Αρχική Ο «Άφρο» Πάουλ Μπράιτνερ | Βλογημένος

Ο «Άφρο» Πάουλ Μπράιτνερ | Βλογημένος

Όντας ένας από τους πλέον αμφιλεγόμενους Γερμανούς ποδοσφαιριστές, ήταν γνωστός για τις αμυντικές συνεργασίες του με τον Φραντζ Μπεκενμπάουερ (Franz Beckenbauer) και τον Μπέρτι Φογκτς (Berti Vogts) για τη (δυτικο)-γερμανική εθνική ομάδα και (κυρίως γι’ αυτήν), με τον Καρλ-Χάιντς Ρουμενίγκε (Karl-Heinz Rummenigge) παίζοντας ως μέσος για τη Μπάγερν του Μονάχου. Ο γεννημένος στις 5 Σεπτεμβρίου του 1951, στην κωμόπολη Κόλμπερμουρ της Βαυαρίας, κοντά στα αυστριακά σύνορα (Δυτικο)-Γερμανός κεντρικός μέσος Πάουλ Μπράιτνερ (Paul Breitner), υπήρξε αναπόσπαστο μέρος της ομάδας της Δυτικής Γερμανίας που κατέκτησε το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1974, σκοράροντας στον τελικό. Σκόραρε επίσης και στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1982, καθιστώντας τον έναν από τους 4 μόλις παίκτες που σημείωσαν τέρμα σε 2 διαφορετικούς τελικούς της Υπέρτατης Ποδοσφαιρικής Διοργάνωσης του πλανήτη, με τους άλλους να είναι ο Πελέ (Edson Arantes do Nascimento, ‘’Pelé’’), ο Βαβά (Edvaldo Jizídio Neto, ‘’Vavá’’) και ο Ζινεντίν Ζιντάν (Zinédine Zidane). Ένας από τους Μεγαλύτερους Γερμανούς Παίκτες Όλων των Εποχών, ονομάστηκε στην Καλύτερη 11άδα στην ιστορία των Παγκοσμίων Κυπέλλων και από τον Πελέ στον κατάλογο «FIFA 100», των 125 Μεγαλύτερων Εν Ζωή Ποδοσφαιριστών του Κόσμου, στο πλαίσιο των εορτασμών της εκατονταετηρίδας της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας, το 2004.

Στη γενέτειρά του άρχισε να μαθαίνει να παίζει ποδόσφαιρο και στο Φραϊλάσινγκ συνέχισε τα μαθήματα, υπό την καθοδήγηση του λογιστή στο επάγγελμα πατέρα του. Κλήθηκε στην εθνική Νέων της χώρας του, όντας μάλιστα βασικό της στέλεχος και δεν άργησε να βρεθεί στο στόχαστρο ισχυρών συλλόγων της Μπουντεσλίγκα. Τελικά, ο «Άφρο», όπως είναι το παρατσούκλι του, λόγω της πλούσιας σε στυλ αφάνας κόμης και της επιμελώς ατημέλητης γενειάδας, που διατήρησε όλα τα χρόνια της ποδοσφαιρικής του καριέρας, πριν κλείσει τα 20 του χρόνια, το καλοκαίρι του 1970, πείθεται από τον προπονητή Ούντο Λάτεκ (Udo Lattek), κι αρχίζει να λάμπει με το ταλέντο του στα γήπεδα, παίζοντας σε μια από τις κορυφαίες ομάδες όλων των εποχών, την Μπάγερν του Μονάχου. Πλάι στους Φραντς Μπεκενμπάουερ, Γκερντ Μίλερ (Gerhard “Gerd” Müller) και Σεπ Μάγερ (Josef Dieter “Sepp” Maier), που μόλις είχαν επιστρέψει με το χάλκινο μετάλλιο από το Μουντιάλ του Μέξικο, ο νεαρός άσος ανδρώθηκε ποδοσφαιρικά εν μία νυκτί! Επί 13 χρόνια θα θεωρείται και εμπράκτως θα αποδεικνύει ότι το αξίζει, ως ένας από τους πολυτιμότερους ποδοσφαιριστές της Ευρώπης και μέγας στυλίστας καθώς θα συνδυάζει, καλλιτεχνικώ τω τρόπω, την ψυχρή λογική της αποτελεσματικής άμυνας με το αιφνίδιο και τιμωρό πάθος της σφοδρής επίθεσης!

Ξεκίνησε την καριέρα του ως αριστερό μπακ, που είχε την δυνατότητα ακαριαίων προωθήσεων, για να μετατοπιστεί βαθμιαία προς το κέντρο. Πρωταγωνιστής μέσα και έξω από τα γήπεδα, έγραψε χρυσές σελίδες τόσο με τα «χειρουργικά» του τάκλιν όσο και τις βολίδες που εκτόξευε στα αντίπαλα καρέ, την ίδια ώρα που οι ηγετικές του ικανότητες δεν μπορούσαν να κρυφτούν. Όσο για το τρομερό δεξί του πόδι, το δοκίμαζε συχνά-πυκνά με εκπληκτικά αποτελέσματα! Ενοχλημένος από το ύψος του πριμ που δόθηκε για την επιτυχία στο Μουντιάλ του 1974, έφυγε από τους Βαυαρούς  για να λαμπρύνει για μια 4ετία, από το 1974 έως το 1978, την φανέλα της «Βασίλισσας», της  Ρεάλ Μαδρίτης, δίπλα στον συμπατριώτη του μέσο Γκίντερ Νέτσερ (Günter Theodor Netzer)! Το 1977 επαναπατρίστηκε για λογαριασμό της Άιντραχτ του Μπράουνσβαϊγκ. Είναι η εποχή που η Μπάγερν Μονάχου, χωρίς την Αγία Τριάδα της -Μάγερ, Μπεκενμπάουερ, Μίλερ- τερματίζει στη 12η θέση της Μπουντεσλίγκα, αναζητώντας απεγνωσμένα νέους ήρωες! Μπροστά στο αδιέξοδο, το καλοκαίρι του 1978, οι παράγοντές της εκταμιεύουν 1,85 εκατομμύρια μάρκα και φέρνουν τον σπουδαίο άσο πίσω στο Μόναχο! Παρέα με έναν άλλο δυναμικό παίκτη, τον Καρλ Χάιντζ Ρουμενίγκε, θα αποτελέσουν ένα φοβερό και τρομερό δίδυμο συντονισμού και αποτελεσματικότητας, με αποτέλεσμα να μείνουν αμφότεροι στην ιστορία ως «Breitnigge».

Μετά από 6 «πέτρινα» χρόνια, χωρίς κανένα τίτλο, οι Βαυαροί επιστρέφουν στον θρόνο τους, ο επιθετικός (πια) μέσος Πάουλ Μπράιτνερ είναι το είδωλο των οπαδών τους, αναδεικνύεται Κορυφαίος Ποδοσφαιριστής στη Γερμανία το 1981 και το καλοκαίρι του 1983, τερματίζει την σταδιοδρομία του με τη συνολική σοδειά του να μην είναι διόλου αμελητέα: 5 γερμανικά πρωταθλήματα με την Μπάγερν, αυτά των ετών 1972, 1973, 1974, 1980 και 1981 και άλλα 2 ισπανικά με την Ρεάλ, το 1975 και 1976. Επίσης, συνέβαλε στην κατάκτηση του Κυπέλου Πρωταθλητριών από τη Μπάγερν το 1974 και στον θρίαμβο της Ρεάλ στον τελικό του Κυπέλου Ισπανίας το 1975. Σημείωσε συνολικά 144 γκολ, αριθμός πράγματι εντυπωσιακός! Όλα αυτά τα θριαμβευτικά, εν μέσω καταλαλιάς, πάντα, για τις ακραίες αριστερίστικες, έως αναρχικές, την περίοδο που βρέθηκε στην Ισπανία, πολιτικές απόψεις του.

Θα περάσει και από το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα της χώρας του, το οποίο θα τιμήσει με το παραπάνω φορώντας τη φανέλα του σε 48 αναμετρήσεις, σκοράροντας παράλληλα και 10 τέρματα και σημειώνοντας ένα σπουδαίο ρεκόρ: ήταν ο πρώτος Ευρωπαίος και έως προσφάτως ο μοναδικός, που κατάφερε να σκοράρει σε δύο διαφορετικούς τελικούς Παγκοσμίου Κυπέλου! Το highlight της καριέρας του θα ερχόταν στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1974, όταν ο φλογερός Βαυαρός αναδύθηκε στο τουρνουά, ως το δεξί χέρι του αρχηγού Φραντς Μπεκενμπάουερ. Έγραψε ιστορία όταν η γηπεδούχος και μάλιστα στο Μόναχο, Δυτική Γερμανία αντιμετώπισε την Ολλανδία και ο «Άφρο» ισοφάρισε το σκορ, εκτελώντας ένα ανελέητα ψύχραιμο πέναλτι!

«Ήδη πριν από το εναρκτήριο ματς, είχαμε συζητήσει ποιος θα εκτελούσε τα πέναλτι που θα κερδίζαμε, κανείς όμως δεν ήθελε»,

είπε ο Μπράιτνερ για το γεγονός,

«… ο Γκερντ Μίλερ.  είχε χάσει μερικά στην Μπουντεσλίγκα, αλλά και κανείς δεν βγήκε μπροστά να πει “θα το κάνω εγώ!».

Ο Μπράιτνερ, στη μακρά και πλούσια καριέρα του, κατέκτησε τα πάντα σχεδόν που μπορούν να κατακτηθούν από έναν ποδοσφαιριστή της κλάσης του, αφού δύο χρόνια πριν από τον θρίαμβο του Μουντιάλ του 1974, είχε κατακτήσει και το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα! Παρά το γεγονός ότι έπαιζε άμυνα στο συγκεκριμένο Μουντιάλ της Γερμανίας, σκόραρε 3 γκολ, τα 2 με κεραυνούς κατά της Χιλής και της Γιουγκοσλαβίας!  Έπειτα όμως από το Παγκόσμιο του 1974, μια σειρά διαφωνιών με τον ομοσπονδιακό προπονητή των «πάντσερ» θα έφερναν τον σπουδαίο Γερμανό εκτός εθνικής, με τον ίδιο να αποσύρεται από τη διεθνή σκηνή το 1978, λίγους μήνες πριν από το Μουντιάλ της Αργεντινής. Κάτι που θα έφερνε την πανωλεθρία στα «πάνστερ» και θα έκανε τον Καρλ-Χάινζ Ρουμενίνγκε να διαμαρτυρηθεί ότι η Δυτική Γερμανία δεν ήταν ανταγωνιστική χωρίς τον Μπράιτνερ στις τάξεις της!

Έτσι, ο Βαυαρός προσκλήθηκε εκ νέου στο αντιπροσωπευτικό συγκρότημα πάνω στην ώρα για το Παγκόσμιο του 1982, συμβάλλοντας στην πορεία της ομάδας μέχρι τον τελικό! Σκόραρε και το 1982, στο Μουντιάλ που φιλοξενήθηκε στη Ισπανία, στη Μαδρίτη, στο ματς του τελικού κατά της Ιταλίας, όταν έσωσε την τιμή της ομάδας του, μειώνοντας το σκορ σε 3-1, μόλις στο 83ο λεπτό της αναμέτρησης. Για την ιστορία οφείλουμε να σημειώσουμε ότι οι δύο προηγούμενοι πριν αυτόν μπαλαδόροι που έχουν κατορθώσει να σκοράρουν σε 2 τελικούς της υπέρτατης ποδοσφαιρικής διοργάνωσης του πλανήτη, δεν ήταν άλλοι από τους θρυλικούς Βραζιλιάνους, Πελέ  και Βαβά, ενώ το ίδιο δεν παρέλειψε, χρόνια μετά τον «Άφρο», να κατορθώσει ο μέγας Ζινεντίν Ζιντάν.

Έγινε τραγούδι από την πανκ μπάντα «Die Arzte», προκάλεσε καμιά δεκαριά σκάνδαλα με τα όσα έλεγε και έκανε, ενώ, μιας και δεν μπορούσαν να τα βάλουν με το αδιαμφισβήτητο ταλέντο του, τα έβαλαν με την κόμμωσή του, τοποθετώντας τον στη λίστα των χειρότερων «μαλλιάδων» του ποδοσφαίρου! Τα έβαλαν με τη φάτσα του, ψηφίζοντάς τον ανάμεσά στους ασχημότερους παίκτες όλων των εποχών, ακόμα και με την ποδοσφαιρική περιβολή του, ιδίως με την συνήθειά του να αφήνει τις κάλτσες του να πτυχώνονται και να πέφτουν χαμηλά ίσαμε τον αστράγαλο.

Αστέρας της Μπάγερν και των «πάντσερ», ο Μπράιτνερ χωρίς κανένα ενδοιασμό θα φωτογραφηθεί για το περιοδικό «Pop», ένα αλησμόνητο όργανο της πιτσιρικαρίας που ψαχνόταν με το ροκ στη δεκαετία του 1970, καθισμένος σε μια κουνιστή πολυθρόνα, με βλέμμα λίαν επιθετικό, με την αφάνα και τα γένια του να θυμίζουν μέλος σκληρής ροκ μπάντας και με φόντο μια ξύλινη κιθάρα και μια αφίσα του Μάο Τσε Τουνγκ (Mao Zedong). Προκλήθηκε σκάνδαλο, ο Μπράιτνερ όμως, ακλόνητος προέβη σε απανωτές δηλώσεις κατά του καπιταλισμού και υπέρ των φτωχών και κατατρεγμένων. Κάτι που έμελλε να θυμηθεί κάμποσα χρόνια αργότερα ο Εμίρ Κουστουρίτσα (Emir Kusturica), ο οποίος σε μια συνέντευξή του σχετικά με το φιλμ που γύρισε για τον Μαραντόνα, αποτίει φόρο τιμής στον «Afro», λέγοντας ότι οι ποδοσφαιριστές κακώς έχουν τη φήμη του απαίδευτου και του ευήθους, καθώς και ο Μπράιτνερ αποτελεί φωτεινό παράδειγμα αθλητή που στάθηκε στο πλευρό των αδικημένων, προβαίνοντας με κάθε ευκαιρία σε πύρινες λεκτικές καταδίκες των αδικούντων.

Όμως ο «Afro» δεν θα ξεσηκώνει επικρίσεις μονάχα από την μεριά των συντηρητικών πολέμιών του, αλλά και από την μεριά των οπαδών και θαυμαστών του. Έτσι συμβαίνει με όλες τις έντονες και αμφιλεγόμενες προσωπικότητες που επιμένουν να κάνουν πάντα το δικό τους. Καραδοκεί, μια ζωή, ο φθόνος! Ο παίκτης αποφάσισε, για λόγους προσωπικούς, να ενδώσει στην πρόταση μιας μεγάλης εταιρίας καλλυντικών, να ξυρίσει την χαρακτηριστική γενειάδα του απέναντι στην κάμερα και να περιποιηθεί τις άτριχες πλέον παρειές του με ένα συγκεκριμένο after shave. Η αμοιβή του δεν ήταν διόλου ευκαταφρόνητη, μιας και ανερχόταν στο λίαν σεβαστό, για τις αρχές της δεκαετίας του 1980, ποσό των 150.000 μάρκων. Φυσικά, χαρακτηρίστηκε «προδότης», «αργυρώνητος», «μίσθαρνο όργανο του καπιταλισμού» και άλλα συναφή! Δοκίμασε την τύχη του και στον κινηματογράφο, συμμετέχοντας σε τρεις γερμανικές παραγωγές. Η πιο διάσημη ήταν το “Potato Fritz” , ένα γουέστερν του 1976!

Που να ήξεραν οι τότε κατήγοροί του ότι τυγχάνει και μακρινός συγγενής του αποθανόντος Πάπα Βενέδικτου του 16ου, κατά κόσμον, Γιόζεφ Αλoΐσιους Ράτσινγκερ (Joseph Aloisius Ratzinger), όστις ετύγχανε και φανατικός ποδοσφαιρόφιλος! Θα φόρτωναν, αναδρομικώς, στον «Άφρο» κάθε αμάρτημα της Καθολικής Εκκλησίας! Τέλος πάντων, ο Πάουλ Μπράιτνερ συνεχίζει ακάθεκτος να καταπιάνεται με την μπάλα, στο ρόλο πλέον του σχολιαστή και του αθλητικογράφου, όπου και πάλι προκαλεί εντάσεις με όσα παράγει η γραφίδα του. Ακόμη ομνύει, με τον τρόπο του, στη Στρογγυλή Θεά και δεν παύει να προκαλεί συζητήσεις. Αρνείται επιμόνως να είναι απλώς αρεστός και μιλάει πάντα έξω από τα δόντια. Βεβαίως, λοιδορήθηκε πρωτίστως για τις πολιτικές αντιλήψεις του, που είχε το σθένος να τις εκφράζει ανοικτά, σε καιρούς μάλλον σκοτεινούς και επικίνδυνους μάλιστα, όπως ήταν η δεκαετία του 1970 στη Γερμανία. Η τελευταία φημισμένη του ατάκα ξεστομίστηκε, πριν από μερικά χρόνια, το 2006, όταν ανέλαβε τη θέση του αρμόδιου στα θέματα μεταγραφών της Μπάγερν. Είπε απροκάλυπτα: «Δεν ανέλαβα τη θέση για να είμαι παρών σε γεύματα και να πίνω σαμπάνια».

Σε ορισμένες «μούρες» -και ο Πάουλ Μπράιτνερ μπορεί να χαρακτηρισθεί «μούρη»-  που με τη σειρά τους ομνύουν στην ένταση και την αντισυμβατικότητα, παραμένει μια … ροκάδικη πηγή εμπνεύσεως, παρά τα χρονάκια του! H άγρια φλόγα της νιότης δεν σβήνει ποτέ!

Προσωπικές Διακρίσεις

  • Μέλος Ιδανικής 11άδας της Διοργάνωσης Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος: 1972
  • Μέλος Ιδανικής 11άδας της Διοργάνωσης Παγκοσμίου Κυπέλλου: 1974
  • Ποδοσφαιριστής της Χρονιάς για τη Γερμανία: 1981
  • Χρυσή Μπάλα: επιλαχών 1981
  • Μέλος Ιδανικής 11άδας Παγκοσμίου Κυπέλλου Όλων των Εποχών
  • Μέλος της λίστας των 125 Εν Ζωή Καλύτερων Παικτών του Κόσμου που συνέταξε το 2004 ο Πελέ για τα 100 Χρόνια της FIFA 100

Βλογημένος

Σχολιασμός

Κοινοποιήστε το: