Αρχική Ο Αλαζόνας | Βλογημένος

Ο Αλαζόνας | Βλογημένος

Η εγκυκλοπαίδεια Μπριτάνικα περιγράφει το στυλ παιχνιδιού του ως «τολμηρό και λαμπρό». Υπήρξε ένας γρήγορος, ιδιαίτερα δημιουργικός και τεχνικά προικισμένος μεσοεπιθετικός, γνωστός για το ρυθμό, την επιτάχυνση, τις δεξιότητές του στη ντρίμπλα και το ταλέντο απέναντι σε κλειστές άμυνες, διαθέτοντας ένα πλήρες ρεπερτόριο, με επιτόπιες στροφές, ελιγμούς, γρήγορες αλλαγές κατεύθυνσης και, το σήμα κατατεθέν του, «το τούνελ», η σημερινή «ποδιά», περνώντας τη μπάλα κάτω απ’ τα πόδια του αντιπάλου! Ο Ομάρ Σίβορι (Enrique Omar Sívori), υπήρξε εξαιρετικά ταλαντούχος, με εξαιρετικές ικανότητες και μεγάλη δημοφιλία, τόσο στη Ρίβερ Πλέιτ απ’ όπου ξεκίνησε, όσο και στις Γιουβέντους και Νάπολι όπου τελείωσε, θεωρούμενος ένας από τους Μεγαλύτερους Παίκτες που αγωνίστηκαν στην Ιταλία, καθώς και ένας από τους Καλύτερους Παίκτες της γενιάς του, βραβευμένος ως Καλύτερος Ποδοσφαιριστής στην Ευρώπη το 1961! Λόγω του στυλ παιγνιδιού, της ικανότητάς του, της φυσιογνωμίας, της ισχυρής νοοτροπίας και της κατά καιρούς επαναστατικής φύσης τόσο στο γήπεδο όσο και εκτός αγώνα, και -κυρίως- της αργεντίνικης καταγωγής του, συγκρίθηκε αναδρομικά με τον μεγάλο Αργεντίνο που «βγήκε» μετά από αυτόν, τον Ντιέγκο Μαραντόνα (Diego Armando Maradona). Οι ικανότητες του «Πίμπε ντ’ Όρο», που θύμιζαν τις αντίστοιχες του Σιβόρι, ήταν ο λόγο της σύγκρισης και που εξαιτίας της ο Σίβορι πήρε από ορισμένα ΜΜΕ το -ετεροχρονισμένο- παρατσούκλι «ο Μαραντόνα των 60’s»!

Γεννημένος από γονείς με ιταλικές ρίζες, στις 2 Οκτωβρίου του 1935 στο Σαν Νίκολας, μια κωμόπολη στις βορειοδυτικές εσχατιές της επαρχίας του Μπουένος Άιρες, περίπου 60 χλμ. νοτιοανατολικά του Ροσάριο, από μικρός του άρεσε να παίζει ποδόσφαιρο και στα 19 του χρόνια υπέγραψε επαγγελματικό συμβόλαιο με την Ρίβερ Πλέιτ. Έκανε το ντεμπούτο του στην πρώτη κατηγορία σε ηλικία 17 ετών, σ’ ένα αγώνα με τη Λανούς, στις 4 Απριλίου του 1954, αντικαθιστώντας τον Άνχελ Λαμπρούνα (Ángel Amadeo Labruna), ιστορικό είδωλο του συλλόγου, σκοράροντας  το 5ο  γκολ για την ομάδα του, στο 41ο  λεπτό στο β’ ημίχρονο. Κατέκτησε το πρωτάθλημα του 1955, εξασφαλίζοντας τον τίτλο, όταν νίκησαν τη Μπόκα Τζούνιορς 2-1 στο «Λα Μπομπονέρα», την προτελευταία αγωνιστική.

Αριστερά ο Άνχελ Λαμπρούνα, ένας παίκτης-είδωλο για τη Ρίβερ Πλέιτ

Την επόμενη σεζόν είχε παρόμοια επιτυχία αφού κέρδισε τον τίτλο του πρωταθλητή την τελευταία ημέρα της περιόδου, κερδίζοντας τη Ροζάριο Σεντράλ 4-0, με τον Σίβορι να  σκοράρει το  τελευταίο γκολ. Το 1957 «κατέκτησε» το «Κόπα Αλντάο», νικώντας με 2-1 τη Νασιονάλ στο πρώτο παιχνίδι στο Μοντεβιδέο, αλλά ο τίτλος δεν απονεμήθηκε επίσημα καθώς το δεύτερο παιχνίδι δεν διεξήχθη ποτέ! Έπαιξε  το τελευταίο παιχνίδι του για τη Ρίβερ, πάλι με τη Ροζάριο Σεντράλ, στις 5 Μαΐου του 1957. Στους «εκατομμυριούχους» έμεινε συνολικά για 3 χρόνια, συμμετέχοντας σε 63 παιχνίδια με 29 γκολ. Κατέκτησε 3 πρωταθλήματα Αργεντινής, όμως το 1957, ο Ρενάτο Τσεζαρίνι (Renato Cesarini), ο προπονητής της Ρίβερ της περίφημης «Λα Μάκινα» (La Maquina =Η Μηχανή), τον πρότεινε στη Γιουβέντους!

Η διοίκηση της «Γηραιάς Κυρίας» πλήρωσε στην Ρίβερ Πλέιτ το μυθικό ποσό των 180 εκ. λιρετών για να τον αποκτήσει, στη πιο ακριβή μεταγραφή στον κόσμο εκείνη την εποχή, και ο 21χρονος Σίβορι μετακόμισε στην Ιταλία. Ήταν τέτοια η χαρά μάλιστα του Ουμπέρτο Ανιέλι (Umberto Agnelli), του μικρότερου αδελφού της οικογένειας-ιδιοκτήτριας της Γιουβέντους, προέδρου της τότε, που πήγε ο ίδιος με το αυτοκίνητο του για να τον υποδεχθεί στο αεροδρόμιο, με τον πατριάρχη Τζιάνι να υπερθεματίζει λέγοντας «Είναι κάτι περισσότερο από πρωταθλητής. Για όποιον αγαπάει το ποδόσφαιρο, ο Σίβορι είναι μια ένοχη απόλαυση»! Η μεταγραφή αυτή αποδείχθηκε καταστροφική, αγωνιστικά, για τη Ρίβερ αφού ακολούθησαν 18 παντελώς άγονα χρόνια, χωρίς κανέναν απολύτως τίτλο για τον σύλλογο, ωστόσο η διοίκηση της χρησιμοποίησε αυτά τα χρήματα για την ολοκλήρωση των έργων επέκτασης των εξεδρών του γηπέδου της, του «Μονουμεντάλ» και έδωσε το όνομα του Σίβορι στο τμήμα της εξέδρας, που προηγουμένως ονομαζόταν απλά ως «Το Πέταλο»!

«Μου είπε ότι προσπαθούσε δύο χρόνια να τα βρει με την Ρίβερ Πλέιτ αλλά δεν γινόταν. Τώρα, μου λέει, θα το απολαύσουμε. Κατάλαβα από την πρώτη στιγμή ότι είχα να κάνω με έναν ωραίο τύπο»

διηγήθηκε ο Σίβορι χρόνια μετά αναφερόμενος στην πρώτη του… γνωριμία με την Γιούβε και τους Ανιέλι. Μια γνωριμία που εξελίχθηκε σε ένα μεγάλο έρωτα αφού στο Τορίνο πέρασε τα καλύτερα χρόνια της καριέρας του και της ζωής του.

Γεγονός είναι ότι στην Ιταλία έφτασε με εμφανή τα σημάδια της ταλαιπωρίας, τόσο από το ταξίδι, όσο και από μια εγχείρηση στις αμυγδαλές, έχοντας μάλιστα έναν σωματότυπο που παρέκκλινε του ποδοσφαιριστή! Κοντόχοντρος, με δυσανάλογα μεγάλο κεφάλι –απ’ όπου και το παρατσούκλι του, ο «Κεφάλας», που με τα χρόνια απέκτησε και την έννοια του «ξεροκέφαλου»- οι πρώτες εντυπώσεις που άφησε στα φιλικά ματς είναι απογοητευτικές, με επίδειξη ατομισμού, αργός και βαρύς, μάλλον και με κακή φυσική κατάσταση, σε αντίθεση με τις επικρατούσες στην Ιταλία και Ευρώπη απόψεις περί ποδοσφαιριστή! Στη Γιούβε, ευτύχισε να βρεθεί μαζί με τον επίσης νεοφερμένο Τζον Τσαρλς (William John Charles), έναν πανύψηλο, αριστοκρατικό και ομαδικό Ουαλό που αποκτήθηκε από τη Λιντς και τον Τζιαμπιέρο Μπονιπέρτι (Giampiero Boniperti), έναν ποδοσφαιριστή που εξελίχθηκε σε ίνδαλμα της Γιουβέντους, αναλαμβάνοντας μάλιστα αργότερα και πρόεδρος της για μια εικοσαετία (1971-1990). Έπαιξε το πρώτο παιχνίδι του με τα χρώματα της «Γηραιάς Κυρίας» στις  8 Σεπτεμβρίου του 1957, σε μια νίκη 3-2 επί της Βερόνα στο πρωτάθλημα, όπου σκόραρε το δεύτερο γκολ.

Η Μαγική Τριπλέτα (Il Trio Magico). Ο Ομάρ Σίβορι, ο Τζον Τσαρλς και ο Τζιαμπιέρο Μπονιπέρτι

Μαζί με τον Ουαλό και τον Μπονιπέρτι, συνέθεσαν μια μυθική τριάδα, τη «Μαγική Τριπλέτα» (Il Trio Magico) που την μετέτρεψε σε «Μεγάλη Κυρία», οδηγώντας τη Γιούβε στον τίτλο της περιόδου 1957/58, το ιστορικό 10ο  πρωτάθλημα της ιστορίας της, γενόμενη έτσι ο πρώτος ιταλικός σύλλογος που στολίζει την φανέλα της χαράσσοντας το περίφημο «Χρυσό Αστέρι»! Ακολούθησαν το ιταλικό Κύπελλο 1958/59, το νταμπλ του 1959/60 και πάλι το «σκουντέτο»  του 1960/61. Έχει μείνει στην ιστορία των «μπιανκονέρι», όπως έχουν μείνει και όλα όσα έκανε ο Αργεντίνος, ο οποίος δεν αγωνιζόταν ποτέ με σηκωμένες τις κάλτσες! «Ήταν ένας Μαραντόνα στο πιο αργό, αφού το ποδόσφαιρο τότε ακολουθούσε άλλο ρυθμό. Ουσιαστικά ήταν ο προπομπός του Ντιέγκο», έγραψε η «Gazzetta dello Sport» το 2005 και μάλλον δεν είχε άδικο. Με ένα αριστερό πόδι που μπορούσε να κάνει τα πάντα, ήταν αυτός που καθιέρωσε το «τούνελ», περνώντας την μπάλα κάτω από τα πόδια των αντιπάλου του, ξεσηκώνοντας τον κόσμο! Αυτοί, οι αντίπαλοι δηλαδή, ήταν και οι μόνοι που τον μισούσαν αφού στόχος του δεν ήταν απλά να τους περάσει. Στόχος του ήταν να τους ξεφτιλίσει. Και το έκανε!

«Σε ένα ματς με την Κατάνια, ο Ομάρ είχε διασύρει τον αντίπαλο του, τον Έλιο Γκράνι (Elio Grani -με το παρατσούκλι «το πίτμπουλ»!) οπότε σε κάποια φάση αυτός προσπάθησε να του σπάσει το πόδι. Ο Σίβορι γύρισε, τον κοίταξε και του είπε με πολύ ήρεμο ύφος: Την επόμενη φορά φρόντισε να το κάνεις γιατί αλλιώς θα σου το σπάσω εγώ! Τον προειδοποίησε και λίγο αργότερα του το έκανε! Ήταν απίθανος»,

θυμήθηκε ο Μπονιπέρτι σε μια συνέντευξη του στην “Tuttosport” το 2010. Ανάμεσα στα αξιομνημόνευτα επιτεύγματα του Σίβορι, είναι το γκολ με το οποίο η Γιούβε έγινε η πρώτη ευρωπαϊκή ομάδα που κέρδισε μέσα στο «Σαντιάγκο Μπερναμπέου» τη Ρεάλ Μαδρίτης των Αλφρέδο Ντι Στέφανο (Alfredo Di Stéfano) και Φέρεντς Πούσκας (Ferenc Puskás), επικρατώντας  με 1-0 για το Κύπελλο Πρωταθλητριών το 1961/62, καθώς επίσης και το απόλυτο ρεκόρ επίτευξης τερμάτων σε ένα παιχνίδι της ιταλικής Σέριε A’, με τα 6 που πέτυχε στο ιστορικό 9-1 επί της Ίντερ στις 10 Ιουνίου του 1961,  ένα ρεκόρ που μοιράζεται με τον Σίλβιο Πιόλα (Silvio Piola), όταν αυτός αγωνιζόταν στη Προ Βέρτσελι. Το ματς με την Ίντερ βέβαια έχει «μυρωδιά σκανδάλου», αφού οι Μιλανέζοι αγωνίστηκαν με την ομάδα Νέων, διαμαρτυρόμενοι για την απόφαση επανάληψης του αγώνα που έκρινε τον τίτλο, ταυτόχρονα με την ακύρωση της τιμωρίας της Γιουβέντους!

Το φοβερό ταλέντο και το επιθετικό στυλ παιχνιδιού της «Μαγικής Τριπλέτας», υπήρξε μια ευτυχής συγκυρία διάρκειας τεσσάρων ετών για τη Γιουβέντους, όσο ο απόλυτος σταρ Όμαρ Σίβορι, συνυπήρξε με τον Τζον Τσάρλς, αποτελώντας ένα «δίδυμο φωτιά» στην επιθετική γραμμή της ιταλικής ομάδας. Αντίθετα, οι σχέσεις του με τον Μπονιπέρτι ως συμπαίκτες, δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν και αγαστές, κυρίως λόγω της διαφοράς νοοτροπίας και του ταμπεραμέντου του Νοτιοαμερικάνου! Το 1961 κέρδισε τον τίτλο του Καλύτερου Ποδοσφαιριστή της χρονιάς στην Ευρώπη! Αυτή η διάκριση ήταν η πρώτη που κατέληξε, όχι απλά σε παίκτη των «μπιανκονέρι» αλλά και στο ιταλικό ποδόσφαιρο γενικότερα! Εκείνη τη χρονιά όμως (1961) το «Μαγικό Τρίο» χώρισε, καθώς ο Μπονιπέρτι εγκατέλειψε και την επόμενη χρονιά (1962) ο Τσαρλς επέστρεψε στη Λίντς. Στα 8 χρόνια που αγωνίσθηκε στη Γιουβέντους (1957-1965) κέρδισε 3 πρωταθλήματα (1958, 1960 και 1961) και 2 κύπελλα (1959, 1960 –το 1965 που η Γιούβε ξαναπήρε το Κύπελλο, δεν συμμετείχε, λόγων διαφωνιών με τον προπονητή)! Ο Αργεντίνος φόρεσε τη φανέλα της Γιουβέντους σε συνολικά 257 παιχνίδια (215 στο πρωτάθλημα, 23 στο Κύπελλο Ιταλίας και 19 στις ευρωπαϊκές διασυλλογικές διοργανώσεις), σκοράροντας 170 γκολ (135 στο πρωτάθλημα, 24 στο Κύπελλο Ιταλίας και 12 στην Ευρώπη), κάτι που τον κατατάσσει τον 5ο υψηλότερο σκόρερ στην ιστορία της.

Επειδή όμως στη ζωή ισχύει το «Ναι μεν, αλλά… », έτσι και με τον Σίβορι, η απαστράπτουσα πλευρά της προσωπικότητάς του, σκιάσθηκε πολλές φορές από τις «κακές συνήθειές του»! Σύμφωνα με το αρχέτυπο των Αργεντίνων, εκνευριζόταν συχνά από το σκληρό παιχνίδι των αντιπάλων του, ήταν αδίστακτος, απείθαρχος, αλαζόνας, προκλητικά κυνικός, ταυτόχρονα όμως απίστευτα τεχνικός, με μια ερωτική σχέση με την μπάλα, ειδικά όταν τη χειριζόταν με το αριστερό του πόδι –τον έλεγαν και  ο  «Μεγάλος Αριστεροπόδαρος» (El Gran Zurdo)! Όπως ο διάδοχός του, ο Ντιεγκίτο αργότερα, «ανάγκαζε» τον κόσμο να φτάνει στο γήπεδο νωρίς για τον απολαύσουν στο ζέσταμα! Θρυλείται πως σ’ ένα αγώνα υπό καταρρακτώδη βροχή με τη Μίλαν, σκόραρε μεταφέροντας τη μπάλα κολλημένη στο κουτεπιέ του ποδιού του παίζοντας κουτσό σ’ ένα γήπεδο-λίμνη! Οξύθυμος αλλά και εκδικητικός έφτυνε, έσπρωχνε, τραβούσε μαλλιά, πήγαινε «θεωρητικά» να παρηγορήσει έναν πεσμένο αντίπαλο με κλωτσιές και βρισίδι(!) τα έβαζε με τους διαιτητές! Αποτέλεσμα, στα 12 χρόνια καριέρας στα ιταλικά γήπεδα, τιμωρήθηκε συνολικά με 33 αγωνιστικές! Σε έναν ματς με την Ίντερ, ο φιλειρηνικός Τσαρλς, (Αγαθό Γίγαντα τον φώναζαν), αναγκάστηκε να τον χαστουκίσει για να τον ηρεμήσει!

Από την κορυφή όπου βρισκόταν βυθιζόταν σε ένα σκοτεινό τούνελ, από το γήπεδο όπου έκανε τα μαγικά του βρισκόταν στην κερκίδα λόγω τιμωρίας! Έτσι, τη περίοδο 1964/65, όταν ο Παραγουανός  Εριμπέρτο Ερέρα (Heriberto Herrera Udrizar), καταφθάνει τεχνικός στη Γιούβε, με κουραστικές προπονήσεις, αυστηρός, οπαδός της ομαδικής προσπάθειας, της συνεχούς κίνησης και της σκληρής προπόνησης, εκτιμά ότι ο Σίβορι δεν ταίριαζε στα σχέδιά του: «Είναι γελωτοποιός κι ατομιστής, φέρεται λες και το ποδόσφαιρο είναι ατομικό σπορ! Ή θα αλλάξει ή ένας από τους δυο μας θα φύγει». Η απέχθεια στη προπόνηση και η συνήθειά του να λέει έξω από τα δόντια αυτό που σκέφτεται, αλλά και η «έκλυτη» ζωή του βάρυναν στην τελική απόφαση. Για άλλους όμως ο Χερέρα τον μεταχειριζόταν σαν να ήταν ο οποιοσδήποτε και χωρίς να καταλαβαίνει ότι ο Σίβορι μπορούσε να είναι ο εαυτός του μόνο αν τον μεταχειριζόταν σαν τον Σίβορι!

Έτσι, μετά από 8 χρόνια παρουσίας στη Γιούβε, ήρθε η ώρα του «αντίο», για να συνεχίσει την καριέρα του στη νεοφώτιστη Νάπολι, όπου θα βρει έναν άλλο σταρ, τον Ζοσέ Αλταφίνι (José João Altafini), αυτός πρώην παίκτης της Μίλαν, με τον θρύλο να λέει ότι υποσχέθηκαν να «πληγώσουν» τους πρώην συλλόγους τους! Πράγμα που κατάφεραν αφού οι 2 μεγάλοι έφυγαν ηττημένοι από τη Νάπολι, 1-0 αμφότεροι, με σκόρερ εναντίον της Μίλαν τον Σίβορι και εναντίον της Γιούβε τον Αλταφίνι! Την βοήθησε σε μια 3η θέση στην πρώτη σεζόν στο σύλλογο, κατακτώντας και το Κύπελλο Άλπεων. Κατά τη διάρκεια της σεζόν 1967/68 στους «παρτενοπέι», αγωνίστηκε μαζί με τον Ντίνο Τζοφ (Dino Zoff) και μαζί με τον Αλταφίνι, διεκδίκησε  το πρωτάθλημα από τη Μίλαν. Η Νάπολι τελικά τερμάτισε στη 2η θέση. Στον ιταλικό νότο έμεινε 4 χρόνια αλλά οι συνεχείς τραυματισμοί δεν του επέτρεψαν να κάνει κι εκεί μαγικά. Εν τω μεταξύ, οι αγώνες με τη Γιούβε είχαν πάρει προσωπικό χαρακτήρα, λόγω της παρουσίας του Ερέρα στο πάγκο της, τον οποίο βρίζει και κοροϊδεύει σε κάθε ευκαιρία! Και μόνο ως ειρωνεία μπορεί να εκληφθεί το γεγονός πως ο τελευταίος αγώνας του Σίβορι ήταν εναντίον της Γιουβέντους, τον Δεκέμβριο του 1968! Ένα Νάπολι-Γιουβέντους 2-1, με μια ασίστ του Αργεντίνου, με γενική σύρραξη (και επεισόδια μέχρι και στα αποδυτήρια) στη διάρκεια των οποίων δέχθηκε κόκκινη κάρτα επειδή κλώτσησε τον Ερμίνιο Φαβάλι (Erminio Favalli) και τιμωρήθηκε για 6 αγώνες!

Υπάρχει όμως και μια ιστορία λιγότερο γνωστή για τον Σίβορι. Κατά την διάρκεια της κοινής τους θητείας στην Γιουβέντους, ο Τσάρλς με τον Σιβόρι ήταν πολύ καλοί φίλοι, με τον Ουαλό να εξιστορεί μια πρωτόγνωρη εμπειρία που βίωσε με τον Σίβορι. Συγκεκριμένα την ιστορία αυτή την είχε πει σε κάποιους συμπαίκτες του στη Χέρεφορντ Γιουνάιτεντ. Η ιστορία όπως την αφηγήθηκε ο Τζον Τσάρλς:

«Παίζαμε στη Σικελία με την Παλέρμο. Εγώ έμενα πάντα στο ίδιο δωμάτιο με τον Σίβορι και τα απογεύματα ξεκουραζόμασταν πριν από τους αγώνες. Ξαφνικά, κάποιος χτύπησε την πόρτα και εγώ άνοιξα. Μπροστά μου τρεις τύποι με μαύρα γυαλιά, ζητούσαν να δουν τον Σίβορι και έτσι τον ξύπνησα. Ο Σίβορι πήγε να τους μιλήσει και μετά από 2 λεπτά γύρισε στο δωμάτιο φωνάζοντας:

  • “Πρέπει να φύγω, μου είπαν πως αν παίξω θα με πυροβολήσουν”.

Έτσι λοιπόν φώναξα και εγώ τον προπονητή μας, τον Εριμπέρτο Ερέρα, ο οποίος του είπε: “Αν δεν παίξεις, θα σε εξοστρακίσουν στην Ιταλία και δεν θα παίξεις ποτέ ξανά”. Έτσι ο Σίβορι πείστηκε να παίξει αλλά ποτέ δεν πλησίασε την μπάλα μέχρι τα τελευταία λεπτά. Χάναμε 1-0 και λίγο πριν το τέλος ο Σίβορι προσπάθησε, με κενή την εστία, να στείλει την μπάλα άουτ, όμως εκείνη χτύπησε σε έναν αμυντικό και μπήκε στα δίχτυα. Ο Σίβορι έπεσε κάτω για να καλύψει το κεφάλι του μέχρι να τον βγάλουν έξω. Εγώ έκανα το 1-2 στις καθυστερήσεις, όμως ο διαιτητής το ακύρωσε λανθασμένα και όταν τον ρώτησα γιατί, μου είπε:

  • “Σκάσε! Αν κερδίσει η Γιουβέντους, θα με πυροβολήσουν!”»

Σε διεθνές επίπεδο, αγωνίστηκε με την εθνική Αργεντινής 19 φορές, σημειώνοντας 9 γκολ. Έκανε το ντεμπούτο του για την «Αλμπισελέστε», στις 22 Ιανουαρίου του 1956, σ’ έναν αγώνα εναντίον του Περού, σκοράροντας το πρώτο γκολ. Φορώντας τη φανέλα με το № 10, συνέθεσε μια  τρομερή επίθεση, μαζί  με τον Ομάρ Ορέστε Κορμπάτα (Omar Oreste Corbatta), τον Οσβάλντο Κρουζ (Osvaldo Cruz), τον Ουμπέρτο Μάσκιο (Humberto Maschio –αργότερα στις Μπολόνια, Αταλάντα, Ίντερ και Φιορεντίνα) και τον Αντόνιο Αντζελίλο (Antonio Valentín Angelillo –αργότερα στις Ίντερ, Ρόμα και Μίλαν). Έμειναν στη ιστορία  με το παρατσούκλι «Οι Άγγελοι Με Το Διαβολικό Πρόσωπο», μια αναφορά στην μεγάλη κινηματογραφική επιτυχία με τον Τζέιμς Κάγκνεϊ, το 1938! Παράλληλα τους φώναζαν «Caras Sucias» που στα ισπανικά σημαίνει –κυριολεκτικά- «Τα Βρώμικα Πρόσωπα» και είχε να κάνει με τον τρόπο που αγωνίζονταν στο παιχνίδι, βλέποντάς το μεν σαν διασκέδαση, αλλά και από την «βρώμικη»  όψη του, τα κακά παιδιά! Οδήγησαν την τρομερή Αργεντινή στην κατάκτηση του Πρωταθλήματος Νοτίου Αμερικής (ο πρόγονος του Κόπα Αμέρικα) τον Απρίλιο του 1957, στο Περού, με νίκες σ’ όλα τα παιχνίδια, συμπεριλαμβανομένων αυτών με 8-2 επί της Κολομβίας και με 3-0 επί της Βραζιλίας!

Italy-José-Altafini-Antonio-Valentín-Angelillo-and-Omar-Sívori-1961.

Μετά την μεταγραφή του στην Ιταλία, το 1957, τον «άρπαξαν» οι Ιταλοί (μαζί με τους Μάσκιο και Αντζελίλο), ως  Οριούντι (Oriundi) λόγω της ιταλικής καταγωγής (συγγενεύει μάλιστα με τον -Αργεντίνο- Πάπα Φραγκίσκο, που κατάγεται από τη Λιγουρία), συνεπικουρούμενου δε του γεγονότος ότι τότε στην Αργεντινή οι μεταγραφές στην Ευρώπη αντιμετωπίζονταν με δυσπιστία, δεν κλήθηκε ξανά στην Εθνική, με συνέπεια τον καταποντισμό της «αλμπιτσελέστε» στα γήπεδα της Σουηδίας το 1958 (αποκλεισμός από τον πρώτο γύρο, με την βαρύτερη ήττα της στην ιστορία της στα Παγκόσμια Κύπελλα, το ταπεινωτικό 1-6 από την Τσεχοσλοβακία)! Λίγο αργότερα πήρε και την ιταλική υπηκοότητα, κάνοντας το ντεμπούτο του στην ιταλική εθνική ομάδα στις 25 Απριλίου του 1961, στο ματς με την Βόρειο Ιρλανδία, πετυχαίνοντας μάλιστα το γκολ της νίκης. Ένα χρόνο αργότερα, του δόθηκε η ευκαιρία να εκπροσωπήσει την Ιταλία στην Τελική Φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου της Χιλής. Συνολικά κέρδισε 9 συμμετοχές και σημείωσε 8 γκολ, όσο αγωνίστηκε με την «Σκουάντρα Ατζούρα». Μάλιστα το ένα εις βάρος της Αργεντινής σε ένα φιλικό!

Ο Ομάρ Σίβορι, υπήρξε ένας γρήγορος, ιδιαίτερα δημιουργικός και τεχνικά προικισμένος επιθετικός, που αν και ήταν πρωταρχικά ένας παίκτης της αριστερής πλευράς, ήταν ένας δεινός σκόρερ, ο οποίος είχε τη δυνατότητα να σκοράρει όχι μόνο με το αριστερό του, αλλά και το δεξί του πόδι και, παρά το μικρό του ανάστημα, με το κεφάλι του. Παρά το γεγονός ότι δεν ήταν ιδιαίτερα δυνατός, ήταν γνωστός για την αντοχή και την ανδρεία του στο γήπεδο. Παρόλο που ήταν εξαιρετικός σκόρερ, ειδικά όταν ήταν στη Γιουβέντους, ήταν επίσης σε θέση να χρησιμοποιεί  την αντίληψή του και να περνά ακριβής μπαλιές για να δημιουργεί ευκαιρίες για τους συμπαίκτες του. Παίζοντας μαζί με τον Τζον Τσαρλς και τον Τζιαμπιέρο Μπονιπέρτι, ήταν ικανός να παίξει και ως κλασικός φορ, αλλά και ως δεύτερος επιθετικός. Με τους «μπιανκονέρι», ήταν ερωτευμένος και το γιατί, το είχε εξηγήσει ο ίδιος σε μια συνέντευξη του.

«Εδώ πρέπει να μάχεσαι πάντα και να πιστεύεις ακόμη κι όταν όλα δείχνουν χαμένα γιατί η Γιουβέντους δεν τα παρατάει ποτέ»!

Αυτή η ατάκα είναι γραμμένη, πλέον, στους τοίχους του «Γιουβέντους Στάντιουμ» ενώ το όνομα του έχει δοθεί σε μια από τις αίθουσες VIP του γηπέδου, στον περιβάλλοντα χώρο του οποίου έχει και το δικό του αστέρι. Τα συγκεκριμένα λόγια του Σίβορι χρησιμοποίησε και η επίσημη Γιουβέντους στην ιστοσελίδα της, στο κείμενο για την 10η επέτειο από τον θάνατο του, φροντίζοντας όμως να… ανταποδώσει:

«Γι’ αυτό ήταν ερωτευμένος ο Σίβορι με την Κυρία. Εμείς είμαστε ερωτευμένοι μαζί της χάρη και σε αυτόν»!

Αφού ολοκλήρωσε την ποδοσφαιρική του καριέρα, επέστρεψε στην Αργεντινή για να ζήσει τα τελευταία χρόνια της ζωής του στα κτήματά του, τα οποία είχε ονομάσει Γιουβέντους και Νάπολι! Προσπάθησε να ακολουθήσει τον δρόμο της προπονητικής, κάθοντας το 1969 στον πάγκο της Ροσάριο Σεντράλ και το 1972 σε αυτόν της Ρίβερ Πλέιτ, έχοντας ενδιάμεσα εργαστεί στην Εστουντιάντες, τη Ράσινγκ και την Βέλεζ του Σάρσφιλντ, χωρίς όμως ιδιαίτερη επιτυχία. Το 1973 επιλέχθηκε για να προπονήσει την εθνική ομάδα της Αργεντινής στα προκριματικά για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1974 και ήταν ο εμπνευστής της Ομάδας-Φάντασμα! Ήταν ο πρώτος άνθρωπος που κάλεσε τον Ουμπάλντο Φιλιόλ  (Ubaldo Matildo Fillol) στην εθνική ομάδα. Όμως, λίγο πριν τη διοργάνωση της Δυτικής Γερμανίας, παραιτήθηκε μετά από έναν τσακωμό που είχε με την ποδοσφαιρική ομοσπονδία της χώρας. Στον πάγκο της «αλμπιτσελέστε», σε 16 αγώνες, πέτυχε 9 νίκες, 4 ισοπαλίες και υπέστη 3 ήττες. Μετά από αυτό έγινε σκάουτερ για τη Γιουβέντους στη Νότια Αμερική.

Ήταν παντρεμένος από τις 21 Δεκεμβρίου του 1957 με την Maria Elena Casas, ιταλίδα την καταγωγή και είχε δύο παιδιά, την Μίριαμ (γεν. το 1958), τον Νέστορ (γεν. το 1960) και τον Ουμπέρτο-Ρενάτο (γεν. το 1962). Ο τελευταίος, πέθανε σε ηλικία 15 ετών, τον Ιούνιο του 1978, εξαιτίας ενός όγκου. Κατατάχθηκε 5ος Καλύτερος Αργεντίνος,  16ος  Καλύτερος  Νοτιοαμερικάνος και 36ος Καλύτερος Παίκτης του 20ου Αιώνα από τον Διεθνή Οργανισμό Ιστορίας και Στατιστικής του Ποδοσφαίρου (IFFHS).  Τον Μάρτιο του 2004, ονομάστηκε από τον Πελέ (Edson Arantes do Nascimento, ‘’Pelé’’) ως ένας από τους Κορυφαίους 125 Εν Ζωή Ποδοσφαιριστές, στο πλαίσιο των εορτασμών για τα 100 Χρόνια της FIFA. Στις 17 Φεβρουαρίου του 2005, ο Ομάρ Σίβορι έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 69 ετών, στη γενέτειρά του, στο Σαν Νίκολας, από καρκίνο του παγκρέατος.

Ο Ομάρ Σίβορι είναι ο μοναδικός ποδοσφαιριστής που αποθεώνεται από τους οπαδούς των δυο θανάσιμων εχθρών του ιταλικού ποδοσφαίρου, είτε αυτές συναντιόνται στο «Γιουβέντους Στάντιουμ» είτε στο παλιό «Σαν Πάολο», νύν «Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα» της Νάπολι! Ο λόγος μάλλον θα πρέπει να αναζητηθεί «… μέσα από τις ασπρόμαυρες εικόνες που διασώθηκαν, δείχνοντάς μας το ποδόσφαιρο όταν ακόμη ήταν έγχρωμο». Το Μονουμεντάλ, το ιστορικό γήπεδο της Ρίβερ, που ανακαινίστηκε και επεκτάθηκε με τα λεφτά της μεταγραφής του, συνεχίζει να έχει μια κερκίδα με το όνομά του!

Προσωπικές Διακρίσεις

  • Καλύτερος Παίκτης Διοργάνωσης Copa América: 1957
  • Πρώτος Σκόρερ στην Ιταλική Serie: 1959/60
  • Χρυσή Μπάλα: 1961
  • Μέλος της λίστας των 125 Εν Ζωή Καλύτερων Παικτών του Κόσμου, που συνέταξε το 2004 ο Πελέ για τα 100 Χρόνια της FIFA

Βλογημένος

Σχολιασμός

Κοινοποιήστε το: