενός εκπληκτικού ολλανδικού ντοκιμαντέρ, του «En Un Momento Dado» (Τη Δεδομένη Στιγμή), που γυρίστηκε το 2004 και είχε θέμα την επίδραση του Κρόιφ στη Μπαρτσελόνα και την Καταλονία γενικότερα! Το τέλος της αγωνιστικής περιόδου 1973/74 βρήκε την Μπάρτσα πρωταθλήτρια μετά από 14 χρόνια, με τον «Ιπτάμενο Ολλανδό» να απειλεί την δημοφιλία ακόμη και αυτού του Σαν Τζόρντι, του πολιούχου Άγιου και προστάτη της Καταλονίας, γνωστού σε εμάς ως Άγιο Γεώργιο.

«Δώσαμε ένα αστρονομικό ποσό για έναν αδύνατο αλητάκο που κάπνιζε σαν φουγάρο. Ήταν δυνατό να μας έσωζε; Και όμως το έκανε και ακόμα και σήμερα δεν έχουμε καταφέρει να του ανταποδώσουμε όσα μας προσέφερε …(λυγμοί) Μας έδωσε πίσω την περηφάνια μας!»

Μαρτυρία ενός απλού Καταλανού, από το “En Un Momendo Dado”

Ο Κρόιφ υπήρξε ο πρώτος παίκτης της Μπαρτσελόνα που φόρεσε τα χρώματα της σενιέρα (η καταλανική σημαία) στο περιβραχιόνιο του αρχηγού.

Έχοντας αναδειχθεί για δεύτερη φορά στην καριέρα του Καλύτερος Ποδοσφαιριστής στην Ευρώπη (1973), είχε έρθει η ώρα ν’ αφήσει το αποτύπωμα του και στην εθνική ομάδα της Ολλανδίας. Στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1974, οι «Οράνιε», καθοδηγούμενοι από τον Ρίνους Μίχελς, σύστησαν το «Ολοκληρωτικό Ποδόσφαιρο» σε όλο τον κόσμο, με τα φώτα της δημοσιότητας στραμμένα πάνω στον  Κρόιφ, που ως αρχηγός πλέον κάνει σπουδαίες εμφανίσεις! Με την σέντρα της διοργάνωσης, εμφανίστηκε στο γήπεδο φορώντας τη φανέλα της Ολλανδίας με δύο και όχι τρεις ρίγες στο μανίκι, το σήμα κατατεθέν της «adidas» που έντυνε την εθνική ομάδα, αφού ο ίδιος είχε προσωπικό συμβόλαιο με την «PUMA»! Πέρασαν με άνεση από τον Όμιλο με αντιπάλους την Ουρουγουάη (2-0), τη Σουηδία (0-0) και την Βουλγαρία (4-1), ενώ στη δεύτερη φάση, που είχε κι αυτή Ομίλους, διέλυσαν με 4-0 την Αργεντινή, κέρδισαν με 2-0 την Ανατολική Γερμανία, με τελευταίο αντίπαλο την εν ενεργεία Παγκόσμια Πρωταθλήτρια Βραζιλία, την οποία κέρδισαν με 2-0, σ’ ένα από τα «σκληρότερα» παιχνίδια στην ιστορία της διοργάνωσης! Το παιχνίδι της 3ης Ιουλίου, όπως αποδείχθηκε, δεν φόβισε στο κατ’ ελάχιστο τους Ολλανδούς, αφού όπως θυμάται ο Τζόνι Ρεπ (John Nicholaas “Johnny” Rep): «Αισθανόμασταν ότι κερδίζαμε ήδη 1-0 πριν ακόμη μπούμε στο γήπεδο. Τους βλέπαμε αφ΄ υψηλού, ή μάλλον δεν τους βλέπαμε καν»! Πριν από αυτόν τον αγώνα όμως, συνέβη ένα περιστατικό που «θρυλείται» ότι κατέστρεψε την αγωνιστική προσπάθεια των «Οράνιε»!

Η περίφημη “Cruyff Turn”, η εντυπωσιακή ντρίμπλα που καθιέρωσε ο Ολλανδός, αποφεύγοντας τον αντίπαλο με προσποίηση πάσας ή σουτ και την στροφή 180 μοιρών. Το “θύμα” εδώ, ο Γερμανός Μπέρτι Φογκτς.

Στις 30 Ιουνίου, μετά τον αγώνα με την Ανατολική Γερμανία, κάποιοι από τους παίκτες πήγαν για διασκέδαση σε μια ντισκοτέκ του στο Μύνστερ, στη βορειοδυτική Γερμανία, ενώ άλλοι, όπως ο Κρόιφ κι ο Ρομπ Ρένσενμπρινκ (Pieter Robert “Rob” Rensenbrink), έμειναν στο ξενοδοχείο. Στο ίδιο ξενοδοχείο έμενε κι ένας δημοσιογράφος της «Stuttgarter Nachrichten», ο Γκουίντο Φρικ, ο οποίος ενοχλήθηκε από τη φασαρία του πάρτι που έχει οργανωθεί σε ένα από τα δωμάτια των Ολλανδών! Διαμαρτυρήθηκε, κι αυτοί για να τον κατευνάσουν τον κάλεσαν μέσα, ενώ αργότερα πήγαν στη πισίνα για νυχτερινό μπάνιο. Αυτός την επόμενη μέρα έστειλε το ρεπορτάζ στην εφημερίδα του, ενώ παράλληλα πούλησε την ιστορία σ’ έναν δημοσιογράφο της «Bild». Στις 2 Ιουλίου η διαβόητη για το μείγμα κουτσομπολιού, επιθετικής γλώσσας και αισθησιασμού εφημερίδα βγήκε με έναν τίτλο, αντάξιο της φήμης της: «Ο Κρόιφ, σαμπάνιες, γυμνά κορίτσια και βουτιές», ενώ στο άρθρο γινόταν λόγος για όργια, ΜΕ φωτογραφίες, που δεν εμφανίστηκαν ποτέ! Τα νέα έφτασαν στην Ολλανδία με φυσικό επακόλουθο πολλές από τις συντρόφους των παικτών να έλθουν στη Γερμανία κατόπιν ειδική άδειας του Μίχελς ώστε να ηρεμήσουν τα πράγματα.

Η Ντάνι Κόστερ ΔΕΝ πήγε στη Γερμανία, αλλά άπαντες θυμούνται τα πολύωρα τηλεφωνήματα με σκοπό να την καθησυχάσει. Θρυλείται ότι σ’ ένα απ’ αυτά τα τηλεφωνήματα υποσχέθηκε ότι δεν θα ξαναφύγει για μεγάλο διάστημα κι ότι ΔΕΝ ΘΑ ΕΠΑΙΖΕ στην τελική φάση του επόμενου Παγκόσμιου Κυπέλλου, εφόσον προκρινόταν η Ολλανδία! Ο Γιαν Σβαρτσκράους (Johannes Hermanus Hendrikus “Jan” Zwartkruis), εθνικός προπονητής το 1976, αποκάλυψε πως ο ίδιος ο Κρόιφ του ‘χε πει ότι δεν θα πάει στην Αργεντινή. Ο Φρικ πάντως, κάποια στιγμή είπε ότι ουσιαστικά δεν συνέβη κάτι σημαντικό και ότι ο ίδιος συζητούσε με τον Κρόιφ για θέματα τακτικής! Το γεγονός παραμένει ότι παρά την έκτακτη συνέντευξη τύπου που αναγκάστηκε να δώσει ο Μίχελς υποστηρίζοντας τους παίκτες του, η ηρεμία της ομάδας είχε διαταραχθεί! Μετά την πρόκριση επί της Βραζιλίας, στον τελικό του Μονάχου στις 7 Ιουλίου, τα πράγματα έμοιαζαν να πάνε κατ’ ευχήν: οι Ολλανδοί είναι στη σέντρα, παίζουν για σχεδόν 2 λεπτά αλλάζοντας 15 πάσες με την τελευταία να φτάνει στα πόδια του Κρόιφ. Αυτός επιταχύνει κατά μέτωπο, σταματά, επιταχύνει ξανά φτάνοντας στην μεγάλη περιοχή της Γερμανίας όπου και κέρδισε πέναλτι, με τους Γερμανούς να παρακολουθούν σαστισμένοι και να μην έχουν αγγίξει την μπάλα ούτε μια φορά μέχρι εκείνο το σημείο!  Εύστοχο χτύπημα από τον Γιόχαν Νέεσκενς (Johannes Jacobus “Johan” Neeskens) και 1-0, με τη συνέχεια όμως να είναι εντελώς διαφορετική! Ο Κρόιφ κάνει λάθη, είναι άστοχος, «δείχνει» χωρίς ψυχραιμία και γλιτώνει τη δεύτερη κίτρινη στο 70΄! Το τέλος του  αγώνα βρήκε νικητές με 2-1 τους Γερμανούς. Η Ολλανδία γίνεται η νέα «Βασίλισσα Χωρίς Στέμμα» ενώ ο Κρόιφ αναδεικνύεται Καλύτερος Παίκτης της διοργάνωσης!

«Οι Ισπανοί παίκτες είναι ιδανικοί για να δουλέψεις μαζί τους. Αντίθετα, οι Ολλανδοί, μόλις ανοίξεις το στόμα σου για να πεις κάτι, έχουν ήδη προλάβει να πουν: Ναι, αλλά…».

Μετά την απογοητευτική 3η θέση στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 1976, συνέβαλε αποφασιστικά στην πρόκριση για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1978, ιδιαίτερα στη νίκη με 2-0 επί του Βελγίου τον Μάρτιο του 1977, που έκρινε την πρόκριση. Αφού αυτή εξασφαλίστηκε, «φάνηκε» να υποδεικνύει τους παίκτες που θα συμμετείχαν στο Μουντιάλ της Αργεντινής, αφήνοντας έκτος («θρυλείται» ότι το είχε κάνει και το 1974), τον Κορυφαίο Ολλανδό τερματοφύλακα της εποχής, τον Γιαν φαν Μπέβερεν (Jan van Beveren) και τον Κορυφαίο (μέχρι ΚΑΙ σήμερα!) Σκόρερ του ολλανδικού πρωταθλήματος, τον Βίλι φαν ντερ Κούιλεν (Wilhelmus Martinus Leonardus Johannes “Willy” van der Kuijlen), με τους οποίους (ειδικά τον δεύτερο) είχε απίστευτα κακές σχέσεις! Συμπληρωματικά να πούμε ότι και οι δυο ήταν παίκτες της Αϊντχόβεν, ενώ και οι δύο δεν ήθελαν για μάνατζερ τον πεθερό του Κρόιφ, τον Κορ Κόστερ. Φτάνουμε έτσι τον Οκτώβριο του 1977, όπου εντελώς αιφνιδιαστικά αναγγέλλει επίσημα την αποχώρηση από την Εθνική! Πολλά λέχθηκαν, με πιο διαδεδομένο την ένδειξη διαμαρτυρίας για τη χούντα του Βιντέλα. Αλλά, τον Απρίλιο του 2008 σε ραδιοφωνική του συνέντευξη στο «Catalunya Ràdio» ο ίδιος αποκάλυψε ότι τον Σεπτέμβριο του 1977, ένας οπλισμένος κακοποιός, ο Κάρλος Γκονθάλεθ Βέρμπουργκ, με τη δικαιολογία ότι μεταφέρει μήνυμα του Μίχελς, εισέβαλε στο σπίτι τον έδεσε στην πολυθρόνα, δένοντας παράλληλα και τη γυναίκα του. «Είχα ένα περίστροφο στο κεφάλι μου, ήμουν δεμένος, η γυναίκα μου επίσης και τα παιδιά ήταν στο σπίτι!»

«Για να παίξεις σε ένα Παγκόσμιο Κύπελλο πρέπει να είσαι 200% έτοιμος και συγκεντρωμένος. Υπάρχουν στιγμές στην ζωή, που κάποια πράγματα έχουν μεγαλύτερη αξία από απ’ αυτό»

Σύμφωνα με όσα είπε, η Ντάνι κατάφερε να λυθεί και έτρεξε για βοήθεια στους γείτονες. Ο εισβολέας προσπάθησε να διαφύγει αλλά συνελήφθη. Για ένα διάστημα 4 μηνών, αστυνομικοί βρίσκονταν συνεχώς στο σπίτι του, ενώ και τα παιδιά του πήγαιναν στο σχολείο συνοδευόμενα από άνδρες της Ασφάλειας! Σύμφωνα πάντα με τον ίδιο, η επίθεση εκλήφθηκε ως προειδοποίηση του αργεντίνικου καθεστώτος, αποφασίζοντας να μη ταξιδέψει στην Αργεντινή, ΑΛΛΑ και πουθενά αλλού, αφήνοντας μόνη της την οικογένεια. Ήταν και η κόντρα της «PUMA» (με την οποία είχε ακόμη συμβόλαιο) με την «adidas» που έντυνε τους «Οράνιε», που δεν είχε τελειώσει, ενώ και η άρνηση του Κνόμπελ (του ίδιου με τον οποίο είχε έρθει σε ρήξη στα χρόνια του στον Άγιαξ!), που ήταν τότε ομοσπονδιακός προπονητής στην Ολλανδία, να δεχθεί για βοηθό του τον φίλο του Ζακ φαν Ζάντεν (Jaque van Zanden), παλιό συνεργάτη του Μίχελς, σήμανε το αντίο του «Ιπτάμενου Ολλανδού» στην εθνική ομάδα, την οποία άφησε έχοντας πετύχει 33 γκολ σε 48 αγώνες.

Στο μεταξύ η καριέρα του στη Μπαρτσελόνα, αν και ήταν μόλις 28 χρονών, δεν συνεχίστηκε όσο εντυπωσιακά ξεκίνησε. Ο τελικός απολογισμός των 83 γκολ σε 227 παιχνίδια, καθώς και η κατάκτηση ενός πρωταθλήματος και ενός κυπέλλου από το 1973 μέχρι και το 1978, όταν και αποχώρησε ως παίκτης από την Βαρκελώνη, φαντάζει και είναι μικρός μπροστά στα 190 γκολ σε 240 συμμετοχές, που ήταν τα προηγούμενα επιτεύγματά του, με την φανέλα του Αίαντα. Σημαντικό ρόλο σε αυτό έπαιξαν πέραν της δεδομένης τότε (λόγω δικτατορίας) εξωαγωνιστικής παντοδυναμίας της Ρεάλ Μαδρίτης και δύο ακόμη γεγονότα. Το πρώτο ήταν η αποχώρηση του Μίχελς από την τεχνική ηγεσία το 1975 και το δεύτερο αφορούσε τις αντοχές του ίδιου, που επί 14 χρόνια έπαιζε αδιάκοπα σχεδόν 35 παιχνίδια κάθε χρονιά, νούμερο για εκείνη την εποχή πολύ υψηλό! Ειδικά, μάλιστα, αφού συνδυαζόταν και με τα τουλάχιστον 20 τσιγάρα την ημέρα  που κάπνιζε συστηματικά!

Παρέμεινε όμως είδωλο για τους Καταλανούς και λάτρεψε και ο ίδιος τον σύλλογο και την πόλη. Επέλεξε να βαφτίσει τον γιο του με το Καταλανικό όνομα Τζόρντι (αντί του ισπανικού Χόρχε) παρά την ρητή απαγόρευση του καθεστώτος που δεν επέτρεπε τότε στους Καταλανούς να δίνουν καταλανικά ονόματα στα παιδιά τους. Ο ίδιος αργότερα ανέφερε σχετικά: «Πήγαμε στο δημαρχείο και είπαμε ότι επιλέξαμε το όνομα Jordi. Μας είπαν να φύγουμε και να επιστρέψουμε με άλλο όνομα, επειδή αυτό απαγορεύεται. Τότε τους είπα ότι είμαστε Ολλανδοί, μας αρέσει το όνομα Jordi και όχι το Jorge και αυτό θα δίναμε στο παιδί μας» Κανένας φυσικά από τους διορισμένους του Φράνκο δεν τόλμησε να αποτρέψει την βάφτιση. Ο Τζόρντι ήταν προγραμματισμένο να γεννηθεί στις 15 Φεβρουαρίου του 1974. Την ίδια μέρα η Μπάρτσα θα έπαιζε στην Μαδρίτη με την Ρεάλ. Ο Κρόιφ, μετά από παρότρυνση του Μίχελς, ζήτησε από την σύζυγο του να υποβληθεί σε καισαρική τομή στις 9 Φεβρουαρίου, μία εβδομάδα νωρίτερα δηλαδή, ώστε να προλάβει να αγωνιστεί στο «classico»! Έτσι και έγινε! Αγωνίστηκε κανονικά και η Μπάρτσα κέρδισε με 0-5, σημειώνοντας μια από τις μεγαλύτερες νίκες της ιστορίας της απέναντι στην Ρεάλ!

«Ο Μίκαελ Λάουντρουπ (Michael Laudrup) δεν είχε μέσα του την πρωτόγονη οργή που χρειάζεται ο ποδοσφαιριστής. Ήταν ένας αρτίστας. Οπότε το μόνο που είχα να κάνω εγώ, ήταν να τον εκνευρίσω»

Στις 7 Νοεμβρίου του 1978 ο Κρόιφ, έχοντας αποφασίσει να σταματήσει το ποδόσφαιρο στα 31 του χρόνια, αγωνίστηκε στο «αποχαιρετιστήριο» παιχνίδι του στο Άμστερνταμ, με αντιπάλους τον Άγιαξ και τη Μπάγερν Μονάχου! Μπροστά σε 63.000 θεατές, το ματς θα τελειώσει μ’ έναν πρωτοφανή διασυρμό, 0-8! Ο Κρόιφ βγήκε αλλαγή μετά το 8ο γκολ, ενώ η δεξίωση ματαιώθηκε! Πέραν της υποβόσκουσας έχθρας μεταξύ Ολλανδών και Γερμανών, απόρροια των θηριωδιών του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, υπήρχε και η προϊστορία των δυο ομάδων! Το καλοκαίρι του 1972, ο Άγιαξ είχε κερδίσει 0-5 μέσα στο Μόναχο σε φιλικό, με τον Γιόχαν Νέεσκενς να θεωρεί ότι ήταν το καλύτερο ματς που έπαιξαν ποτέ! Λίγο αργότερα, στις 7 Μαρτίου του 1973, στα ημιτελικά του Κυπέλλου Πρωταθλητριών, ο Άγιαξ κέρδισε 4-0 σ’ έναν αγώνα-επίδειξη του ολοκληρωτικού ποδοσφαίρου, που σύμφωνα με την εφημερίδα «Εκίπ» ήταν το καλύτερο ματς στην ιστορία των ευρωπαϊκών πρωταθλημάτων. Ήταν και οι αποδοκιμασίες του κόσμου προς τους Γερμανούς, που προηγήθηκαν στο ημίχρονο με 2-0, για ν’ ακολουθήσει η «σφαγή» στο δεύτερο! Στις 11 Νοεμβρίου του 1978, έδωσε μια συνέντευξη στον ισπανικό τύπο λέγοντας ότι «..το αντίο μου στο ποδόσφαιρο είναι οριστικό». Λίγες μέρες αργότερα έφυγε για τις Ηνωμένες Πολιτείες, για να παίξει εκεί ποδόσφαιρο και συνέχισε να παίζει για άλλα έξι χρόνια ακόμα! Όλ’ αυτά λόγω προβλημάτων με την ισπανική εφορία, που ανακάλυψε κάτι εκατομμύρια που της χρωστούσε ο Κρόιφ, αλλά και απώλειας τεράστιου μέρους της μέχρι τότε περιουσίας του από έναν απατεώνα, τον Μισέλ Μπαζίλεβιτς (Michel Georges Basilievich) ο οποίος τον έμπλεξε σε μια σειρά σκοτεινές επιχειρήσεις (χοιροτροφείο κ.λ.π.), πριν εξαφανιστεί με τα λεφτά των «επενδύσεων»!

«Αν οι αντίπαλοι έχουν δυο ικανότατους επιθετικούς, έναν άριστο και έναν πολύ καλό, το φυσιολογικό θα ήταν να ρίξω στον άριστο τον άριστό μου αμυντικό και στον πολύ καλό τον πολύ καλό μου αμυντικό. Ε! λοιπόν όχι! Εμείς δεν το κάνουμε έτσι. Ο καλύτερος δικός μας αμυντικός πάει πάνω στον λιγότερο καλό επιθετικό τους. Ένα πρόβλημα λιγότερο»

Πέρασε λοιπόν στην άλλη μεριά του Ατλαντικού, όπου αγωνίστηκε για 2 χρόνια στο Αμερικανικό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου. Από τον Μάιο του 1979, με τους Λος Άντζελες Άζτεκς, όπου σε 23 εμφανίσεις σημείωσε 13 γκολ και το 1980, με τους Ουάσιγκτον Ντίπλοματς, που σε 30 εμφανίσεις σημείωσε 12 γκολ. Τέλη του 1980, αρχές του 1981, σχεδόν στα 34 του χρόνια, έχοντας παίξει ωραίο (και εξαιρετικά καλοπληρωμένο…) ποδόσφαιρο στις ΗΠΑ, βρίσκεται σχεδόν χωρίς δουλειά, αφού οι Αμερικανοί δεν φαίνεται να προσελκύονται από το… soccer, με αποτέλεσμα οι ομάδες/ιδιοκτήτες να σταματήσουν να προσφέρουν μεγάλα συμβόλαια, αντιμετωπίζοντας παράλληλα οικονομικά προβλήματα. Χωρίς να έχει βρει ακόμη ομάδα, ξεκινά (άτυπα) την προπονητική του καριέρα, αφού στις 24 Νοεμβρίου, αποδέχτηκε την πρόταση του (παραπαίοντος αγωνιστικά και βαθμολογικά) Άγιαξ για «τεχνικός σύμβουλος» του προπονητή Λέο Μπενάκερ (Leo Beenhakker). Έξι μέρες αργότερα, στις 30 Νοεμβρίου του 1980, ο Άγιαξ υποδέχθηκε την Τβέντε. Προηγήθηκε μεν, αλλά πριν το ημίχρονο βρισκόταν πίσω στο σκορ με 1-3! Άφησε την θέση του και κατέβηκε στον αγωνιστικό χώρο, παίρνοντας θέση δίπλα στον Μπενάκερ, με την κάμερα να τον «πιάνει» αμέτρητες φορές να δίνει εντολές προς τον αγωνιστικό χώρο! Ο Άγιαξ γύρισε το παιχνίδι και θριάμβευσε με 5-3!

«Δεν είμαι θρήσκος. Στην Ισπανία και οι 22 παίκτες κάνουν τον σταυρό τους πριν μπουν στο γήπεδο. Αν υπήρχε Θεός, τότε όλα τα ματς θα τελείωναν ισόπαλα. Όμως δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Πράγμα που σημαίνει ότι απέδειξα πως δεν υπάρχει Θεός»

Αυτό που θέλει όμως είναι να επιστρέψει στην ενεργό ποδοσφαιρική δράση, αφού προσδοκά να επανέλθει ΚΑΙ στους «Οράνιε» ώστε να αγωνιστεί στο Μουντιάλ του 1982, που -ειρήσθω εν παρόδω- θα γινόταν στην Ισπανία, δεδομένου ότι διατηρούσε ατόφιες τις σχέσεις του και την περιουσία του στη Βαρκελώνη! Τον Ιανουάριο του 1981, βρίσκεται σε μια περίοδο που θεωρείται ψιλοξοφλημένος για τις μεγάλες ομάδες και πανάκριβος για τις μικρομεσαίες! Φορώντας τη φανέλα της Ντόντρεχτ, παίζει τρία φιλικά ματς, το ένα κόντρα στην Τσέλσι, απορρίπτοντας προτάσεις από τη Σκωτία και τη Γερμανία (μάλλον το Αμβούργο, μέσω του πεθερού-μάνατζερ Κορ Κόστερ!), ενώ η Άρσεναλ δείχνει ενδιαφέρον, αφού πρώτα όμως διαπιστώσει τη κατάστασή του, προτιμώντας να περιμένει το καλοκαίρι. Τέλη Γενάρη του 1981 έρχεται πρόταση από τη Λέστερ, τελευταία στο πρωτάθλημα, με 11 ματς να απομένουν, ζητώντας αποζημίωση 4.000 λίρες για το καθένα! Στις 25 Φεβρουαρίου, η Sun αποκαλύπτει συμφωνία, αλλά στις 28 Φεβρουαρίου, ο Κρόιφ επισημοποιεί τη μεταγραφή του στη Λεβάντε, στην δεύτερη κατηγορία του ισπανικού πρωταθλήματος! Αγωνίστηκε εκεί σε 10 αγώνες πετυχαίνοντας μόλις 2 γκολ, αντιμετωπίζοντας πολλά προβλήματα και δυσπιστία, μη καταφέρνοντας τελικά την άνοδο!

«Το δυσκολότερο πράγμα για τους παίκτες και τους ανθρώπους, είναι να καταλάβουν ότι δεν υπάρχει τίποτα για να καταλάβουν»

Αγωνίστηκε για μια σεζόν (1983/84) στη Φέγενορντ, κατακτώντας το νταμπλ (44 συμμετοχές – 13 γκολ), ενώ ψηφίστηκε ως ο Κορυφαίος Παίκτης του πρωταθλήματος, ολοκληρώνοντας με θριαμβευτικό τρόπο την ποδοσφαιρική του πορεία μέσα στα γήπεδα.

Χάθηκε και η πιθανότητα της διεθνούς επανόδου, αφού στο κρίσιμο παιχνίδι εναντίον της Γαλλίας στο Ρότερνταμ, στις 25 Μαρτίου του 1981, και παρά το γεγονός ότι ήταν στη λίστα των διεθνών, δεν θα κατέβει να παίξει! Τελευταία στιγμή, διαφώνησε με τον προπονητή Κις Ράιβερς (Cornelus Bernardus “Kees” Rijvers), απαιτώντας να έχει λόγο στη σύνθεση της ομάδας! Η ευρωπαϊκή σεζόν τελείωσε τον Ιούνιο, με τον Κρόιφ να αποδέχεται την πρόταση του Σίλβιο Μπερλουσκόνι (Silvio Berlusconi), που του προσφέρει 20.000 δολάρια για να παίξει με τη Μίλαν σ’ ένα τουρνουά μεταξύ ομάδων που είχαν κατακτήσει το Διηπειρωτικό. Καταλήγει σ’ ένα φιάσκο, αφού στον πρώτο αγώνα εναντίον της Φέγενορντ, γίνεται αλλαγή στο 46ο λεπτό και αποχωρεί αποδοκιμαζόμενος! Ωστόσο, επιστρέφει στην Ολλανδία και τις περιόδους 1981/82 και 1982/83, φόρεσε ξανά τις ποδοσφαιρικές του τάπες, κατακτώντας άλλα 2 πρωταθλήματα με τον Αίαντα και πραγματοποιώντας μάλιστα εξαιρετικές εμφανίσεις. Δύο χαρακτηριστικά στιγμιότυπα: Στις 3 Απριλίου του 1982, σ’ έναν αγώνα εναντίον της  Ναϊμέγκεν στο Άμστερνταμ, σε μια από τις πιο συμβολικές αλλαγές στην ιστορία του ποδοσφαίρου, με την έναρξη του 2ου ημιχρόνου παραχώρησε τη θέση του στον 17χρονο Μάρκο φαν Μπάστεν (Marcel “Marco” van Basten)! Στις 5 Δεκεμβρίου του 1982, σε αγώνα κόντρα στη Χέλμοντ Σπορτ, εκτέλεσε ένα από τα πιο διάσημα πέναλτι της ιστορίας, αφού αντί να σουτάρει απευθείας, έδωσε πάσα στον συμπαίκτη του Γέσπερ Όλσεν (Jesper Olsen), ο οποίος του την επέστρεψε εκ νέου, με τον «Ιπτάμενο Ολλανδό» να ολοκληρώνει στέλνοντάς την στα δίχτυα!

«Οι επιθετικοί μου πρέπει να τρέχουν μόνο 15 μέτρα, εκτός και αν είναι βλάκες ή κοιμούνται»

«Ξέρεις αν ένας παίκτης χτυπάει σωστά τη μπάλα, όχι βλέποντάς τον, αλλά ακούγοντας τον ήχο που κάνει το παπούτσι του στην επαφή με τη μπάλα»

Το καλοκαίρι του 1983, η διοίκηση της ομάδας, έκρινε ότι δεν θα έπρεπε να προσφέρει νέο συμβόλαιο στον 36χρονο πια Κρόιφ. Εκείνος απάντησε υπογράφοντας στην Φέγενορντ την οποία οδήγησε, μαζί με τον πιτσιρικά Ρούντ Γκούλιτ (Ruud Gullit) και τον Πίτερ Χούτμαν (Peter Houtman) στην κατάκτηση του πρωταθλήματος και του κυπέλλου μετά από 10 χρόνια ανομβρίας! Έκανε «νταμπλ» με τη μισητή αντίπαλο του Αίαντα, παίζοντας σχεδόν σε όλα τα παιχνίδια της σεζόν παρά την ηλικία του, σκοράροντας και 13 φορές μόνο και μόνο για να αποδείξει στους ανθρώπους του Άγιαξ ότι δεν τον σεβάστηκαν, λέγοντάς του ότι ήταν πολλά τα χρήματα που ζήταγε.  Και στα 37 του, ψηφίστηκε για ακόμη μια φορά ως ο Καλύτερος Παίκτης του ολλανδικού πρωταθλήματος! Αγωνίστηκε για τελευταία φορά στις 13 Μαΐου του 1984 και αποσύρθηκε έχοντας κερδίσει συνολικά στην καριέρα του 21 τίτλους σε ομαδικό επίπεδο και αμέτρητες ατομικές διακρίσεις! Ο Κρόιφ υπήρξε κάτι παραπάνω από παίκτης, σε έναν σύλλογο που ήταν πάντα, κάτι παραπάνω από μια ομάδα! Δεν είχε πλέον τίποτα άλλο να αποδείξει σε κανέναν, τουλάχιστον ως ποδοσφαιριστής!

Ήταν παραπάνω από προφανές, ότι το ενδιαφέρον που επέδειξε για την τακτική κατά την διάρκεια της σταδιοδρομίας του ως ποδοσφαιριστής και η λατρεία που είχε για τον Μίχελς, θα τον οδηγούσαν στο να ακολουθήσει και καριέρα προπονητή. Και έτσι ακριβώς συνέβη! Ανέλαβε τον Άγιαξ την περίοδο 1986/87 και ακολούθησε το δόγμα Μίχελς, του «ολοκληρωτικού ποδοσφαίρου» δηλαδή, συμπληρώνοντας όμως και μια σημαντική παράμετρο, καθώς έβλεπε πάντα τους ποδοσφαιριστές του πρώτα σαν ανθρώπους και μετά σαν παίκτες, κάτι που τον έκανε πολύ αγαπητό! Με τον Άγιαξ κέρδισε τίτλους, με κυριότερο το Κύπελλο Κυπελλούχων Ευρώπης, το 1987 στην Αθήνα και ανέδειξε μερικούς σπουδαίους ποδοσφαιριστές όπως τον Φρανκ Ράικαρντ (Franklin Edmundo Rijkaard), τον Άρον Βίντερ (Aron Mohamed Winter), τον Ντάνι Μπλιντ (Dirk Franciscus “Danny” Blind), τον Ντένις Μπέργκαμπ (Dennis Nicolaas Maria Bergkamp) και τον Μάρκο φαν Μπάστεν. Ακόμα και ο Ζαν-Μαρκ Μποσμάν (Jean-Marc Bosman), ο άνθρωπος που άλλαξε τον χάρτη του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου, πέρασε από τα χέρια του!

«Το πρώτο πράγμα που πρέπει να προσέχεις σε έναν παίκτη, είναι από πού κατάγεται, ποιος είναι ο χαρακτήρας του. Δεν είμαστε όλοι ίδιοι»

Η επιστροφή του στη Μπαρτσελόνα το 1988 σε ρόλο αυτή τη φορά προπονητή, ήταν σχεδόν καρμικό να συμβεί. Ο «Σωτήρας» του 1973, ξανάγινε τέτοιος από την άκρη του πάγκου της! Απέναντί του είχε τη περίφημη «Πεντάδα του Γύπα» (La Quinta del Buitre) της Ρεάλ Μαδρίτης με τα 5 συνεχόμενα πρωταθλήματα, αποφασίζοντας ν’ πρωτοπορήσει στον τρόπο που πρέπει να δουλεύουν οι ποδοσφαιρικοί σύλλογοι. Η φιλοσοφία του ολοκληρωτικού ποδοσφαίρου μεταλαμπαδεύτηκε στην «Λα Μασία» (= Η Αγροικία), την περίφημη ακαδημία ποδοσφαίρου  των Καταλανών, που ουσιαστικά είναι δικό του δημιούργημα! Εκεί, εφάρμοσε και τελειοποίησε τις τεχνικές που λειτουργούσαν στον Άγιαξ. Έκανε πράξη το όραμα του Ρίνους Μίχελς που έλεγε ότι η τεχνική των παικτών πρέπει να υπερβαίνει τις φυσικές τους ικανότητες, αλλά πάνω απ’ όλα, εφάρμοσε την δική του ξεχωριστή φιλοσοφία και απαίτησε τον απόλυτο έλεγχο στο ποδοσφαιρικό τμήμα να τον έχει ο προπονητής και μόνο! Νέες ασκήσεις προστέθηκαν στις προπονήσεις όπως τα «Ρόντος», το γνωστό μας «κορόιδο», κάτι που τότε θεωρήθηκε καθαρή τρέλα αλλά είχε σαφέστατη στόχευση. Όπως ο ίδιος ο εξηγούσε: «Σε μικρό χώρο, η κίνηση πρέπει να είναι διαρκής και οι πάσες χειρουργικής ακρίβειας. Μπορείς να κλείσεις τον χώρο πιο αποτελεσματικά όταν αλλάζεις πάσες διατηρώντας την κατοχή και αναγκάζοντας τον αντίπαλο να κινείται σε συγκεκριμένους χώρους, αντί να προσπαθείς απλά να κερδίσεις την μπάλα χρησιμοποιώντας ατομικά μαρκαρίσματα.»

«Οι καλύτερες ομάδες, βασίζονται σε γηγενείς ποδοσφαιριστές. Ούτε εγώ, ούτε ο σύλλογος θέλουμε να επαναληφθεί η ιστορία. Για να επιτύχουμε, πρέπει να αλλάξουμε την ιστορία!»

Μαζί με τον καλύτερο μαθητή του, τον Πεπ Γκουαρδιόλα.

Προώθησε από τη «Μασία» τον Πεπ Γουαρδιόλα (Josep “Pep” Guardiola Sala), ενώ σημαντικοί ποδοσφαιριστές αποκτήθηκαν αλλά και γηγενείς αναδείχθηκαν σε πρωταγωνιστικούς ρόλους. Ο σύλλογος κατέκτησε 4 συνεχόμενα πρωταθλήματα, το Κύπελλο Κυπελλούχων του 1988/89, και δίνοντας στη Μπάρτσα το παρατσούκλι «Ντριμ Τιμ» όταν το 1992 «έσπασε» τη κατάρα κατακτώντας στο «Γουέμπλεϊ» το πρώτο Κύπελλο Πρωταθλητριών Ευρώπης της ιστορίας της, 11 τίτλους από το 1988 μέχρι το 1996! Αυτό που δεν είχε καταφέρει, φορώντας τα μπλαουγκράνα ο «Ελ Σαλβαδόρ», να οδηγήσει δηλαδή την Μπαρτσελόνα στην κορυφή της Ευρώπης, το έκανε ως προπονητής της στο ίδιο γήπεδο που είχε στεφθεί το 1971 για πρώτη φορά ο ίδιος Πρωταθλητής Ευρώπης! Τότε είναι που έγινε σύμβολο για τους Καταλανούς. Γιατί σημασία, πέρα από τους τίτλους, ήταν ο τρόπος που αυτοί ήρθαν. Κατάφερε να «παντρέψει» την αίσθηση της ελευθερίας και πρωτοβουλίας του ολλανδικού ποδοσφαίρου με τους Λατίνους! Επίσης, ο Κρόιφ «μοντερνοποίησε» το «κλάσικο», μετατρέποντάς το στο σημαντικότερο συλλογικό παιχνίδι στον κόσμο, δίνοντας αγωνιστική υπόσταση στην κόντρα με τη Ρεάλ Μαδρίτης, αφού ο ανταγωνισμός άφησε πίσω την πολιτική αντιπαράθεση Καταλωνίας-Ισπανίας, μιλώντας πλέον με ποδοσφαιρικά κριτήρια, απαλλαγμένη σε μεγάλο βαθμό από τα πολιτικά βαρίδια του παρελθόντος. Οι αριστοκρατικοί «αστεράτοι» άσπροι με τις προσωπικότητες πάνω από τον προπονητή/σύλλογο/σύνολο, απέναντι στους στυλάτους «στρατιώτες» μπλαουγράνα με το στυλ παιχνιδιού που ο τίτλος είναι αποτέλεσμα του παιχνιδιού και όχι αυτοσκοπός για την επιβεβαίωση της ανωτερότητας!

Τα περίφημα Τσούπα-Τσουπς

Το πάθος του για το τσιγάρο όμως, παραλίγο να του κοστίσει τη ζωή. Το 1991 όλη η Καταλονία κρεμόταν από τα χέρια του Κου Μάριους Πετί (Màrius Petit), του καρδιολόγου που ανέλαβε να τον υποβάλει σε επέμβαση bypass. Η εγχείρηση πέτυχε και μάλιστα ο ίδιος, κλονισμένος από την περιπέτεια του, που του θύμισε τον θάνατο του πατέρα του από παρόμοια αίτια, συμμετείχε σε διαφημιστική εκστρατεία κατά του καπνίσματος, ενώ αντικατέστησε το τσιγάρο με ένα γλειφιτζούρι που έγινε σήμα κατατεθέν του, τα περίφημα «Τσούπα-Τσουπς»! Η πίεση που είχε το πόστο του προπονητή σε έναν τόσο μεγάλο σύλλογο, ήταν ούτως η άλλως μεγάλη και το κάπνισμα δεν την μείωνε στο ελάχιστο.

«Οι Ιταλοί δεν μπορούν να μας κερδίσουν, αλλά σίγουρα μπορούμε να χάσουμε από αυτούς»

Στο μεταξύ, οι σχέσεις του με την διοίκηση, μετά κυρίως το 1994 και την ήττα με 1-4 στον τελικό που «όλα έγιναν ανάποδα», αυτόν της Αθήνας κόντρα στην Μίλαν, δεν ήταν και οι καλύτερες, χωρίς ο ίδιος να είναι άμοιρος ευθυνών. Στον τελικό άφησε εκτός αγώνα τον Μίκαελ Λάουντρουπ (Michael Laudrup), στερώντας ένα τρομερό όπλο από την ομάδα, ενώ πέρα από τα λάθη τακτικής, η αλαζονεία ξεχείλιζε! Οι Καταλανοί ήταν γεμάτοι απ’ αυτήν, ο ίδιος φωτογραφιζόταν με το κύπελλο πριν τον αγώνα, ενώ λέγεται ότι έστειλε σχεδόν απροετοίμαστη την ομάδα στον αγώνα! Οι δηλώσεις του ήταν υποτιμητικές για την Μίλαν, δίνοντας ακόμα μεγαλύτερο κίνητρο στους Ιταλούς, ενώ είχε πάρει την απόφαση να χτίσει από την αρχή την ομάδα, αφήνοντας σημαντικούς παίκτες να αποχωρήσουν. Ωστόσο, δεν θα είχε ξανά στην διάθεση του τα χρονικά περιθώρια του 1988.  Έτσι το 1996 απολύθηκε, ελάχιστες εβδομάδες πριν την λήξη της αγωνιστικής περιόδου, κάτι που του στοίχισε όπως ο ίδιος ομολόγησε αργότερα. «Δεν περιμένεις ότι κάτι θα κρατήσει για πάντα, ωστόσο υπήρχαν καλύτεροι τρόποι για να τελειώσει εκείνη η περίοδος»! Όμως, ο λόγος του και η επιρροή του σε ότι είχε να κάνει με τον σύλλογο, αποτελούσε ένα είδος ιερού ευαγγελίου στην Μπαρτσελόνα και μόνο τυχαίο δεν είναι ότι ο άνθρωπος που μέσα σε μια τετραετία (2008-2012) τον ξεπέρασε σε σύνολο κερδισμένων τίτλων, ο μαθητής του ο Πεπ Γουαρδιόλα, ο πιο επιτυχημένος προπονητής στην ιστορία του συλλόγου, υπήρξε προσωπική εισήγηση του ιδίου προς την διοίκηση. Κατά έναν περίεργο τρόπο η ιστορία επαναλήφθηκε με τον Κρόιφ να γίνεται Μίχελς και τον Γουαρδιόλα να γίνεται Κρόιφ!

Ο Κρόιφ τιμήθηκε το 2006 από το κοινοβούλιο της Καταλονίας, με τον «Σταυρό του Σαν Τζοόρντι», ύψιστη διάκριση στην Καταλονία. Το 2009, αναδείχθηκε από την Διεθνή Ομοσπονδία Ιστορίας και Στατιστικής του Ποδοσφαίρου (IFFHS) «Παίκτης Του Αιώνα» στην Ευρώπη, αφήνοντας πίσω του μεταξύ άλλων, μυθικούς παίκτες όπως οι Φραντς Μπεκενμπάουερ (Franz Beckenbauer), Αλφρέδο ντι Στέφανο  (πολιτογραφημένος Ισπανός), Φέρεντς Πούσκας (Ferenc Puskás) και Τζορτζ Μπεστ (George Best)! Το 2007, το Ολλανδικό Σούπερ Καπ θα πάρει τ’ όνομα του, προς τιμήν του. Παράλληλα, ο Άγιαξ θ’ αποσύρει τη φανέλα με το №14. Παρέμεινε οικογενειακώς στην Βαρκελώνη και καθοδήγησε από τα υψηλά κλιμάκια, με τον τρόπο του την εκάστοτε διοίκηση, τιμώμενος με τη θέση επίτιμου προέδρου της. Όλ’ αυτά τα χρόνια, ο Γιόχαν Κρόιφ παρέμεινε ένα σύμβολο για την Βαρκελώνη. Έγινε αμέσως με το που πάτησε εκεί το πόδι του, το 1973 και αγαπήθηκε όσο ελάχιστοι μη Καταλανοί! Αγάπησε και ο ίδιος τη πόλη κι ας μην ήταν γέννημα θρέμμα της. Όπως έλεγε και ο πρόεδρος της βουλής της Καταλωνίας: «Τι και αν γεννήθηκε 350 μέτρα από την ιστορική έδρα του Άγιαξ; Τι και αν μεγαλούργησε εκεί; Ο Γιόχαν είναι Καταλανός, Βαρκελωνέζος, από το Λας Κορτς, στη διασταύρωση της Αβινγούδα δε λας Κορτς με τη Ριέρα Μπλάνκα. Εκεί που βρίσκεται το «Καμπ Νόου». Ένας εκ πεποιθήσεως Καταλανός»!

«Στη ζωή μου υπήρξα εθισμένος σε δύο πράγματα: To ποδόσφαιρο και το τσιγάρο. Το πρώτο μου έδωσε τα πάντα. Το δεύτερο μου τα πήρε όλα»

Τον Οκτώβριο του 2015, σοκάρει τον κόσμο όταν γνωστοποιεί ότι διαγνώστηκε με καρκίνο στους πνεύμονες. Έπειτα από μια εξάμηνη άνιση μάχη, μέσω της ιστοσελίδας του γνωστοποιήθηκε ότι, στα 68 του χρόνια ο «Ιπτάμενος Ολλανδός» νικήθηκε…

«Στις 24 Μαρτίου του 2016, ο Γιόχαν Κρόιφ «έφυγε» ήρεμος στη Βαρκελώνη περιτριγυρισμένος από την οικογένειά του μετά από μια σκληρή μάχη με τον καρκίνο. Με μεγάλη θλίψη σας ζητάμε να σεβαστείτε την ιδιωτικότητα της οικογένειας αυτές τις στιγμές της θλίψης»,

Ο Γιόχαν Κρόιφ έχει μείνει στην ιστορία για τον «περίεργο» χαρακτήρα του. Φανατικός οπαδός του καπνίσματος, χωρίς ποτέ να δημιουργεί προβλήματα με το πάθος του, αλλά και «επιχειρηματίας» στο μυαλό, δεν απέκτησε ποτέ οικειότητες με τους δημοσιογράφους, ενώ ζητούσε υπέρογκα ποσά για συνεντεύξεις. Ακόμα και στα λόγια του για το παιχνίδι, αντίκριζε κανείς την μοναδικότητα αυτού του ανθρώπου. Πολλοί τον κατηγόρησαν για την αγάπη που έδειχνε στο χρήμα, αλλά ο ίδιος είχε τον τρόπο να τους αποστομώνει. Ο Γιόχαν Κρόιφ αποτέλεσε την ενσάρκωση του «νέου» Ολλανδού, όχι μόνο στο αθλητικό κομμάτι, αλλά και στο κοινωνικό. Την δεκαετία του 1960, υπήρξε ο αέρας αλλαγής στο πνεύμα που κυριαρχούσε σε ολόκληρη τη χώρα. Το γκρίζο και ανιαρό Άμστερνταμ, όπως και άλλες πόλεις, άρχισαν να εμφανίζουν τα πρώτα σημάδια «αναγέννησης» και η Ολλανδία άρχισε να παίρνει την κοινωνική μορφή που έχει σήμερα. Μέσα σε όλα αυτά, επηρεάστηκε και το ποδόσφαιρο, με τον Κρόιφ να αποτελεί έναν μικρό εθνικό ήρωα. Ακόμα και η αλλαγή στην φιλοσοφία των τότε συστημάτων με το «Totaalvoetvbal»  που οραματίστηκε και εφάρμοσε ο Μίχελς, είχε ταυτιστεί με το ποδοσφαιρικό ταλέντο του επαναστάτη Γιόχαν!

Η κουβέντα για το ποιος είναι ο καλύτερος ποδοσφαιριστής όλων των εποχών δεν θα τελειώσει ποτέ και δεν πρόκειται ποτέ να καταλήξει και πουθενά. Διαφορετικές εποχές, διαφορετικές καταστάσεις, διαφορετικά κριτήρια και η υποκειμενικότητα, που εκ φύσεως περιβάλλει το ανθρώπινο είδος, δεν θα επιτρέψουν ποτέ να εξαχθεί ένα αντικειμενικό αποτέλεσμα. Ωστόσο, εξετάζοντας το σύνολο της προσωπικότητας αυτών που διεκδικούν τον συγκεκριμένο τίτλο και βλέποντας και την πορεία που διέγραψαν αφού αποσύρθηκαν από την ενεργό δράση, τότε η συμβολή του Γιόχαν Κρόιφ στην διαμόρφωση του παγκόσμιου ποδοσφαιρικού DNA, κυρίως σε επίπεδο τακτικής αλλά και σε επίπεδο σεβασμού και αναγνώρισης που τυγχάνουν πλέον οι σύγχρονοι ποδοσφαιριστές, ήταν καθοριστική!

«Ο Γιόχαν Κρόιφ έχτισε έναν καθεδρικό, εμείς απλώς πρέπει να φροντίσουμε τη διατήρησή του»

Πεπ Γουαρδιόλα

Σε συνδυασμό με την αέρινη και σαγηνευτική παρουσία του στους αγωνιστικούς χώρους ως παίκτης, ο «Ιπτάμενος Ολλανδός» είναι μία από τις συγκλονιστικότερες μορφές έως σήμερα του παγκοσμίου ποδοσφαίρου! Οι ντρίμπλες του, αλλά και οι κάθετες μπαλιές που επιχειρούσε θα μείνουν στην αιωνιότητα και θα θυμίζουν πάντα εκείνο το ψηλόλιγνο παιδάκι που διέπρεψε στα ευρωπαϊκά γήπεδα για σχεδόν δύο δεκαετίες και κατέκτησε τον κόσμο, ακολουθώντας την μεγάλη του αγάπη, το ποδόσφαιρο!

Όπως υπήρχε η ζωγραφική πριν τον Πικάσο και η ζωγραφική μετά τον Πικάσο, έτσι υπάρχει το ποδόσφαιρο πριν τον Κρόιφ και το ποδόσφαιρο μετά τον Κρόιφ!

(σ.σ: Όταν μεταφερθείτε στην εικόνα, με δεξί κλικ ανοίξτε τη σε νέα καρτέλα ώστε να μπορείτε να την μεγεθύνετε και να δείτε όλες τις λεπτομέρειες)

Προσωπικές Διακρίσεις

Ως ποδοσφαιριστής

  • Ποδοσφαιριστής της Χρονιάς για την Ολλανδία: 3 (1968, 1972, 1984)
  • Χρυσή Μπάλα: 3 (1971, 1973, 1974)
  • Αθλητής της Χρονιάς για την Ολλανδία: 2 (1973, 1974)
  • Καλύτερος Παίκτης Διοργάνωσης Παγκοσμίου Κυπέλλου: 1974
  • Μέλος Ιδανικής Ενδεκάδας Διοργάνωσης Παγκοσμίου Κυπέλλου: 1974
  • Καλύτερος Ξένος Παίκτης στην Ισπανία (Don Balón): 2 (1977, 1978)
  • Πολυτιμότερος Παίκτης (MVP) Βορειοαμερικάνικης Λίγκας: 1979
  • Μέλος Ιδανικής Ενδεκάδας Παγκοσμίων Κυπέλλων Όλων των Εποχών: 2 (1994, 2002)
  • Μέλος Ιδανικής Ενδεκάδας 20ου Αιώνα
  • Μέλος της λίστας των 125 Εν Ζωή Καλύτερων Παικτών του Κόσμου που συνέταξε το 2004 ο Πελέ για τα 100 Χρόνια της FIFA
  • Μέλος των Καλύτερων 11 Όλων των Εποχών από το αγγλικό περιοδικό «World Soccer»: 2013
  • Καλύτερος Ευρωπαίος Ποδοσφαιριστής του 20ου Αιώνα από την IFFHS: 1999
  • «Χρυσός Παίκτης» για την Ολλανδία, από την Ολλανδική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία, ως ο καλύτερος των τελευταίων 50 ετών, με αφορμή τα 50 Χρόνια της UEFA: Νοέμβριος 2003

Ως προπονητής

  • Προπονητής της Χρονιάς από το περιοδικό «World Soccer»: 1987
  • Καλύτερος Προπονητής της Χρονιάς στην Ισπανία: 2 (1991, 1992)
  • Καλύτερος Προπονητής της Χρονιάς στην Ευρώπη από το γαλλικό περιοδικό «Onze» 2 (1991, 1992)

Βλογημένος

Σχολιασμός

Κοινοποιήστε το: