Αρχική Μανέ Γκαρίντσα: Ο Άγγελος με τα στραβά πόδια I Βλογημένος

Μανέ Γκαρίντσα: Ο Άγγελος με τα στραβά πόδια I Βλογημένος

Ο Βραζιλιάνος δεξιός ακραίος επιθετικός ή και μεσοεπιθετικός Μανουέλ Φρανσίσκο Ντος Σάντος, (Manuel Francisco dos Santos), γνωστός με το παρατσούκλι Γκαρίντσα (Garrincha), γεννήθηκε στις 28 Οκτωβρίου του 1933, στην πόλη Πάου Γκράντε του Ρίο Ντε Τζανέιρο. Θεωρείται από πολλούς ειδικούς του ποδοσφαίρου, ως ο Καλύτερος Ντριμπλέρ στην ιστορία του αθλήματος! Το όνομα με το οποίο έγινε γνωστός λέει ήδη πολλά γι΄ αυτόν: Μανέ, υποκοριστικό του Μανουέλ αλλά και συνώνυμο του χαζούλη! Γκαρίντσα, από το μικροσκοπικό, αεικίνητο πουλάκι της οικογένειας των Τρωγλοδυτιδών που του έμοιαζε. Ο συνδυασμός τους είναι κάτι πολύ κοινό μεταξύ των οπαδών του ποδοσφαίρου στη Βραζιλία. Τα παρατσούκλια που απέκτησε μεγάλος ήταν εξίσου εύγλωττα. Λόγω της τεράστιας δημοτικότητας του στη Βραζιλία, ήταν επίσης γνωστός σαν «Alegria do Povo» (Λαϊκή Χαρά), ενώ ένα από αυτά το χρωστάει στον μεγάλο Βραζιλιάνο ποιητή και συνθέτη –και οπαδό της Μποταφόγκο– Βινίσιους ντε Μοράες (Marcus Vinicius de Moraes): «O Anjo de Pernas Tortas» δηλαδή «Ο Άγγελος με τα Στραβά Πόδια!»

Το 1958 και το 1962, κατέκτησε το Παγκόσμιο Κύπελλο. Στη διοργάνωση του 1962, με τον Πελέ έξω όγω τραυματισμού, οδήγησε την ομάδα στη νίκη κερδίζοντας τη Χρυσή Μπάλα ως ο Καλύτερος Παίκτης του τουρνουά, το Χρυσό Παπούτσι ως ο Κορυφαίος Σκόρερ και ονομάστηκε στην Ιδανική 11άδα της Διοργάνωσης. Το 1994 διορίστηκε στην Ιδανική 11άδα των Παγκοσμίων Κυπέλλων Όλων των Εποχών. Η Βραζιλία ποτέ δεν έχασε έναν αγώνα, ενώ ήταν στην 11άδα της ο Γκαρίντσα και ο Πελέ! Σε επίπεδο συλλόγων, έπαιξε το μεγαλύτερο μέρος της επαγγελματικής σταδιοδρομίας του για την Μποταφόγκο. Στο Μαρακανά, τα αποδυτήρια της γηπεδούχου ομάδας είναι γνωστά ως «Γκαρίντσα». Στην πρωτεύουσα Μπραζίλια, το Εθνικό στάδιο της Μπραζίλια, πήρε το όνομά του από τον ίδιο. Πιστώνεται ως ο πρώτος που λόγω των ενεργειών στον αγωνιστικό χώρο, τα επιφωνήματα “Olé” των ταυρομαχιών, χρησιμοποιήθηκαν σε αγώνες ποδοσφαίρου! Το 1999, ήρθε 7ος ως Καλύτερος Παίκτης του Αιώνα σε ψηφοφορία της FIFA από μεγάλη κριτική επιτροπή. Είναι μέλος της Παγκόσμιας Ομάδας του 20ου Αιώνα και εγκαταστάθηκε στο βραζιλιάνικο ποδοσφαιρικό Hall of Fame!

Προβλήματα εκ γενετής
Στα παιδικά του χρόνια, ο Γκαρίντσα αντιμετώπισε πολλές αντιξοότητες μέχρι να ακολουθήσει καριέρα ποδοσφαιριστή. Μεγάλωσε με ένα ελάττωμα. Η σπονδυλική του στήλη ήταν παραμορφωμένη εκ γενετής και το αριστερό του πόδι ήταν κοντύτερο κατά 6 πόντους από το δεξί, που λύγιζε ελαφρά προς τα έξω. Αρχικά, οι πιθανότητες να ασχοληθεί με το ποδόσφαιρο ήταν ελάχιστες. Χρειάστηκε να κάνει πολλές εγχειρίσεις για να μπορέσει να περπατήσει. Με το πέρασμα των χρόνων αδιαφόρησε για τις υποδείξεις των γιατρών και αποφάσισε να γίνει επαγγελματίας ποδοσφαιριστής! Χάρις στην επιμονή του, μετέτρεψε το μειονέκτημα του σε χάρισμα και έγινε παίκτης παγκόσμιας κλάσης. Εξελίχθηκε στον μεγαλύτερο ντριμπλέρ στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο και ήταν ανίκητος στο ένας με έναν. Οι απρόβλεπτοι ελιγμοί του οφείλονταν σε αυτήν ακριβώς την σωματική του ατέλεια! Το ξεκίνημα του, ωστόσο, δεν ήταν εύκολο αφού αρκετές ομάδες τον απέρριψαν λόγω του προβλήματος που αντιμετώπιζε. Το 1953 η διοίκηση της Μποταφόγκο πείστηκε να τον εντάξει στο δυναμικό της.
Γρήγορα, άρχισε να ξεδιπλώνει τις τεχνικές του αρετές με την εκπληκτική ντρίμπλα που διέθετε. Οι κινήσεις του με τα πόδια μπέρδευαν τους αντιπάλους. Τους περνούσε με κάθε πιθανό και απίθανο τρόπο. Οι Βραζιλιάνοι λάτρεψαν το στυλ του που μπορούσε να ξεγελάσει ακόμα και τους καλύτερους αμυντικούς του κόσμου. Ήταν η εποχή που του κόλλησαν το παρατσούκλι «Ο Τσάπλιν του ποδοσφαίρου»! Πραγματοποίησε το ντεμπούτο του στην εθνική Βραζιλίας στις 18 Σεπτεμβρίου του 1955 απέναντι στην Χιλή. Συμπλήρωσε 50 συμμετοχές στην «Σελεσάο» έχοντας 12 γκολ στο ενεργητικό του. Υπήρξε βασικό μέλος της Βραζιλίας όταν κατέκτησε το Μουντιάλ στην Σουηδία το 1958. Συμπλήρωσε με την παρουσία του μία πλειάδα αστέρων της Βραζιλίας εκείνης της εποχής όπως οι Ντίντι (Waldyr Pereira «Didi»), Μάριο Ζαγκάλο (Mário Jorge Lobo Zagallo), Βαβά (Edvaldo Jizídio Neto «Vavá») και ο 17χρονος Πελέ (Edson Arantes do Nascimento «Pelé»).
Ενα τσούρμο «προβληματικοί», στην κορυφή του κόσμου!

Η ομάδα της Βραζιλίας το 1958, απαρτιζόταν από λευκούς, μαύρους και μιγάδες. Οι μαύροι παίκτες ήταν τόσο περήφανοι για το χρώμα τους, που ο Ντίντι παραλίγο να αποκλειστεί γιατί η γυναίκα του ήταν λευκή! Πέρα από τις φυλετικές διαφορές της εποχής, ενδιαφέρον είχε ο ιατρικός έλεγχος των 33 παικτών της αποστολής. Στο βιβλίο του «The Beautiful Game», ο συγγραφέας του, Κρις Τέιλορ (Chris Taylor), αναφέρει ότι ο οδοντογιατρός της ομάδας βρήκε 470 (!) χαλασμένα δόντια και χρειάστηκε να κάνει 32 εξαγωγές! Ακόμη, διαγνώστηκαν αναιμία, παράσιτα, σκουλήκια, σύφιλη, και χρόνιες δυσλειτουργίες του πεπτικού. Στο δε ψυχολογικό τεστ στο οποίο υποβλήθηκε η ομάδα, ο Γκαρίντσα πάτωσε με 38/123! Ο ψυχολόγος συνέστησε επίσης να αποκλειστεί και ο νεαρός Πελέ από την αποστολή, γιατί σε τόσο νεαρή ηλικία, « … δεν θα μπορούσε να συμπεριφερθεί με τον απαιτούμενο τσαμπουκά!».

Η ιστορία όμως είχε άλλη γνώμη!
Τα τρία καλύτερα λεπτά στην ιστορία του ποδοσφαίρου
Λίγες μέρες πριν ξεκινήσει το Μουντιάλ του 1958 στην Σουηδία, αυτή η εθνική ομάδα της Βραζιλίας, ένα τσούρμο προβληματικών ανθρώπων σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των γιατρών, ταξίδεψε στην Ιταλία για να δώσει ένα φιλικό προετοιμασίας. Αντίπαλος της ήταν η Φιορεντίνα, η οποία την εποχή εκείνη πρωταγωνιστούσε στο Ιταλικό πρωτάθλημα, έχοντας στη σύνθεση της και έξι Ιταλούς διεθνείς. Δεκαπέντε λεπτά πριν τη λήξη του φιλικού, και ενώ το σκορ ήταν ήδη 0-3 για τους φιλοξενούμενους, ένας Βραζιλιάνος με σπονδυλική στήλη σαν σίγμα τελικό, πήρε τη μπάλα στη δεξιά πλευρά της επίθεσης, προσπέρασε τρεις αμυντικούς και τον τερματοφύλακα με χαρακτηριστική άνεση! Μπροστά στο άδειο τέρμα, περίμενε έναν εκ των αμυντικών να επιστρέψει! Με μια τέλεια προσποίηση τον εξουδετέρωσε ξανά, στέλνοντας τον να πέσει κάτω για δεύτερη φορά και αφού συνειδητοποίησε ότι δεν υπήρχε κάποιος άλλος τρόπος για να διασκεδάσει κι άλλο, περπάτησε με τη μπάλα μέσα στην εστία, την άφησε να περάσει τη γραμμή, για τέταρτη φορά και στη συνέχεια την πήρε στα χέρια και ψύχραιμα έκανε μεταβολή για να πάει να την τοποθετήσει στο κέντρο για τη σέντρα. Ήταν η πρώτη φορά που άνθρωποι εκτός Βραζιλίας, γινόταν μάρτυρες του φαινομένου «Γκαρίντσα», σε μια από τις πιο γνωστές και χαρακτηριστικές παραστάσεις του.

Σε πλήρη αντίθεση με τους άναυδους Ιταλούς που δεν μπορούσαν να πιστέψουν αυτό που έβλεπαν, οι άνθρωποι της εθνικής Βραζιλίας δεν μπορούσαν να αποδεχθούν μια τέτοια ερασιτεχνική και παιδική συμπεριφορά, την οποία κάλλιστα θα μπορούσε να επαναλάβει ο Γκαρίντσα στα παιχνίδια του Μουντιάλ. Κι έτσι ο παίκτης με τα στραβά και ανομοιόμορφα πόδια, που έπασχε εκ γενετής από πολιομυελίτιδα είδε τα πρώτα δυο ματς της διοργάνωσης από τον πάγκο.

Μέχρι που έφτασε η ώρα των Ρώσων.

Σε μια εποχή που ένα μεγάλο μέρος της ενημέρωσης αποτελούταν από φήμες που κυκλοφορούσαν από στόμα σε στόμα, οι Ρώσοι ήταν φόβητρο για κάθε αντίπαλο. Με τον Λεβ Γιασίν (Lev Yashin) στην εστία και παίκτες οι οποίοι χάρη σε σύγχρονες, για την εποχή, μεθόδους προπόνησης φημολογούνταν πως μπορούσαν να τρέχουν ασταμάτητα για 180 λεπτά, αποτελούσαν ένα μεγαθήριο που πήγε στη Σουηδία με ξεκάθαρο στόχο να κατακτήσει το Κύπελλο, έχοντας κερδίσει ήδη δυο χρόνια πριν το χρυσό μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Μελβούρνης. Οι αισθητά κατώτεροι σωματικά αλλά και στον τομέα της φυσικής κατάστασης Βραζιλιάνοι πίστευαν ότι δεν είχαν άλλη επιλογή απ’ το να προσπαθήσουν να αιφνιδιάσουν τους αντιπάλους.

Και για να το πετύχουν αυτό, χρειαζόταν και ο Γκαρίντσα.

Το απόγευμα της 15ης Ιουνίου του 1958, η Βραζιλία έκανε σέντρα έχοντας στην ενδεκάδα της για πρώτη φορά τον 25χρονο τότε Γκαρίντσα και τον 17χρονο ανερχόμενο αστέρα Πελέ. Και η ιστορία του Βραζιλιάνικου ποδοσφαίρου, αλλά και του ποδοσφαίρου γενικότερα, απέκτησε ένα νέο ορόσημο. Τα επόμενα 180 δευτερόλεπτα χαρακτηρίστηκαν από τον ευυπόληπτο Γάλλο δημοσιογράφο Γκαμπριέλ Ονό (Gabriel Honnot) ως «τα τρία καλύτερα λεπτά στην ιστορία του ποδοσφαίρου!».

 

Στη διάρκεια αυτών των τριών λεπτών, οι Βραζιλιάνοι πρόλαβαν και είχαν δυο δοκάρια, ένα με τον Γκαρίντσα κι ένα με τον Πελέ, ενώ σκόραραν και μια φορά, με τον Βαβά ύστερα από ασίστ του Πελέ. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, στο ίδιο διάστημα ο Γκαρίντσα προσπέρασε τον προσωπικό του αντίπαλο Μπόρις Κουτνετζόφ (Boris Kuznetsov) τέσσερις φορές, ξεσηκώνοντας τους Σουηδούς στην κερκίδα που δεν ήξεραν αν έπρεπε να αποθεώσουν τον Βραζιλιάνο ή να γελάσουν με τους δύσμοιρους Ρώσους. Ένας από τους μεγαλύτερους Βραζιλιάνους συγγραφείς, ο Νέλσον Ροντρίγκεζ (Nelson Rodriguez) περιέγραψε τις στιγμές εκείνες με προτάσεις που τα λένε όλα:

«Πιστέψτε με φίλοι μου: ο αγώνας Βραζιλία-Ρωσία κρίθηκε μετά από μόλις τρία λεπτά. Και σημειώστε ότι η Βραζιλία ήθελε απλά μια ισοπαλία. Αλλά ο Γκαρίντσα δεν πιστεύει στην ισοπαλία. Εκτόξευσε τον εαυτό του στον αντίπαλο σαν σφαίρα που φεύγει από όπλο. Ντρίπλαρε έναν, ντρίπλαρε κι άλλον, ντρίπλαρε ακόμα και το μούσι του Ρασπούτιν.
Φίλοι μου, η αποσύνθεση της Ρωσικής άμυνας ξεκίνησε ακριβώς τη στιγμή που ο Γκαρίντσα ακούμπησε για πρώτη φορά τη μπάλα. Φαντάζομαι την τεράστια έκπληξη των Ρώσων μπροστά σ’ αυτό το αγόρι με τα κυκλικά πόδια που πήγε για να ανατρέψει όλες τις αντιλήψεις του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου. Πως να μαρκάρεις αυτόν που δεν μαρκάρεται; Πως να νιώσεις το ανεπαίσθητο; Σε μια στιγμή αγανάκτησης ο αντίπαλος του κοίταξε τον Γκαρίντσα, κοίταξε τα στραβά πόδια του Γκαρίντσα και κατέληξε: «Δεν υπάρχει!».

Το τέλος του αγώνα βρήκε τους Βραζιλιάνους νικητές μόνο με 2-0, παρ’ ότι καταγράφηκαν περισσότερες από 30 φάσεις στην εστία του Γιασίν, ο οποίος κατάφερε και κράτησε το σκορ σε λογικά επίπεδα. Μετά το παιχνίδι ρώτησαν τον Γκαρίντσα κάτι για τον προσωπικό του αντίπαλο. Δεν είχε ιδέα ποιος ήταν, όπως γενικότερα δεν είχε ιδέα για πολλά πράγματα. Όταν η Βραζιλία νίκησε στον τελικό εκείνης της διοργάνωσης τη Σουηδία, κατακτώντας το πρώτο της τρόπαιο, ο Γκαρίντσα απορούσε προς τι όλος ο χαμός, πιστεύοντας ότι το σύστημα διεξαγωγής ήταν σαν το Βραζιλιάνικο πρωτάθλημα και ότι έπρεπε να αντιμετωπίσουν όλες τις ομάδες και δεύτερη φορά. Παρ’ όλα αυτά τα… μικρο-θεματάκια του, όσοι πρόλαβαν να τον θαυμάσουν να παίζει, συμφωνούν στο ότι δεν έχει υπάρξει άλλος ποδοσφαιριστής που να προκαλεί τόση ανόθευτη χαρά στους ανθρώπους, ανεξαρτήτως ομάδας και εθνικότητας.

 

Τέσσερα χρόνια αργότερα, μετά το πρώτο τρόπαιο της Βραζιλίας σε Μουντιάλ, ο Γκαρίντσα γνώρισε την παγκόσμια αναγνώριση. Εξαιτίας του τραυματισμού του Πελέ, στο ξεκίνημα της διοργάνωσης, το βάρος έπεσε σε αυτόν. Ανταποκρίθηκε με επιτυχία και οδήγησε την Βραζιλία στην κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου για δεύτερη φορά στην ιστορία της. Με τέσσερα γκολ αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ της διοργάνωσης και ψηφίστηκε ο καλύτερος παίκτης του Μουντιάλ. «Από ποιον πλανήτη κατάγεται ο Γκαρίντσα;», αναρωτιόνταν η εφημερίδα της Χιλής “El Mercurio” μετά τον αποκλεισμό της διοργανώτριας χώρας από την Βραζιλία στα ημιτελικά, χάρις στα δύο γκολ του Γκαρίντσα.
Η φήμη του εξαπλώθηκε τόσο στην χώρα του όσο και στο εξωτερικό και αναγνωρίστηκε ως ισάξιος του Πελέ! Από εκείνη τη μέρα του Ιουνίου του 1958, μέχρι το καλοκαίρι του 1966, που αποσύρθηκε από την εθνική, έπαιξε σε 50 παιχνίδια με τη φανέλα της Βραζιλίας στα οποία η «Σελεσάο» έχασε μόνο μια φορά, από την εθνική Ουγγαρίας στο Μουντιάλ της Αγγλίας, σ’ ένα παιχνίδι, στο οποίο αγωνίστηκε παρ’ ότι ήταν τραυματίας και το οποίο έμελλε να είναι και το τελευταίο του! Οι καλές εμφανίσεις του μετριάστηκαν από τον πρόωρο αποκλεισμό της Βραζιλίας στον πρώτο γύρο. Σκόραρε ένα γκολ. Στην καριέρα του σε 12 αγώνες Μουντιάλ έβαλε πέντε γκολ! Όσες φορές συνυπήρξε με τον Πελέ στην ενδεκάδα, η Βραζιλία δεν ηττήθηκε ποτέ!
Σε συλλογικό επίπεδο αγωνίστηκε 12 χρόνια στην Μποταφόγκο. Κέρδισε τρία πρωταθλήματα «Καριόκα» στο Ρίο και δύο πρωταθλήματα Ρίο/Σάο Πάουλο. Σε 579 αγώνες σημείωσε 249 γκολ. Συνέχισε την καριέρα του στην Κορίνθιας κατακτώντας ένα ακόμα πρωτάθλημα Ρίο/Σάο Πάουλο. Έπαιξε στην Ατλέτικο Τζούνιορ της Κολομβίας και την Φλαμένγκο για ένα χρόνο. Ολοκλήρωσε την σπουδαία καριέρα του το 1973 στην άσημη Ολαρία. Σε όλες τις ομάδες, πλην της Μποταφόγκο, είχε ελάχιστες συμμετοχές.
Η άστατη ζωή και το τέλος
Στην προσωπική του ζωή αποδείχτηκε αυτοκαταστροφικός. O «Aγγελος με τα στραβά πόδια» δεν κατάφερε να βάλει “φρένο” στις καταχρήσεις. Ήταν αγράμματος, ψυχολογικά ασταθής, άρρωστα μέθυσος όπως ο πατέρας του και συχνά μπλέκονταν σε καυγάδες. Δεν μπορούσε να διαβάσει τα συμβόλαια που υπέγραφε! Δεν είχε την ικανότητα να διαχειριστεί τα λεφτά που έβγαζε και τις περισσότερες φορές δεν γνώριζε ποια ομάδα αντιμετώπιζε, δεν τον απασχολούσαν καν βασικές λεπτομέρειες του ποδοσφαίρου. Ήταν ο μεγαλύτερος ερασιτέχνης που έπαιξε ποτέ επαγγελματικό ποδόσφαιρο. Τα λεφτά του τα μοίραζε στις γειτονιές και στις ερωμένες του. Σε ηλικία 19 ετών παντρεύτηκε την Ναΐμ Μάρκες. Μαζί έκαναν οκτώ παιδιά! Συνολικά, απέκτησε δεκατέσσερα, το ένα με μια Σουηδέζα την οποία δεν ξαναείδε ποτέ! Με τις υπόλοιπες γυναίκες στην ζωή του είχε θυελλώδεις σχέσεις. Δεν έδειξε αποφασιστικότητα να αντιμετωπίσει τα προβλήματα του όπως αντιμετώπισε τις δυσμορφίες στο σώμα του. Κινδύνευσε να χάσει την ζωή του σε τροχαία ατυχήματα και σε ένα από αυτά έχασε την πεθερά του.

Η υγεία του είχε κλονιστεί και τα σημάδια κόπωσης ήταν εμφανή προς το τέλος της καριέρας του. Βυθίστηκε σε μια κατάσταση μελαγχολίας από την οποία δεν ανέκαμψε ποτέ. Ο βιρτουόζος Βραζιλιάνος, ο δεύτερος μεγαλύτερος θρύλος που έβγαλε ποτέ, η πιο προικισμένη ποδοσφαιρικά χώρα του πλανήτη, πέθανε στο Ρίο από κίρρωση του ήπατος, στις 20 Ιανουαρίου του 1983 σε ηλικία 49 ετών.  Έζησε τα τελευταία του χρόνια της ζωής του ολομόναχος,  σε μια κατάσταση μόνιμης μέθης, πάμφτωχος και κατεστραμμένος σωματικά και ψυχολογικά. Η προτομή του βρίσκεται στο στάδιο Μαρακανά (Maracanã Stadium) και το όνομα του έχει δοθεί στο εθνικό στάδιο «Mane Garrincha» της Μπραζίλια. Ο Ουρουγουανός συγγραφέας και δημοσιογράφος, Εντουάρντο Γκαλεάνο (Eduardo Galeano), είχε πει για τον Γκαρίντσα:

«Στην ιστορία του ποδοσφαίρου κανείς δεν έκανε περισσότερο κόσμο ευτυχισμένο!».

Στην ταφόπλακα του είναι χαραγμένη η επιγραφή: «Εδώ αναπαύεται εν ειρήνη αυτός που ήταν η χαρά των ανθρώπων – ο Μανέ Γκαρίντσα».

Σ’ ένα τοίχο εκεί κοντά κάποιος έχει γράψει με σπρέι «Σ” ευχαριστούμε Γκαρίντσα που έζησες!».

Το «Alegria do Povo» (Η χαρά του λαού), έδωσε και τον τίτλο ενός από τα δύο καταπληκτικά ντοκιμαντέρ που γυρίστηκαν για τον Γκαρίντσα. Το άλλο είναι το: «Πελέ, Γκαρίντσα, θεοί της Βραζιλίας». Στο  «Youtube», εκτός από τα δεκάδες βίντεο που ανθολογούν τις ντρίπλες του –ενδεικτικοί τίτλοι, καθώς η ντρίπλα είναι διεθνής: «the genius of dribble», «greatest dribbler of all times», «o major driblador da historia do futebol», «le roi de dribble»–, κυκλοφορεί και μια ταινία μυθοπλασίας, το «Estrela Solitaria» (Μοναχικό Αστέρι), βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο του Ρούι Κάστρο (Rui Castro).

 

Σχολιασμός

Κοινοποιήστε το: