Αρχική Αυτός που Έκανε τη Βραζιλία να Κλάψει | Βλογημένος

Αυτός που Έκανε τη Βραζιλία να Κλάψει | Βλογημένος

Η αδύνατη, σχεδόν λιπόσαρκη, εμφάνιση του εξαπατούσε πολλούς, ενώ άλλοι τον αντιμετώπισαν με σκεπτικισμό και ήταν καχύποπτοι για την ικανότητά του. Μέσα στο γήπεδο, μετατράπηκε σ’ έναν εκ φύσεως επιθετικό,  αποφασιστικό, με μια σπάνια αίσθηση της θέσης! Γεννήθηκε για να λάμψει για την Ιταλία, αλλά συγκεκριμένα στα Παγκόσμια Κύπελλα, όντας ο ένας από τους τρεις παίκτες, δίπλα στον Γκαρίντσα (Manuel Francisco dos Santos, “Garrincha”) το 1962, και τον Μάριο Κέμπες (Mario Alberto Kempes Chiodi) το 1978, που κέρδισαν ΚΑΘΕ σημαντικό βραβείο της Υπέρτατης Ποδοσφαιρικής Διοργάνωσης του πλανήτη, όταν κατέκτησε τον Παγκόσμιο τίτλο, ήταν ο Πρώτος Σκόρερ με 6 γκολ και κέρδισε τη Χρυσή Μπάλα ως ο Καλύτερος Παίκτης της διοργάνωσης, ΟΛΑ το 1982. Γεννημένος στις 23 Σεπτεμβρίου του 1956, στην περιοχή της Σάντα Λουτσία, κοντά στο Πράτο της Τοσκάνης, ο Πάολο Ρόσι (Paolo Rossi) ήταν ένας από τους πιο επικίνδυνους επιθετικούς στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και σ’ αυτήν του 1980. Μέλος της «Σκουάντρα Ατζούρα» στα  Παγκόσμια Κύπελλα του 1978, του 1982 και του 1986, ο «Μπαμπίνο ντ ‘Ορο» των Ιταλών, ήταν ένας από τους εμβληματικότερους παίκτες της Γιουβέντους στη δεκαετία του 1980 και νικητής της «Χρυσής Μπάλας» ως ο Ευρωπαίος Ποδοσφαιριστής της Χρονιάς το 1982. Μαζί με τους Ρομπέρτο Μπάτζιο (Roberto Baggio) και Κριστιάν Βιέρι (Christian Vieri), είναι ο Κορυφαίος Σκόρερ της Ιταλίας στην ιστορία των Παγκοσμίων Κυπέλλων, με συνολικά 9 τέρματα.

Αγωνίστηκε σε μια σειρά από μικρούς συλλόγους στη Τοσκάνη πριν φτάσει στους νέους της Γιουβέντους το 1972. Έκανε το ντεμπούτο του στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο το 1973, κάνοντας μια εμφάνιση στο Κύπελλο Ιταλίας. Επιρρεπής σε τραυματισμούς κατά τη διάρκεια των πρώτων ετών της καριέρας του, πέρασε από τρεις χειρουργικές επεμβάσεις σε μια περίοδο δύο ετών! Με λίγες ευκαιρίες στην ομάδα των «μπιανκονέρι» (μόνο 3 εμφανίσεις, όλες για το Κύπελλο Ιταλίας και κανένα γκολ με την Γιουβέντους, μεταξύ 1972 και 1975), δέχτηκε να παραχωρηθεί ως δανεικός στην Κόμο, όπου έκανε και το ντεμπούτο του στη Σέριε A’ την περίοδο 1975/76, αρχικά ως δεξί εξτρέμ! Αγωνίστηκε σε 6 αγώνες, χωρίς όμως να πετύχει γκολ. Το 1976, τότε 20 ετών, πήγε δανεικός από την Γιουβέντους στη Λανερόσι Βιτσέντζα, όπου η συνύπαρξή του με τον προπονητή Τζιοβάν Φάμπρι (Giovan Battista Fabbri) ήταν θεμελιώδης για τη βελτίωσή του ως παίκτη και τη μετατροπή του από ακραίο σε κεντρικό επιθετικό, παράλληλα με την απαραίτητη διόρθωση κάποιων τεχνικών χαρακτηριστικών, όπως η ντρίμπλα και οι θέσεις στη περιοχή.

«Ο Φάμπρι ήταν πατέρας για μένα, ο κλασικός οικογενειάρχης που σε συμβουλεύει, σε παίρνει υπό την προστασία του, ήταν τέτοιος. Επέμεινε σε μένα και δημιουργήθηκε μια εξαιρετική σχέση μεταξύ μας. Ήταν ένας μεγάλος γνώστης και λάτρης του ποδοσφαίρου, κηρύσσοντας πως όλοι, ξεκινώντας από τους αμυντικούς, πρέπει να συμμετέχουν ενεργά στο παιχνίδι. Του χρωστάω πολλά, ήταν αυτός που με μετέτρεψε από ακραίο σε κεντρικό επιθετικό, βλέποντας αμέσως ότι θα μπορούσα να έχω διαφορετικό ρόλο και σίγουρα άλλαξε την καριέρα μου».

Με 21 γκολ σε 36 παιχνίδια, πρώτος σκόρερ στην Σέριε Β’, ήταν ο βασικός συντελεστής στην άνοδο της ομάδας στη Σέριε A’. Εκπληκτικά, την επόμενη σεζόν 1977/78, στη πρώτη κατηγορία, βελτίωσε ακόμη περισσότερο το επίπεδο του, σκοράροντας 24 γκολ σε 30 αγώνες, οδηγώντας τη Λανερόσι στη 2η θέση στο πρωτάθλημα, πίσω μόνο από τη Γιουβέντους! Έγινε ο πρώτος παίκτης που κατάφερε να κατακτήσει τον τίτλο του Κορυφαίου σκόρερ και στις δυο κατηγορίες μέσα σε δυο συνεχόμενες σεζόν! Για την αλλαγή στο στυλ παιχνιδιού του, σχολίασε:

«Ίσως ήμουν ο πρώτος γρήγορος σέντερ φορ, ο οποίος είχε ως κύριο ταλέντο του τη διαίσθηση, σε συνδυασμό με καλή τεχνική. Ένα από τα μυστικά της επιτυχίας μου ήταν να παίζω έξυπνα, να σκέφτομαι πάντα τι να κάνω ένα δευτερόλεπτο πριν φτάσει η μπάλα, μόνο για να αναπληρώσω την έλλειψη των φυσικών προσόντων. Το να παίζω μπροστά ήταν ένα μεγάλο προνόμιο μου, πάντα προσπαθούσα να κλέβω τις θέσεις του αντιπάλου μου, εκμεταλλευόμενος τις ευκαιριακές ικανότητές μου: μέσα στην περιοχή των πέναλτι προσπαθούσα πάντα να εκμεταλλεύομαι το παραμικρό λάθος των αμυντικών, ώστε να είμαι στην κατάλληλη θέση την κατάλληλη στιγμή».

Οι εκπληκτικές εμφανίσεις του νεαρού,  τράβηξαν την προσοχή του Έντσο Μπέαρζοτ (Enzo Bearzot), του τότε ομοσπονδιακού προπονητή της Ιταλίας, ο οποίος πόνταρε στον επιθετικό και τον κάλεσε το 1977 για τα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Το ντεμπούτο του με την «Σκουάντρα Ατζούρα» έγινε στις 21 Δεκεμβρίου του 1977, στη φιλική νίκη με 1-0 εκτός έδρας, στη Λιέγη με το Βέλγιο. Ήταν μέλος της ομάδας που πήγε στην Αργεντινή για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1978. Το στοίχημα απέδωσε και 21χρονος τότε άσος της Βιτσέντσα πέτυχε 3 γκολ και μοίρασε 4 ασίστ, στις νίκες επί της Γαλλίας με 2-1 (ήταν το πρώτο του γκολ για την εθνική ομάδα, στις 2 Ιουνίου του 1978) και της Ουγγαρίας με 3-1, στη Πρώτη Φάση, και στη νίκη με 1-0 επί της Αυστρίας, στη Δεύτερη, βοηθώντας την «Σκουάντρα Ατζούρα» να φτάσει τελικά στην 4η θέση. Ο ίδιος επιλέχθηκε ως μέλος της Καλύτερης 11άδας του τουρνουά και κατέκτησε την «Αργυρή Μπάλα» ως ο 2ος Κορυφαίος Σκόρερ της διοργάνωσης 1978.

Με εφόδιο τις υπέροχες εμφανίσεις του, ο Ρόσι συνέχισε στη Βιτσέντσα τη σεζόν 1978/79, η οποία του πρόφερε συμβόλαιο 2,6 εκατομμυρίων λιρών για να τον κρατήσει, με τον διεθνή επιθετικό να γίνεται ο πιο ακριβοπληρωμένος ποδοσφαιριστής στην Ιταλία! Τότε έκανε και το ντεμπούτο του στις Ευρωπαϊκές διασυλλογικές διοργανώσεις, στο Κύπελλο ΟΥΕΦΑ, σκοράροντας συνολικά 15 γκολ σε 25 αγώνες, παρότι ταλαιπωρήθηκε από τραυματισμούς! Στο τέλος εκείνης της περιόδου, οι 2 σύλλογοι διαφωνούσαν για το ποια έχει τα δικαιώματά του! Αιτία, ήταν ο δανεισμός από την Γιουβέντους με την απόφαση της ιταλικής δικαιοσύνης να λέει «συνιδιοκτησία»! Αυτά τα 15 γκολ δεν ήταν αρκετά για να αποτρέψουν τον υποβιβασμό της Βιτσέντσα κι έτσι, η «Γηραιά Κυρία», που φλέρταρε συνεχώς μαζί του, τον κέρδισε και στη συνέχεια τον δάνεισε στην  Περούτζια, όπου θα περάσει τη μεγαλύτερη απογοήτευση της καριέρας του!

Το σκάνδαλο στησίματος αγώνων στο ιταλικό ποδόσφαιρο, γνωστό ως «Τοτονέρο» (Totonero) συνέβη το 1980 και σ’ αυτό συμμετείχαν, η Μίλαν, η Λάτσιο, η Περούτζια, η Μπολόνια, η Αβελίνο, η Ταράντο και η Παλέρμο. Κατηγορήθηκε ότι συμφώνησε στη χειραγώγηση του αγώνα Περούτζια – Αβελίνο (2-2), στις 30 Δεκεμβρίου του 1978, όπου σημείωσε και τα δύο γκολ της ομάδας του! Ο επιθετικός, ο οποίος έκανε ένα σπουδαίο πρωτάθλημα τη σεζόν 1979/80, σημειώνοντας 13 γκολ σε 28 παιχνίδια, αρνήθηκε κάθε συμμετοχή, ανέφερε ότι δεν γνώριζε τίποτε για τον στοιχηματισμό και ότι είχε αδικηθεί, υποστηρίζοντας ότι όταν ένας αντίπαλος τον ρώτησε, αυτός απάντησε τελείως αθώα…

« … 2-2; Όπως θέλεις»!

Οι δικαστές δεν πείστηκαν και ο Ρόσι, που είχε ήδη επιστρέψει στη Γιουβέντους, κρίθηκε ένοχος και τιμωρήθηκε με τριετή αποκλεισμό! Κατά τη διάρκεια της περιόδου κατά την οποία δεν μπορούσε να παίξει, προπονούνταν με τη Γιουβέντους για να διατηρηθεί η φόρμα του, η οποία πόνταρε στην αφοσίωση του παίκτη, ώστε να μπορεί να υπολογίζει στο ταλέντο του μετά την τιμωρία του! Επανήλθε στα γήπεδα τον Απρίλιο του 1982, λίγες μέρες πριν από την έναρξη του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Ο Μπέαρτζοτ, που δεν τον ξέχασε, εξηγούσε αργότερα …

«Μπορεί να μην είχε παίξει ποδόσφαιρο, ωστόσο, ήξερα ότι αν δεν είχα τον Ρόσι στην ομάδα, θα έχανα έναν σέντερ-φορ περιοχής. Εκεί, που είναι πραγματικά καλός, πραγματικά γρήγορος κάθε φορά έτοιμος να σκοράρει και να κοροϊδέψει τους αντιπάλους του, με τις προσποιήσεις του. Ένας πραγματικός. .. οπορτουνιστής!» 

Το Μουντιάλ του 1982 στην Ισπανία πλησίαζε και ο αποκλεισμός του  μειώθηκε από 3 σε 2 χρόνια. Με τη Γιουβέντους πήρε μέρος σε αγώνα πρωταθλήματος, μόλις την Πρωτομαγιά του 1982! Αν και έπαιξε μόνο τρεις επίσημους αγώνες για τη «Γηραιά Κυρία», ο Μπέαρζοτ επέμεινε και τον πήρε στην αποστολή για το Μουντιάλ! Ήταν φανερό ότι ήταν ανέτοιμος, χωρίς ρυθμό παιχνιδιού, χωρίς καν παιχνίδια στα πόδια του, κανείς δεν εμπιστευόταν την Ιταλία και πρώτα απ’ όλους, οι ίδιοι οι Ιταλοί! Αυτό που κυριαρχούσε μεταξύ των δημοσιογράφων και των οπαδών της Ιταλίας, συνοψιζόταν περίπου στο ότι:

«Με τον Πάολο Ρόσι στην επίθεση, οι πιθανότητες νίκης μας μειώνονται».

Οι δημοσιογράφοι ειρωνεύονταν με άθλιο τρόπο την ομάδα που πράγματι, στην Πρώτη Φάση… ίδρωσε να προκριθεί και τα κατάφερε με 3 ισοπαλίες! Αγκομάχησε κυριολεκτικά φέρνοντας 0-0 με την Πολωνία, 1-1 με το Περού και 1-1 με το πρωτοεμφανιζόμενο Καμερούν! Οι Ιταλοί προκρίθηκαν με 3 βαθμούς και χάρη στα 2 γκολ που είχαν πετύχει συνολικά, έναντι ενός του Καμερούν. Η ιταλική επίθεση πέρασε απαρατήρητη, δημιουργώντας ακόμη μεγαλύτερη δυσπιστία στους οπαδούς. Ο Ρόσι έμοιαζε σαν περαστικός και αμέτοχος στα παιχνίδια των «ατζούρι»! Πώς θα μπορούσε μια ομάδα που δεν κέρδισε να πάει μπροστά σε εκείνο το Κύπελλο; Για να προστατεύσει τους αθλητές, ο προπονητής, που είχε τσακωθεί ουκ ολίγες φορές με τους δημοσιογράφους και πολλούς μάλιστα, τους είχε αποβάλλει από τις προπονήσεις, απαγόρευσε στους παίκτες του να δίνουν συνεντεύξεις, για να διατηρήσουν την εστίαση στους αγώνες. Αυτή η απόφαση επικρίθηκε πολύ φυσικά, αλλά ήταν θεμελιώδης για τη δραστική αλλαγή που θα συνέβαινε στη Δεύτερη Φάση.

Ακόμα κλονισμένη από την απόδοση στη Πρώτη Φάση, χωρίς να παίξει καλό ποδόσφαιρο, η ομάδα έπεσε στον 3ο Όμιλο της Δεύτερη Φάσης της διοργάνωσης μαζί με την Παγκόσμια Πρωταθλήτρια του 1978, Αργεντινή και την Βραζιλία, μια -κατά γενική ομολογία- από τις Καλύτερες Ομάδες Όλων των Εποχών, με πλειάδα αστέρων, προεξεχόντων του Ζίκο (Arthur Antunes Coimbra, ‘’Zico’’), του Φαλκάο (Paulo Roberto Falcão), του Σόκρατες (Sócrates Brasileiro Sampaio de Souza Vieira de Oliveira), του Τζούνιορ (Leovegildo Lins da Gama Júnior) και του Τονίνιο Σερέζο (Antônio Carlos ‘’Toninho’’ Cerezo). Η κλήρωση σε ένα τόσο δύσκολο γκρουπ, έφερε περισσότερη απελπισία τους Ιταλούς οπαδούς. Ήταν όμως σε αυτή την αντιξοότητα που ξύπνησε ο γίγαντας. Απέναντι στην Αργεντινή, η Ιταλία έδειξε μια εντελώς διαφορετική μορφή ποδοσφαίρου: πιο σκληρή, πιο τεχνική, πιο αποτελεσματική, χωρίς λάθη! Ο Ντιέγκο Μαραντόνα (Diego Armando Maradona), το μεγαλύτερο αστέρι της Αργεντινής, αντιμετωπίστηκε ανελέητα από το «Τσιμπούρι του Κυπέλλου», τον Κλαούντιο Τζεντίλε (Claudio Gentile). Ο Ιταλός δεν άφησε τον Αργεντίνο να «αναπνεύσει», εξασφαλίζοντας ασφάλεια στην νίκη της «Σκουάντρα Ατζούρα» με 2-1, με γκολ των Μάρκο Ταρντέλι (Marco Tardelli) και Αντόνιο Καμπρίνι (Antonio Cabrini). Στο επόμενο παιχνίδι, η Βραζιλία απέκλεισε την Αργεντινή κερδίζοντας με 3-1. Έτσι, ο κρίσιμος αγώνας για μια θέση στον ημιτελικό θα ήταν μεταξύ Βραζιλιάνων και Ιταλών. Μόνο που στην Βραζιλία αρκούσε και η ισοπαλία!

Στις 5 Ιουλίου του 1982, σε ένα γήπεδο που δεν υπάρχει πια, το «Εστάδιο Σαριά» (Estadio Sarria) της Βαρκελώνης, παλιά έδρα της Εσπανιόλ, διεξήχθη αυτό το παιχνίδι, που για πολλούς, ΘΑ ήταν η τυπική επίθεση εναντίον του αμυντικού παιχνιδιού και στο οποίο τα στοιχήματα ήταν ΜΟΝΟ για να δουν πόσο θα μπορούσαν οι Ιταλοί να αντέξουν το βραζιλιάνικο σφυροκόπημα! Ωστόσο, το παιχνίδι ήταν το απόγειο της καριέρας και το ξύπνημα του Πάολο Ρόσι, ο οποίος -μέχρι εκείνη τη στιγμή- ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΣΚΟΡΑΡΕΙ. Έκανε εκείνο το ματς, το πιο σημαντικό της καριέρας του, για να δείξει ότι παρά την τιμωρία λόγω του σκανδάλου «Τοτονέρο», ήταν ακόμα σε κορυφαία φόρμα. Ήδη στα πέντε λεπτά του αγώνα, έδειξε το φονικό του ένστικτο και άνοιξε το σκορ με καρφωτή κεφαλιά μετά από σέντρα του Καμπρίνι. Η Βραζιλία δεν κατέθεσε τα όπλα και ισοφάρισε στο 12’. Στο 25 ’, ο Ρόσι εκμεταλλεύτηκε μια λάθος πάσα του Τονίνιο Σερέζο και, με τον συνηθισμένο καιροσκοπισμό του, έκλεψε τη μπάλα για να βάλει την Ιταλία πάλι μπροστά στο σκορ!

Στο δεύτερο ημίχρονο, η Βραζιλία πίεσε μέχρι που βρήκε το γκολ, με τον Φαλκάο. Μετά την ισοφάριση, οι Βραζιλιάνοι πήραν τον έλεγχο του αγώνα, πίεσαν πολύ και είχαν ευκαιρίες να προηγηθούν στο σκορ, αλλά στη συνέχεια, οι Ιταλοί ισορρόπησαν και ο Πάολο Ρόσι, ο οποίος είχε ήδη σκοράρει δύο φορές, εμφανίστηκε ξανά για να πραγματοποιήσει το χατ-τρικ. Στο 75ο λεπτό, χωρίς μαρκάρισμα, πήρε την επαναφορά και σκόραρε με ένα σουτ απ’ τη μικρή περιοχή. Η Βραζιλία δεν μπόρεσε να ξεπεράσει το νέο χτύπημα και χάρη στον Ρόσι η Ιταλία πήρε θέση στον ημιτελικό.

Ο Ρόσι σχολίασε ότι το πρώτο γκολ ήταν καθοριστικό για την έκβαση αυτού του επικού παιχνιδιού.

«Το πρώτο γκολ κόντρα στη Βραζιλία, το θυμάμαι ως το καλύτερο στη ζωή μου. Δεν είχα χρόνο να σκεφτώ τίποτα: είχα μια αίσθηση της απελευθέρωσης. Είναι εκπληκτικό πώς ένα επεισόδιο μπορεί να σου αλλάξει ριζικά τη πορεία: όχι άλλα ψυχικά και σωματικά μπλοκ. Μετά από αυτό το γκολ, όλα ήρθαν φυσικά».

Με τον ενθουσιασμό ψηλά, η Ιταλία πήγε ολοταχώς προς τον τελικό. Στον ημιτελικό, η ομάδα ξανασυναντήθηκε με την Πολωνία, αντίπαλό της στη Πρώτη Φάση. Αυτή τη φορά όμως, το παιχνίδι δεν ήταν μονότονο και ο Πάολο Ρόσι επιβεβαίωσε τη φόρμα του πετυχαίνοντας άλλα δύο γκολ, τα δύο της ιταλικής νίκης. Η ομάδα, μετά από 12 χρόνια, βρέθηκε στον τελικό. Ο αντίπαλος ήταν η (Δυτική) Γερμανία, που προερχόταν από έναν τρομακτικό ημιτελικό κόντρα στη Γαλλία του Μισέλ Πλατινί (Michel François Platini), που κρίθηκε μετά από παράταση και πέναλτι. Οι Ιταλοί εκμεταλλεύτηκαν τη γερμανική κούραση, κυριάρχησαν στο παιχνίδι από νωρίς και είχαν την ευκαιρία να ανοίξουν το σκορ στο πρώτο ημίχρονο, αλλά ο Καμπρίνι έχασε πέναλτι. Στο δεύτερο ημίχρονο, μόλις στο 11ο λεπτό, ο Πάολο Ρόσι πέτυχε το 6ο του γκολ στη διοργάνωση και το πρώτο της Ιταλίας στον τελικό. Στο 24’, ο Ταρντέλι διπλασίασε – και άφησε την περίφημη κραυγή του, που έγινε το σημάδι της ιταλικής κατάκτησης! Στο 35’, ο Αλεσάντρο Αλτομπέλι (Alessandro Altobelli) έκανε το 3-0 και ουσιαστικά «καπάρωσε» τον Παγκόσμιο Τίτλο για την Ιταλία. Ο Πάουλ Μπράιτνερ (Paul Breitner) μείωσε για τη Γερμανία δύο λεπτά αργότερα, αλλά ήταν αργά. Η ομάδα δεν είχε πλέον τη δύναμη να κυνηγήσει το σκορ. Η Ιταλία ήταν για Τρίτη φορά Παγκόσμια Πρωταθλήτρια, κατακτώντας το τρόπαιο μετά από 44 χρόνια, από τη γενιά των Τζουζέπε Μεάτσα (Giuseppe “Peppino” Meazza) και Σίλβιο Πιόλα (Silvio Gioacchino Italo Piola), που κατέκτησαν τους διαδοχικούς τίτλους στην αρχή της ιστορίας του Παγκοσμίου Κυπέλλου, το 1934 και το 1938.

Ο Παγκόσμιος τίτλος ήταν μόνο ο ένας από τους πολλούς που κέρδισε ο Πάολο Ρόσι εκείνη τη χρονιά. Κέρδισε επίσης το «Χρυσό Παπούτσι» ως πρώτος σκόρερ της Διοργάνωσης, τη «Χρυσή Μπάλα» ως ο Καλύτερος Παίκτης της, ενώ -φυσικά- εξελέγη στην Ιδανική 11άδα του Παγκοσμίου Κυπέλλου! Εκείνη τη χρονιά, κέρδισε επίσης τη «Χρυσή Μπάλα» του «France Football» ως ο Καλύτερος Παίκτης στην Ευρώπη, για να γίνει ο 3ος Ιταλός που κέρδισε το βραβείο, μετά το Τζιάνι Ριβέρα (Giovanni “Gianni” Rivera)‎ και ο Ιταλοαργεντίνος Ομάρ Σίβορι (Enrique Omar Sívori)! Στο απόγειο της καριέρας του, ο Πάολο Ρόσι έδωσε σ’ αυτό το Παγκόσμιο Κύπελλο την προσωπική του απάντηση σε όλους εκείνους που δεν πίστευαν ότι θα μπορούσε να επιστρέψει μετά το σκάνδαλο που τον κράτησε εκτός γηπέδων για σχεδόν δύο χρόνια! Στο γήπεδο, με την επιδεξιότητα και τα γκολ του, τελείωσε κάθε κριτική που του έγινε, έγινε εθνικό είδωλο για τους Ιταλούς και ένας εφιάλτης για τους Βραζιλιάνους, συμπληρώνοντας την τριάδα των παικτών που στοιχειώνουν ποδοσφαιρικά τη Βραζιλία, μαζί με τον Ουρουγουανό Αλτσίντες Γκίτζια (Alcides Edgardo Ghiggia Pereyra) μεγάλο πρωταγωνιστή του «Μαρακανάσο» του 1950 και τον Ζινεντίν Ζιντάν (Zinédine Yazid Zidane), εκτελεστή της στα Παγκόσμια Κύπελλα του 1998 και του 2006!

Τα γκολ που σημείωσε εναντίον της εθνικής ομάδας της Βραζιλίας το 1982 έκαναν τον Ρόσι μια προσωπικότητα non grata για τους Βραζιλιάνους. Όταν το 1989, επισκέφτηκε τη μεγάλη λατινοαμερικάνικη χώρα, τον πέταξαν έξω από ένα ταξί στο Σάο Πάολο, αφού ο οδηγός τον αναγνώρισε. «Είσαι ο Πάολο Ρόσι;» ρώτησε ο ταξιτζής. Ο Ιταλός είπε «ναι, εγώ είμαι». «Οπότε δεν μπορείς να μείνεις, βγες από το αυτοκίνητό μου». Ο Ρόσι έμεινε άναυδος, σε μια από τις πιο διάσημες ιστορίες του και έχει ειπωθεί σε αρκετές συνεντεύξεις έκτοτε.

Σε συλλογικό επίπεδο, η καλύτερη στιγμή του ήταν με τη Γιουβέντους, ανάμεσα σε σκαμπανεβάσματα στην απόδοση και χωρίς ποτέ να έχει δημιουργήσει μια πολύ φιλική σχέση με τους οπαδούς, με τον τεχνικό Τζιοβάνι Τραπατόνι (Giovanni Trapattoni) και τον πρόεδρο της, τον Τζιανπιέρο Μπονιπέρτι (Giampiero Boniperti). Ο Πάμπλιτο παραπονιόταν ότι αντικαθίστατο συχνά, ότι πολλές φορές αγωνιζόταν χωρίς κίνητρο και μερικές φορές ήλθε σε σύγκρουση με τον πρόεδρο ζητώντας αυξήσεις μισθών. Δίπλα στον Πλατινί και τον Πολωνό Ζμπίγκνιου Μπόνιεκ (Zbigniew Boniek), ο κατέκτησε αρκετούς τίτλους με τη Γηραιά Κυρία, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζουν τα ιταλικά πρωταθλήματα του 1981/82 και 1983/84, το Κύπελλο Κυπελλούχων του 1984, το Ευρωπαϊκό Super Cup της ίδιας χρονιάς, και το Κύπελλο Πρωταθλητριών του 1984/85. Η καλύτερη σεζόν του ήταν 1983/84, στην οποία συνέβαλε με 13 γκολ σε 30 παιχνίδια στον εθνικό τίτλο. Τη σεζόν 1982/83, ήταν ακόμα ο πρώτος σκόρερ στο το Κύπελλο Πρωταθλητριών με 6 γκολ σε 9 παιχνίδια και βοήθησε τη Γιουβέντους να φτάσει στον τελικό, αλλά οι Ιταλοί ηττήθηκαν 0-1 από το μεγάλο Αμβούργο του Ερνστ Χάπελ (Ernst Happel). Σαν λύτρωση  ήρθε ο τίτλος του 1984/85, όταν ο Ρόσι πέτυχε 5 γκολ σε 9 παιχνίδια, και πάλι κορυφαία επίδοση για τη νικηφόρα πορεία των «μπιανκονέρι»!

Το 1985, μεταγράφηκε στη Μίλαν, αλλά τα χρόνια προβλήματα στο γόνατο επέστρεψαν, χωρίς να καταφέρει να επιτύχει αυτό που όλοι περίμεναν, αφού σημείωσε μόλις δύο γκολ σε 20 αγώνες πρωταθλήματος το 1985/86 με τη φανέλα των «ροσονέρι». Κλήθηκε για το 3ο Παγκόσμιο Κύπελλο της καριέρας του, αυτό στο Μέξικο, στο οποίο όμως δεν αγωνίστηκε. Ακολούθησε μεταγραφή στην Ελλάς Βερόνα, την ομάδα στην οποία ολοκλήρωσε την καριέρα του το 1987, κοντά στα 31 του χρόνια και πολύ εξασθενημένος σωματικά. Για τη Βερόνα, σημείωσε μόλις 7 γκολ σε 27 παιχνίδια. Το τελευταίο παιχνίδι του για τη εθνική ιταλική ομάδα το έπαιξε στις 11 Μαΐου του 1986 στη Νάπολι, σε μια νίκη 2-0 επί της Κίνας, λίγες μέρες πριν την έναρξη του Παγκοσμίου Κυπέλλου στο Μέξικο. Έπαιξε σε 48 παιχνίδια και σημείωσε 20 γκολ για την «Σκουάντρα Ατζούρα», σχεδόν τα μισά από αυτά (9 γκολ) σε Μουντιάλ!

Αφού κρέμασε τα παπούτσια του, αφιερώθηκε στην παραγωγή κρασιών και ελαιολάδων στην περιοχή του, στην Τοσκάνη, ενώ το 2002, δημοσίευσε την αυτοβιογραφία του, με τίτλο «Έκανα τη Βραζιλία να κλάψει». Επίσης εργάστηκε ως σχολιαστής για τα ιταλικά κανάλια «Sky Sports» και «RAI», καθώς και ως επίτιμος πρόεδρος της Πράτο και διηύθυνε μεσιτικό γραφείο στη Βιτσέντσα.

Στις 9 Δεκεμβρίου του 2020, σε ηλικία μόλις 64 ετών, ο Πάολο Ρόσι έκανε την Ιταλία να κλάψει, αφού άφησε τη τελευταία του πνοή, συνέπεια καρκίνου του πνεύμονα! Γνωστός για την ευγένεια και τη υποστηρικτική του στάση, δυστυχώς ο αγαπημένος Παμπλίτο των Ιταλών δεν μπόρεσε να γίνει δέκτης της αγάπης και της λατρείας στον αποχαιρετισμό του, καθώς μια κηδεία με την επάξια ευλάβεια για τον πρωταθλητή, ήταν εκτός συζήτησης λόγω της πανδημίας του COVID-19. Αυτό, ωστόσο, δεν αφαιρεί τίποτε από τη ζωή του στη μνήμη των οπαδών του ποδοσφαίρου, του ήρωα της Ιταλίας και μιας από τις πιο φανταστικές και καθοριστικές εμφανίσεις ενός παίκτη στην ιστορία των Παγκοσμίων Κυπέλλων. Ο Πάολο Ρόσι ήταν πολύ περισσότερο από ένας δήμιος της Βραζιλίας! Ήταν ο άνθρωπος που επέτρεψε στη Λανερόσι Βιτέντζα  να ταράξει τα νερά με την άνοδό της στη Σέριε A’ και παραλίγο να κατακτήσει τον κορυφαίο ιταλικό τίτλο την επόμενη σεζόν! Ήταν ο επιθετικός που ξεπέρασε ένα διάλειμμα σχεδόν δύο ετών στην καριέρα του για να γυρίσει και να οδηγήσει τη χώρα του στον τίτλο του Παγκοσμίου Κυπέλλου! Ήταν ο πρώτος σκόρερ που βοήθησε τη Γιουβέντους να κατακτήσει δύο πρωταθλήματα και το πρώτο της Κύπελλο Πρωταθλητριών. Ήταν ο νικητής των Κορυφαίων Ατομικών Τροπαίων του ποδοσφαίρου για το 1982, τη χρονιά του, τη χρονιά του Πάολο Ρόσι!

Προσωπικές Διακρίσεις

  • Πρώτος Σκόρερ στην ιταλική Serie B: 1976/77 (21 γκολ)
  • Πρώτος Σκόρερ στην ιταλική Serie A: 1977/78 (24 γκολ)
  • 2ος Σκόρερ Διοργάνωσης Παγκοσμίου Κυπέλλου: 1978
  • Μέλος Ιδανικής 11άδας Διοργάνωσης Παγκοσμίου Κυπέλλου: 2 (1978, 1982)
  • Μέλος Επιλέκτων FIFA: 2 (1979, 1986)
  • Πρώτος Σκόρερ Διοργάνωσης Παγκοσμίου Κυπέλλου: 1982
  • Καλύτερος Παίκτης Διοργάνωσης Παγκοσμίου Κυπέλλου: 1982
  • Καλύτερος Παίκτης στην Ευρώπη από το γαλλικό περιοδικό «Onze» (Onze d’Or): 1982
  • Χρυσή Μπάλα: 1982
  • Παίκτης της Χρονιάς από το αγγλικό περιοδικό «World Soccer»: 1982
  • Πρώτος Σκόρερ Διοργάνωσης Κυπέλλου Πρωταθλητριών: 1982/83
  • Στη 42η θέση από τους 100 Καλύτερους Παίκτες του 20ου Αιώνα από το αγγλικό περιοδικό «World Soccer»
  • Μέλος της λίστας των 125 Εν Ζωή Καλύτερων Παικτών του Κόσμου που συνέταξε το 2004 ο Πελέ για τα 100 Χρόνια της FIFA
  • Στη 12η θέση ως Καλύτερος Ευρωπαίος στο πλαίσιο των Εορτασμών του Ιωβιλαίου της UEFA
  • Χρυσό Παπούτσι ως Ένας Θρύλος του Ποδοσφαίρου: 2007

Βλογημένος

Σχολιασμός

Κοινοποιήστε το: