Αρχική Ο Βασιλιάς της Ρώμης | Βλογημένος

Ο Βασιλιάς της Ρώμης | Βλογημένος

Ήταν ο καλύτερος παίκτης στην ιστορία της Ιντερνασιονάλ του Πόρτο Αλέγκρε. Ένα λαμπερό αστέρι, με τόση κλάση, κομψότητα και τέχνη στα πόδια του, που ακόμη και τα παρατσούκλια του, που ήταν κι αυτά της «υψηλότερης» κατηγορίας όπως «Τοσκανίνι» (Toscanini, ο Ιταλός μαέστρος και συνθέτης), το «Λαγωνικό» κ.α. είναι λίγα μπροστά σ’ αυτό που «έβγαινε» στο γήπεδο! Ο Πάουλο Ρομπέρτο Φαλκάο (Paulo Roberto Falcão), υπήρξε ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα στο βραζιλιάνικο και παγκόσμιο ποδόσφαιρο στις δεκαετίες του ’70 και του ’80. «Βασιλιάς του Μπέιρα Ρίο» (Beira Rio -το γήπεδο της Ιντερνασιονάλ) για πολλά υπέροχα χρόνια και γεμάτος τίτλους, ο Βραζιλιάνος έγινε ακόμη «Μεγαλύτερος» Βασιλιάς με τη φανταστική Ρόμα της δεκαετίας του ’80, που κατέκτησε την Ιταλία και απλά δεν έγινε η Βασίλισσα της Ευρώπης έχοντας την ατυχία να βρει απέναντί της τη σχεδόν ασυναγώνιστη Λίβερπουλ στον τελικό. Ο Φαλκάο ήταν η μεγαλύτερη ιδιοφυΐα μεταξύ τόσων πολλών αστέρων, που κέρδισε το παρατσούκλι του, «Ο Βασιλιάς της Ρώμης»  ακόμη και τη συμπάθεια του Πάπα Ιωάννη Παύλου Β’! Μετά τη Ρόμα, έπαιξε για λίγο για την Σάο Πάολο, σημαντικό πέρασμα όμως αφού κατέκτησε το Καμπεονάτο Παουλίστα (πολιτειακός τίτλος) του 1985. Για την εθνική ομάδα, ήταν μέλος μιας από τις Μεγαλύτερες γενιές της Βραζιλίας, της ομάδας του 1982, η οποία δεν κατέκτησε το Παγκόσμιο Κύπελλο στην Ισπανία «εξαιτίας» του Πάολο Ρόσι. Το ταλέντο, η μαεστρία και το χάρισμα του, κατέκτησαν τους πάντες και τον έβαλαν στο υψηλότερο βάθρο των οπαδών των ομάδων, με τις οποίες αγωνίστηκε! Και με τη «Κόκκινη» του Πόρτο Αλέγκρε, και με τους «Τζιαλορόσι» της Ρώμης, ακόμη και με την «Τρίχρωμη» του Σάο Πάολο, αλλά και με την «σελεσάο»!

Γεννημένος στις 16 Οκτωβρίου του 1953, στο Αμπελάρδο Λουζ της πολιτείας της Σάντα Καταρίνα  στη νότια Βραζιλία, ο Φαλκάο δεν έμεινε πολύ στην ιδιαίτερη πατρίδα του, αφού όταν ο ίδιος ήταν σε ηλικία δύο ετών, η οικογένειά του μετακόμισε στο Κανόας, μια πόλη-τμήμα του αστικού συγκροτήματος του Πόρτο Αλέγκρε, της πρωτεύουσας της νοτιότερης βραζιλιάνικης πολιτείας του Ρίο Γκράντε ντο Σουλ. Τα χρόνια πέρασαν και ο νεαρός έδειξε ότι ήθελε να γίνει ποδοσφαιριστής μέχρι που πήγε να προπονηθεί στα εφηβικά τμήματα της Ιντερνασιονάλ του Πόρτο Αλέγκρε, το 1968. Χρειάστηκαν μόνο λίγα χρόνια για να ξεχωρίσει και να δείξει ταλέντο άνω του μέσου όρου, με ακριβείς πάσες, μεγάλη αίσθηση του χώρου και ικανότητα στο σκοράρισμα, εκτός από το να σουτάρει εξαιρετικά καλά και να έχει μια σπάνια ικανότητα ως αμυντικός μέσος. Το 1973 ενσωματώθηκε στους επαγγελματίες της «Κόκκινης», η οποία συγκροτούσε τότε μια ομάδα άξια σεβασμού, με αρχηγό τον Χιλιανό Ελίας Φιγκερόα (Elías Ricardo Figueroa Brander), έναν μύθο στην άμυνα της «Κολοράντο». Η ομάδα «ερχόταν» από τέσσερεις διαδοχικές κατακτήσεις του πολιτειακού Πρωταθλήματος «Γκαούτσο» (από το 1969 έως το 1972), και είχε ξεκινήσει πολύ καλά για την «πέντα» το 1973, κάτι που τελικά συνέβη! Η Ιντερνασιονάλ παρουσίασε  μια ομάδα με άψογη σύνδεση και πολλή τεχνική, με τον Φαλκάο να βελτιώνεται καθημερινά, να είναι τέλειος στην προστασία της άμυνας και να υποστηρίζει την επίθεση, ακόμη και να γίνεται μεσοεπιθετικός από τα δεξιά σε πολλά ματς. Μετά από έναν ακόμη πολιτειακό τίτλο (ο 6ος σερί!) το 1974, η ομάδα στόχευσε πλέον υψηλότερα για το 1975: στο «Μπραζιλεϊράο» (Brasileirão), το Βραζιλιάνικο εθνικό πρωτάθλημα!

Χωρίς αντίπαλο στο πολιτειακό «Γκαούτσο», η Ιντερνασιονάλ του Φαλκάο, έθεσε το «Καμπεονάτο Μπραζιλέιρο» (Campeonato Brasileiro) του 1975 ως σημαντικότερο στόχο της σεζόν. Το τουρνουά εκείνης της χρονιάς (για άλλη μια φορά μ’ ένα σύστημα διεξαγωγής,  βγαλμένο από τροφίμους Ψυχιατρικών κλινικών -θα μιλήσουμε άλλη φορά γι’ αυτά!)  είχε τον πρώτο γύρο με 4 ομίλους, 2 με 10 ομάδες και 2 με 11. Η Ιντερνασιονάλ ήταν στον Δ’ Όμιλο, τερματίζοντας πρώτη στη βαθμολογία, όντας -φυσικά- μία από τις προκριθείσες, με 8 νίκες, 2 ισοπαλίες και μόνο μία ήττα σε 11 παιχνίδια, δεχόμενη μόνο 5 γκολ, μια άμεση αντανάκλαση της παρουσίας του Φιγκερόα στο κέντρο της άμυνας της! Στον δεύτερο γύρο, 2 όμιλοι των 10 ομάδων, απ’ όπου προκρίθηκε η πρώτη εξάδα καθενός. Η Ιντερνασιονάλ ήταν και πάλι η πρωταγωνίστρια, με 5 νίκες, 4 ισοπαλίες και μία ήττα σε 10 παιχνίδια, δεχόμενη 4 γκολ. Στον τρίτο (!) γύρο, 2 όμιλοι με 8 ομάδες, με τους δύο πρώτους καθενός να παίρνουν την πρόκριση για τους ημιτελικούς. Αυτή τη φορά, η Ιντερνασιονάλ ήταν δεύτερη, πίσω από την εκπληκτική Σάντα Κρουζ. Σε 7 παιχνίδια, η «Κολοράντο» κέρδισε τα 4, έφερε 2 ισοπαλίες και ηττήθηκε σε έναν. Η «Τρίχρωμη του Περναμπούκο» (η Σάντα Κρουζ ειν’ αυτή), είχε μια νίκη παραπάνω. Η Ιντερνασιονάλ προκρίθηκε αλλά έπρεπε στον ημιτελικό ν’ αντιμετωπίσει την πρώτη του Α’ Ομίλου, την Φλουμινένσε!

Τον ημιτελικό, που παίχτηκε σε έναν μόνο αγώνα, τον παρακολούθησαν περισσότεροι από 97.000 θεατές στο «Στάδιο Μαρακανά», σχεδόν όλοι πεπεισμένοι ότι θα πήγαινε στον τελικό η Φλουμινένσε, τέτοια που ήταν η ποιότητα των παικτών της, ενορχηστρωμένη από τον Ρομπέρτο Ριβελίνο (Roberto Rivellino)! Αλλά δεν υπολόγισαν σε έναν άλλο μαέστρο από την πλευρά της «Κολοράντο», τον Φαλκάο, τόσο καλό όσο ο Ριβελίνο, αλλά και τον «Δον Ελίας» (Φιγκερόα), Κορυφαίο της «Κόκκινης» περιοχής! Η Ιντερνασιονάλ, όχι μόνο δεν φοβήθηκε, κοντράρισε στα ίσια και εν τέλει νίκησε τη «Φλου» με 2-0, ύστερα από γκολ των Λούλα (Luís Ribeiro Pinto Neto, “Lula”) και Καρπετζιάνι (Paulo César Carpegiani). Η θέση στον τελικό εξασφαλίστηκε και η «Τρίχρωμη Μηχανή» (Maquina Tricolor) της Φλουμινένσε είδε την «Κόκκινη» ομάδα να σβήνει τη μαγεία της!

Έχοντας πραγματοποιήσει καλύτερη πορεία στο πρωτάθλημα από τον αντίπαλο της, την Κρουζέιρο, η Ιντερνασιονάλ έπαιξε στο «σπίτι» της, το «Μπέιρα Ρίο» στις 14 Δεκεμβρίου τον τελικό για τον Βραζιλιάνικο εθνικό τίτλο του 1975! Το παιχνίδι, καθώς δεν θα μπορούσε να ήταν διαφορετικά, ήταν πολύ αμφίρροπο! Η Κρουζέιρο είχε «θηρία» στο γήπεδο, όπως ο πορτιέρο Ραούλ Πλάσμαν (Raul Guilherme Plassmann), ο δεξιός αμυντικός Νελίνιο (Manoel Rezende de Mattos Cabral, “Nelinho”), ο αμυντικός (και μέσος) Πιάτσα (Wilson da Silva Piazza), ο μέσος Ζε Κάρλος (José Carlos Bernardo, “Zé Carlos”) και οι επιθετικοί Παλίνια (Vanderlei Eustáquio de Oliveira, “Palhinha”) και Ζοαοζίνιο (João Soares de Almeida Filho, “Joãozinho”). Σε ένα τόσο σφιχτό παιχνίδι, αυτό που ξεχώρισε ήταν η άμυνα της «Κολοράντο». Με τον τερματοφύλακα Μάνγκα (Haílton Corrêa de Arruda, “Manga”) να έχει εξαιρετική απόδοση σ’ εκείνο το παιχνίδι, η Ιντερνασιονάλ πέτυχε στο 56’ το γκολ του τίτλου, με μια εμβληματική ενέργεια που έμεινε έκτοτε ιστορική, όταν μια ακτίνα ηλίου φώτισε το κεφάλι του Ελίας Φιγκέροα, τη στιγμή που αυτός με κεφαλιά έστειλε τη μπάλα στο βάθος της εστίας, σημειώνοντας το περίφημο «El Gol Iluminado» (Το Φωτεινό Γκολ)! Η Ιντερνασιονάλ, για πρώτη φορά στην ιστορία της, ήταν εθνική πρωταθλήτρια, όντας επίσης η πρώτη βραζιλιάνικη πρωταθλήτρια από την πολιτεία του Ρίο Γκράντε ντο Σουλ, κάνοντας τους οπαδούς της «αιώνιας» αντιπάλου της, της Γκρέμιο ακόμα πιο «λυσσασμένους»! Πρώτος σκόρερ της διοργάνωσης ήταν ο «Κόκκινος» Φλάβιο (Flávio Almeida da Fonseca, “Flávio Minuano”), με 16 γκολ. Ήταν η δόξα που τόσο ονειρευόταν ο Φαλκάο με τη Κόκκινη φανέλα, η οποία έγινε ακόμα μεγαλύτερη με τα ατομικά βραβεία που κέρδισε ο μέσος, ως ο Καλύτερος Παίκτης του πρωταθλήματος και η Ασημένια Μπάλα (Bola de Prata -του περιοδικού Placar), ως ο Καλύτερος στη θέση του. Η Βραζιλία ήταν δική του. Το ίδιο και το ποδόσφαιρο.

Το 1976, η Ιντερνασιονάλ αποκλείστηκε στο Λιμπερταδόρες, το οποίο είχε την Κρουζέιρο ως ηπειρωτική πρωταθλήτρια. Από την άλλη, η «Κόκκινη» ομάδα διατήρησε την ηγεμονία της και στο «Γκαούτσο», αλλά και στο «Μπραζιλεϊράο»! Η ομάδα κατέκτησε το πολιτειακό πρωτάθλημα και σήκωσε το πρωτάθλημα Βραζιλίας, πάλι εντός έδρας, νικώντας την Κορίνθιανς με 2-0. Η Ιντερνασιονάλ ήταν για δεύτερη συνεχόμενη φορά πρωταθλήτρια Βραζιλίας, κατακτώντας το με το αποτελεσματικό, λαμπρό και τεχνικό ποδόσφαιρό της, τοποθετώντας τον Φαλκάο στο υψηλότερο επίπεδο των μεγάλων του βραζιλιάνικου, ακόμη και του παγκόσμιου ποδοσφαίρου!

Κάθε χρόνο που περνούσε, ο Φαλκάο έβλεπε το ποδόσφαιρο του να γίνεται όλο και καλύτερο, η τεχνική του γινόταν πιο ακριβής και η ιδιότητά του ως είδωλο των «Κόκκινων» οπαδών να μεγαλώνει, ακόμα δε περισσότερο μετά την αποχώρηση του «Δον Ελίας» το 1977! Χωρίς τον Χιλιανό, ο Φαλκάο ήταν σε θέση να πάρει για τον εαυτό του τη «θέση» του μεγαλύτερου ειδώλου του «Μπέιρα Ρίο» και να οδηγήσει αριστοτεχνικά την ομάδα! Αλλά η πρώτη του χρονιά ως ηγέτης δεν ήταν καλή. Η Ιντερνασιονάλ έχασε την ευκαιρία να γίνει για 9η συνεχή (!) φορά πρωταθλήτρια «Γκαούτσο» χάνοντας τον τελικό από τη Γκρέμιο του προπονητή Τέλε Σαντάνα (Telê Santana da Silva) και των Αντρέ Κατίμπα (Carlos André Avelino de Lima, “André Catimba”) και Έντερ (Éder Aleixo de Assis). Στο «Μπραζιλεϊράο», η Ατλέτικο Μινέιρο και η Σάο Πάολο προχώρησαν μέχρι τον τελικό, χωρίς να δώσουν ευκαιρίες στη «Κολοράντο». Ο Φαλκάο στόχευε περισσότερο στην εθνική ομάδα εκείνη την εποχή. Έχοντας σταθερή παρουσία στην «σελεσάο», θεωρούσε δεδομένη τη συμμετοχή του στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1978 στην Αργεντινή, αλλά κάποιες διαφωνίες με τον ομοσπονδιακό προπονητή Κλαούντιο Κουτίνιο (Cláudio Pêcego de Moraes Coutinho) τον «έβγαλαν» από την αποστολή, κάνοντας χώρο για τον μέσο Τσικάο (Francisco Jezuíno Avanzi, “Chicão”), της Σάο Πάολο. Εκείνη τη χρονιά, το 1978, ο Φαλκάο οδήγησε την Ιντερνασιονάλ σε έναν άλλο πολιτειακό τίτλο – με τους Βαλντομίρο (Valdomiro Vaz Franco) και Ζαΐρ (Jair Gonçalves Prates) Κορυφαίους σκόρερ της ομάδας στο τουρνουά με 15 γκολ ο καθένας. Στο «Μπραζιλεϊράο», η Ιντερνασιονάλ έπεσε θύμα της εκπληκτικής Γκουαρανί του Καρέκα (Antônio de Oliveira Filho, “Careca”), ηττώμενη πανηγυρικά στους ημιτελικούς. Αντίθετα, ο ίδιος κέρδισε άλλη μία «Ασημένια Μπάλα» από το περιοδικό Placar, εκτός από τη πρώτη του «Χρυσή Μπάλα» ως ο Καλύτερος Παίκτης της Χρονιάς στη Βραζιλία  (Bola de Ouro)!

Το 1979, ο Φαλκάο έπαιξε σε πάρα πολλούς αγώνες  κι αυτό γιατί και η  Ιντερνασιονάλ, έδωσε πάρα πολλούς αγώνες, σε μια ιδιαίτερα πετυχημένη χρονιά! Παράλληλα με παίκτες όπως ο Μάουρο Γκαλβάο (Mauro Geraldo Galvão), ο Μπατίστα (João Batista da Silva, “Batista”), ο Ζαΐρ και ο Μάριο Σέρτζιο (Mário Sérgio Pontes de Paiva, “Mário Sérgio”), ο αστέρας ηγήθηκε της ομάδας σε μια αξέχαστη και ιστορική εκστρατεία,  στο «φουσκωμένο» (ένα μνημείο νοτιοαμερικάνικης παράνοιας!…) βραζιλιάνικο πρωτάθλημα εκείνης της χρονιάς. Αυτοί οι παίκτες της «Κολοράντο» δεν ήξεραν τι θα πει ήττα, κατακτώντας τον τίτλο αήττητοι, με 16 νίκες και 7 ισοπαλίες σε 23 παιχνίδια! Είναι -μέχρι και σήμερα- το μοναδικό που ένας σύλλογος κατέκτησε τον τίτλο αήττητος! Το κύκνειο άσμα  του Φαλκάο, ήταν ακριβώς στην τελική ευθεία εκείνου του πρωταθλήματος, όταν η Ιντερνασιονάλ έδωσε μοναδικές παραστάσεις στα «Τρία M’s», το «Μινεϊράο» (Mineirão), το «Μορουμπί» (Morumbi) και το «Μαρακανά» (Maracanã), νικώντας αντίστοιχα τη Κρουζέιρο με 3-2, τη Παλμέιρας με το ίδιο σκορ, και τη Βάσκο ντα Γκάμα με 2-0, στον πρώτο αγώνα του τελικού. Στον επαναληπτικό, η νίκη με 2-1 στο «Μπέιρα Ρίο», εδραίωσε την πρώτη τρεις φορές πρωταθλήτρια Βραζιλίας στην ιστορία (το ενιαίο βραζιλιάνικο πρωτάθλημα διεξάγεται από το 1971). Εκείνη τη σεζόν, ο Φαλκάο όχι μόνο έδωσε τις συνήθεις ασίστ και ακριβείς πάσες του, αλλά σημείωσε και γκολ, κυρίως με βολέ μέσα και έξω από την περιοχή, κερδίζοντας τη «Χρυσή» και την «Ασημένια Μπάλα» του περιοδικού Placar για άλλη μια φορά. Ήταν το αποκορύφωμα του μεγαλύτερου αστεριού της Ιντερνασιονάλ, και όπως λέει και ο Λουίς Φερνάντο Βερίσιμο (Luís Fernando Verissimo), συγγραφέας και επιφανής οπαδός της «Κολοράντο»:

«Λένε ότι ένας παίκτης από μόνος του δεν κερδίζει ένα πρωτάθλημα. Αλλά ο Φαλκάο του 1979, σίγουρα αυτό το κατάφερε!»

Αλλά προς απογοήτευση των οπαδών της, ο ξανθομάλλης μύθος ήταν κοντά στο να πει αντίο στη «Κόκκινη»! Το 1980, η Ιντερνασιονάλ έκανε μια εξαιρετική πορεία στο Κόπα Λιμπερταδόρες, καταφέρνοντας να φτάσει στον τελικό για πρώτη φορά στην ιστορία της! Αλλά οι Βραζιλιάνοι ήταν άτυχοι, αφού αντίπαλός της ήταν η ισχυρή Νασιονάλ του Μοντεβιδέο, των Ροδόλφο Ροντρίγκες (Rodolfo Sergio Rodríguez Rodríguez), Χούγκο ντε Λεόν (Hugo Eduardo de León Rodríguez), Εσπάραγκο (Víctor Rodolfo Espárrago Videla) και Βικτορίνο (Waldemar Victorino), που κατάφερε να εξουδετερώσει τα ατού της Ιντερνασιονάλ στο διπλό τελικό, αποσπώντας 0-0 στο «Μπέιρα Ρίο», κερδίζοντας με 1-0 στο «Σεντενάριο» του Μοντεβιδέο. Ήταν ακριβώς αυτοί οι τελικοί του Λιμπερταδόρες που ο Φαλκάο, το είδωλο, η ιδιοφυΐα της, φόρεσε για τελευταία φορά την κόκκινη φανέλα της Ιντερνασιονάλ! Ο πλέι-μέικερ δέχτηκε τη πρόταση ύψους ενός εκατομμυρίου δολαρίων της ιταλικής Ρόμα, η οποία τότε δημιουργούσε την καλύτερη ομάδα στην ιστορία της! Στο «Μπέιρα Ρίο», στο πρώτο παιχνίδι του τελικού, ο Φαλκάο βίωσε την οργή και τη θλίψη των οπαδών της «Κόκκινης», που τον είδαν για τελευταία φορά στο γήπεδο που μεγαλούργησε, δίνοντάς τους τόσες χαρές! Κάθε φορά που έπαιρνε την μπάλα, ακούγονταν αδιάκοπες αποδοκιμασίες, γεμάτες όμως αίσθηση πόνου! Ακόμα κι έτσι, απέσπασε τα χειροκροτήματα για το παιχνίδι του, εξουδετερώνοντας τον Εσπάραγκο  ενώ έχασε και μια καλή ευκαιρία σε σουτ που απέκρουσε ο Ροντρίγκες. Στο τέλος του παιχνιδιού, «φαινόταν» σαν να συνειδητοποίησε το πόσο ράγισε τις καρδιές εκατομμυρίων «Κολοράντος»!…

Μετά από 8 χρόνια στην Ιντερνασιονάλ, ύστερα από 391 αγώνες -8ος στη λίστα συμμετοχών- έχοντας σημειώσει 77 γκολ, με την ιδιότητα του «μύθου» πλέον να τον ακολουθεί, ο Φαλκάο υπέγραψε στους «Τζιαλορόσι» στις 26 Ιουλίου του 1980 κι έφτασε στη Ρώμη με μεγάλη ελπίδα,  βλέποντας στην ιταλική ομάδα τη χρυσή ευκαιρία να γίνει ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα του παγκόσμιου ποδοσφαίρου. Ήταν ο πρώτος Βραζιλιάνος που πήγε στην Ιταλία μετά το άνοιγμα και πάλι, του «καμπιονάτο» στους ξένους! Αλλά και οι προκλήσεις θα ήταν μεγάλες άλλωστε, αφού για σχεδόν 4 δεκαετίες (από τη σεζόν 1941/42!) η ομάδα της ιταλικής πρωτεύουσας, αγνοούσε τη κατάκτηση του «σκουντέτο»! Ωστόσο, ο λαμπρός μέσος σύντομα θα έδειχνε ότι οι άνεμοι φυσούσαν υπέρ των Ρωμαίων στις αρχές της δεκαετίας του 1980.  Τον πρώτο καιρό στην Ιταλία, ενώ θα περίμενε κανείς να έχει προβλήματα προσαρμογής, αυτός μπήκε εύκολα στον νέο τρόπο ζωής και έδινε τον καλύτερο του εαυτό μέσα στο γήπεδο. Ο λόγος ήταν ότι μαζί του από την Βραζιλία είχαν έρθει η μητέρα του και η αδερφή του κι έτσι δεν του έλειπε το οικογενειακό περιβάλλον. Με ηγέτη τον Βραζιλιάνο λοιπόν, ο οποίος πέτυχε 3 γκολ σε 25 παιχνίδια, η Ρόμα άρχισε να πρωταγωνιστεί και πάλι στο «Καμπιονάτο», τερματίζοντας στη 2η θέση το 1981, πίσω από τη Γιουβέντους, ενώ την ίδια χρονιά κατέκτησε το Κύπελλο Ιταλίας, νικώντας την Τορίνο στα πέναλτι με 4-2, μετά από δύο ισόπαλα με 1-1 παιχνίδια. Οι Κάρλο Ανσελότι (Carlo Ancelotti), Μπρούνο Κόντι (Bruno Conti), Σέρτζιο Σανταρίνι (Sergio Santarini) και Φαλκάο, ευστόχησαν στις εκτελέσεις που έδωσαν το Κύπελλο στους «Τζιαλορόσι». Την περίοδο 1981/82, η Ρόμα τερμάτισε 3η, με τον Φαλκάο να σκοράρει 6 γκολ σε 24 παιχνίδια, όντας ο Κορυφαίος παίκτης των Ρωμαίων, έχοντας πάρει την ομάδα στις πλάτες του!

Πριν από τη σεζόν 1982/83, ο Φαλκάο έπαιξε τελικά το πρώτο του Παγκόσμιο Κύπελλο. Μάλιστα, ήταν ο μόνος στην αποστολή της Βραζιλίας που αγωνιζόταν σε σύλλογο του εξωτερικού! Οι υπόλοιποι συμπαίκτες του, δεν ήθελαν να φύγουν στο εξωτερικό, φοβούμενοι για τη θέση τους στη «σελεσάο», ελπίζοντας ότι σε περίπτωση κατάκτησης του Μουντιάλ το κασέ τους θα ανέβαινε κατακόρυφα!  Παράλληλα με μια χρυσή γενιά της Βραζιλίας, με τους Λεάντρο (José Leandro de Souza Ferreira, “Leandro”), Όσκαρ (José Oscar Bernardi, “Oscar”), Τονίνιο Σερέζο (Antônio Carlos Cerezo, “Toninho Cerezo”), Τζούνιορ (Leovegildo Lins da Gama Júnior, “Júnior”), Σόκρατες (Sócrates Brasileiro Sampaio de Souza Vieira de Oliveira, “Sócrates”), Σερτζίνιο (Sérgio Bernardino, “Serginho Chulapa”/”Serginho”), Ζίκο (Arthur Antunes Coimbra, “Zico”) και Έντερ και με τον Τελέ Σαντάνα στον πάγκο, ο Φαλκάο ήταν πεπεισμένος ότι θα κατακτούσε τον Παγκόσμιο τίτλο! Στη διοργάνωση της Ισπανίας, η Βραζιλία ήταν στον 6ο  Όμιλο, μαζί με τη Σοβιετική Ένωση, τη Σκωτία και τη Νέα Ζηλανδία. Ένας σχετικά «ήσυχος» Όμιλος, αλλά με «δύσκολους» παίκτες όπως οι Σκωτσέζοι Κένι Νταλγκλίς ([Sir] Kenneth Mathieson Dalglish) και Γκρέιαμ Σούνες (Graeme James Souness) και οι Σοβιετικοί Ρινάτ Ντασάεφ (Rinat Fayzrakhmanovich Dasayev) και Όλεγκ Μπλαχίν (Oleg Vladimirovich Blokhin). Στο ντεμπούτο της, η Βραζιλία αντιμετώπισε την ΕΣΣΔ και κέρδισε με 2-1. Κόντρα στη Σκωτία, στη Σεβίλλη, η Βραζιλία ξεκίνησε πάλι πίσω στο σκορ, με τον Ντέιβιντ Νάρεϊ (David Narey) να κάνει το 0-1 στο 18′ και τον Ζίκο να ισοφαρίζει στο 33’, από φάουλ. Στο δεύτερο ημίχρονο, η πανδαισία! Ο Όσκαρ στο 48 ́, ο Έντερ στο 63 ́ και ο Φαλκάο στο 87 ́ εξασφάλισαν τη νίκη με 4-1 της Βραζιλίας, προς τέρψη των φιλάθλων. Στο τελευταίο ματς του πρώτου γύρου, νέο ξέσπασμα: 4-0 στη Νέα Ζηλανδία, με γκολ των Ζίκο (2), Φαλκάο και Σερτζίνιο!

Seleção Brasileira de 1982: Em pé: Waldir Peres, Leandro, Oscar, Paulo Roberto Falcão, Luizinho e Júnior; Agachados: Sócrates, Toninho Cerezo, Serginho Chulapa, Zico e Éder Aleixo.

Η Βραζιλία έπαιζε σαν μια καλοκουρδισμένη ορχήστρα, σημείωνε υπέροχα γκολ και μάγευε τους πάντες!  Κανείς δεν αμφέβαλε ότι το Κύπελλο θα κατέληγε στη «σελεσάο του Τελέ Σαντάνα! Στην επόμενη φάση, οι πρώτοι από τους 4 ομίλους των 3 ομάδων θα πήγαιναν στους ημιτελικούς. Η Βραζιλία ήταν στον 3ο Όμιλο μαζί με την -τότε- Παγκόσμια Πρωταθλήτρια, Αργεντινή και την Ιταλία, με τα ματς να διεξάγονται στο (κατεδαφισμένο πλέον) «Στάδιο Σαριά» της Βαρκελώνης. Στο πρώτο παιχνίδι του Ομίλου, η Ιταλία, αιφνιδιάζοντας τους πάντες με την απόδοσή της,  νίκησε την Αργεντινή με 2-1! Στο επόμενο παιχνίδι του ομίλου, η Βραζιλία αντιμετώπισε την Αργεντινή και κέρδισε με 3-1, αποκλείοντας τους νοτιοαμερικάνους γείτονές της! Δεδομένων των αποτελεσμάτων, η Βραζιλία και η Ιταλία διεκδίκησαν τη θέση στα ημιτελικά, με την ισοπαλία να ήταν αρκετή για τη Βραζιλία, ενώ οι «ατζούρι» ήθελαν απαραίτητα τη νίκη! Αλλά εκείνο το ηλιόλουστο απόγευμα της 5ης Ιουλίου, όλα πήγαν στραβά για τη Βραζιλία! Στο πεντάλεπτο, ο Πάολο Ρόσι (Paolo Rossi) άνοιξε το σκορ, με τον Σόκρατες να ισοφαρίζει επτά λεπτά αργότερα. Στο 25’ ήταν πάλι ο Ρόσι που έβαλε μπροστά τη «Σκουάντρα Ατζούρα», μετά από ένα  λάθος του Τονίνιο Σερέζο. Στο δεύτερο ημίχρονο, ο Φαλκάο ισοφάρισε σε 2-2 και πανηγύρισε έντονα, σε μια από τις πιο εμβληματικές κινήσεις στην ιστορία των Κυπέλλων! Αλλά στο 75’, ήταν και πάλι ο Ρόσι που έκλεισε το σκορ, δίνοντας τη νίκη στην Ιταλία: 3-2. Κοντά στο τέλος του παιχνιδιού, ο Όσκαρ σχεδόν ισοφάρισε για τη Βραζιλία, αλλά ο Ντίνο Τζοφ (Dino Zoff) έκανε μια απόκρουση που, σύμφωνα με τον ίδιο, ήταν η πιο εντυπωσιακή της καριέρας του. Τέλος παιχνιδιού. Κανείς στο «Σαριά» δεν καταλάβαινε τι είχε μόλις συμβεί! Η Βραζιλία, μια γοητευτική, αποτελεσματική, γρήγορη, συνάμα θανατηφόρα και άκρως καλλιτεχνική ομάδα, ήταν εκτός Παγκοσμίου Κυπέλλου! Ήταν το τέλος της Χρυσής Γενιάς της Βραζιλίας. Οι παίκτες δεν ήξεραν πού να πάνε, τι να κάνουν, τι να πουν. Ήταν το δράμα του Φαλκάο, ο οποίος λέγεται ότι ήταν τόσο στενοχωρημένος που ήθελε να παρατήσει το ποδόσφαιρο!

Τη σεζόν 1982/83, ο προπονητής της Ρόμα, ο Νιλς Λίντχολμ (Nils Erik Liedholm) είχε ένα υπέροχο σύνολο στα χέρια του. Η άμυνα ήταν δυνατή και είχε ονόματα όπως τον τερματοφύλακα Φράνκο Τανκρέντι (Franco Tancredi) με τους αμυντικούς Σεμπαστιάνο Νέλα (Sebastiano Nela) και Ουμπάλντο Ριγκέτι (Ubaldo Righetti). Η μεσαία γραμμή ήταν άψογη με τους Φαλκάο, Αγκοστίνο Ντι Μπαρτολομέι (Agostino Di Bartolomei), Κάρλο Ανσελότι και Τονίνιο Σερέζο και την επίθεση με τον «ταυρομάχο» Ρομπέρτο Προύτσο (Roberto Pruzzo) και τον έμπειρο αριστερό εξτρέμ Μπρούνο Κόντι. Παρ’ όλη τη παρουσία αυτών των αστεριών, δεν ήταν εύκολο και η Ρόμα ξεκίνησε δυνατά αναζητώντας το «σκουντέτο». Η ομάδα προχωρούσε σταθερά, με τον Φαλκάο να σκοράρει 7 γκολ σε 27 παιχνίδια και δημιουργώντας αμέτρητα άλλα! Επιστέγασμα ήταν η κατάκτηση του ονειρεμένου τίτλου στον προτελευταίο αγώνα, μια ισοπαλία 1-1 εκτός έδρας με τη Τζένοα! Η Ρόμα τερμάτισε πρώτη στο τουρνουά με 43 βαθμούς, 4 περισσότερους από τη Γιουβέντους, από 16 νίκες, 11 ισοπαλίες και 3 ήττες (η 2 από τη Γιουβέντους με 1-2 εκτός & εντός!) σε 30 αγώνες (2 βαθ. η νίκη). Η ομάδα σκόραρε 47 γκολ και δέχτηκε 24, έχοντας τη δεύτερη Καλύτερη επίθεση και τη δεύτερη Καλύτερη άμυνα του πρωταθλήματος. Το πάρτι ήταν μεγάλο στη Ρώμη και απαθανάτισε τους παίκτες της ομάδας για τα καλά. Μετά από 41 χρόνια, η Αιώνια Πόλη,  «δονήθηκε» με τον ιταλικό τίτλο, και η Ρόμα θα μπορούσε να παίξει στο Κύπελλο Πρωταθλητριών. Εκείνη τη χρονιά, ο Φαλκάο κέρδισε το παρατσούκλι που τον σημάδεψε για πάντα την καριέρα του: «Βασιλιάς της Ρώμης»! Ήταν μάλιστα μετά τον τίτλο που δημιουργήθηκε ένας θρύλος. Κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψης του αστέρα στο Βατικανό, ένας καρδινάλιος φέρεται να είπε στον Πάπα Ιωάννη Παύλο Β ́ ότι ο Φαλκάο επιθυμούσε(!) να επιστρέψει στην Ιντερνασιονάλ! Ο ποντίφικας, ωστόσο, «παρενέβη» με επιτυχία στην «επιχείρηση» και εξασφάλισε την παραμονή του μαέστρου στη Ρώμη! Το γεγονός δεν έχει επιβεβαιωθεί, αλλά η ιστορία είναι μια απόδειξη της μεγαλοπρέπειας του Φαλκάο στην αιώνια πόλη!

Με τον εθνικό τίτλο του 1983, η Ρόμα κέρδισε το δικαίωμα να κάνει το ντεμπούτο της στο Κύπελλο Πρωταθλητριών της σεζόν 1983/84. Η ομάδα ήταν γεμάτη και έτοιμη να φτάσει ακόμα και στον τελικό, ο οποίος ήταν προγραμματισμένος να διεξαχθεί στο Ολυμπιακό Στάδιο της Ρώμης! Θα ήταν υπέροχο να έπαιζε στον τελικό στο «σπίτι» της. Και γι’ αυτό πάλεψε! Η Ρόμα απέκλεισε στον πρώτο γύρο την σουηδική Γκέτεμποργκ με εντός έδρας νίκη 3-0, ύστερα από γκολ των Βιντσέντζι (Francesco Vincenzi), Κόντι και Σερέζο και ήττα με 1-2 εκτός έδρας, με γκολ του Προύτσο. Στον γύρο των 16, απέκλεισε με δύο νίκες τη βουλγάρικη ΤΣΣΚΑ Σόφιας, πρώτα 1-0 εκτός έδρας με γκολ του Φαλκάο και 1-0 στη Ρώμη από γκολ του Φραντσέσκο Γκρατσιάνι (Francesco “Ciccio” Graziani). Στα προημιτελικά, μια εντός έδρας επιβλητική εμφάνιση επί της ανατολικο-γερμανικής Ντιναμό Βερολίνου, έφερε μια εξίσου επιβλητική νίκη με 3-0, με γκολ από τους Γκρατσιάνι, Προύτσο και Σερέζο. Στον επαναληπτικό, η ήττα με 1-2, με γκολ του Όντι (Emidio Oddi), δεν ήταν αρκετή για να αποκλείσει τη Ρόμα, η οποία πήγε στον ημιτελικό. Εκεί, η ομάδα παραλίγο να χάσει τα πάντα όταν ηττήθηκε με 0-2 από την Νταντί Γιουνάιτεντ στη Σκωτία, αγώνας στον οποίο ο Φαλκάο δεν αγωνίστηκε λόγω τραυματισμού. Αλλά στον επαναληπτικό, με το ίδιο παρόντα και με την υποστήριξη των οπαδών της σ’ ένα κατάμεστο «Ολίμπικο», η Ρόμα επικράτησε με 3-0 των Σκωτσέζων, με δύο γκολ του Προύτσο και ένα του Ντι Μπαρτολομέι! Οι «Τζιαλορόσι» έφτασαν για πρώτη φορά στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών, έχοντας μια τεράστια ευκαιρία να κατακτήσουν  το πολυπόθητο τρόπαιο, και μάλιστα μέσα στο «σπίτι» τους!

Το προνόμιο της διεξαγωγής ενός τελικού Κυπέλλου Πρωταθλητριών στην έδρα σου είναι για λίγους, μάλιστα πολύ λίγους! Και η Ρόμα κατάφερε να είναι η μία από αυτές τις τυχερές στον τελικό της διοργάνωσης 1983/84, εναντίον της -τότε- τρεις φορές Πρωταθλήτριας Ευρώπης αγγλικής Λίβερπουλ! Οι Άγγλοι ήταν έμπειροι και ήξεραν καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο πως να παίξουν σ’ έναν τελικό, ενώ επίσης είχαν μαζί τους μια ευνοϊκή παράμετρο: ότι δεν είχαν ηττηθεί ποτέ σε ευρωπαϊκό τελικό! Η Ρόμα, από την άλλη πλευρά, θα έπρεπε να περιορίσει το άγχος της, να ποντάρει στη δύναμη της ομάδας και με την υποστήριξη των οπαδών της, να κάνει τον τελικό όμορφο. Ένας άλλος παράγοντας που επηρέασε τον αγώνα ήταν ότι η Ρόμα στη πορεία της δεν αντιμετώπισε παραδοσιακές δυνάμεις, σε αντίθεση με τη Λίβερπουλ, που απέκλεισε την Αθλέτικ Μπιλμπάο και την Μπενφίκα. Αλλά με την μπάλα να κυλάει, η Ρόμα θα έπρεπε να δείξει ότι ήταν έτοιμη να κερδίσει.

Στο παιχνίδι, η Λίβερπουλ έκανε ένα έξυπνο ξεκίνημα, μη επιτρέποντας στη Ρόμα να πιέσει και ν’ αφήσει την εχθρική ατμόσφαιρα των οπαδών να επηρεάσει τη απόδοση των παικτών της. Μάλιστα, οι «Κόκκινοι» κατάφεραν ν’ ανοίξουν το σκορ στο 13′ με γκολ του Φιλ Νιλ (Philip George Neal). Προς τα τέλη του πρώτου ημιχρόνου, στο 42’, ήταν η σειρά της Ρόμα να σκοράρει με τον Ρομπέρτο Προύτσο, ο οποίος πέτυχε το 5ο γκολ του στη διοργάνωση. Στο δεύτερο ημίχρονο, οι Ρωμαίοι κυριάρχησαν στη μεσαία γραμμή, αλλά δεν μπόρεσαν να διασπάσουν στην ισχυρή άμυνα των Άγγλων. Με λίγες συγκινήσεις, το παιχνίδι πήγε στην παράταση και στη συνέχεια στα πέναλτι. Στη διαδικασία, η Λίβερπουλ βασίστηκε στα «τεχνάσματα» του τερματοφύλακά της, του Μπρους  Γκρόμπελααρ (Bruce David Grobbelaar), ο οποίος με τις ενέργειές του, απέσπασε την προσοχή των Κόντι και Γκρατσιάνι, οι οποίοι αστόχησαν. Η Λίβερπουλ κέρδισε με 4-2 και κατέκτησε τον τέταρτο ευρωπαϊκό τίτλο της ΜΕΣΑ στο «Ολίμπικο»! Ήταν μια καταστροφή για τη Ρόμα. Στον πρώτο της ευρωπαϊκό τελικό, με το προνόμιο να παίζει στο δικό της γήπεδο, η ομάδα υπέκυψε στα πέναλτι. Η ήττα ήταν πικρή και είναι ένα από τα πιο θλιβερά κεφάλαια στην ιστορία του συλλόγου, ο οποίος έχασε την ευκαιρία να βάλει το όνομά του και αυτό των παικτών του στο υψηλότερο βάθρο του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου.

Η απώλεια του Κυπέλλου Πρωταθλητριών, «πόνεσε» αφάνταστα τη Ρόμα και τον Φαλκάο. Παρ’ όλα αυτά όμως, έδωσε ακόμα μια χαρά στους οπαδούς της, με την κατάκτηση του ιταλικού Κυπέλλου του 1984. Αυτό ήταν και ο τελευταίος τίτλος του αστέρα με τη Ρόμα. Η επόμενη σεζόν 1984/85, ήταν η χειρότερη του στην Ιταλία, αφού υπέφερε από σοβαρούς τραυματισμούς στο γόνατο με αποτέλεσμα να παίξει μόλις 4 παιχνίδια και να σημειώσει 1 γκολ στο πρωτάθλημα, ενώ η Ρόμα κατρακύλησε στην 8η θέση! Απογοητευμένος από την κατάσταση, απασχολούσε τον Τύπο περισσότερο με τα κατορθώματα του έξω από τα γήπεδα παρά μέσα σ’ αυτά! Την περίοδο εκείνη ταξίδεψε και στις ΗΠΑ προκειμένου να κάνει εγχείρηση στο γόνατο, κάτι για το οποίο δεν ήταν εξουσιοδοτημένος από τον σύλλογο, με τη Ρόμα στη συνέχεια να καταγγέλλει το συμβόλαιό του!  Μετά από 107 παιχνίδια και 22 γκολ με τους «Τζιαλορόσι», το 1985, επέστρεψε στη Βραζιλία, για να παίξει στη μεγάλη Σάο Πάολο των Μίλερ (Luís Antônio Corrêa da Costa, “Müller”), Σίλας (Paulo Silas do Prado Pereira, “Paulo Silas”), Καρέκα και Γκίλμαρ (Gilmar Luís Rinaldi), όπου κατέκτησε το Καμπεονάτο Παουλίστα εκείνης τη χρονιάς. Αλλά ο Φαλκάο ήταν πλέον κοντά στον αποχαιρετισμό, ο οποίος ήλθε λίγο μετά το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1986, όταν μακριά από την καλύτερη του φόρμα και αναπληρωματικός, δεν μπόρεσε να κάνει τίποτα για να αποφευχθεί ο πρόωρος αποκλεισμός της Βραζιλίας από τη Γαλλία στα προημιτελικά. Για τη «σελεσάο» αγωνίστηκε από το 1976 έως το 1986, σε 34 παιχνίδια, σημειώνοντας 6 γκολ. Αφού κρέμασε τα παπούτσια του το 1986, συνέχισε στο ποδοσφαιρικό περιβάλλον ως αθλητικός σχολιαστής με λαμπρότητα, αλλά και ως προπονητής (συμπεριλαμβανομένης της εθνικής ομάδας).

Υπήρξε από τους πρώτους σταρ. Απασχολούσε τα λαϊκά περιοδικά όχι μόνο με τις ποδοσφαιρικές του ικανότητες, αλλά και για τις κατακτήσεις του. Οι… κακές γλώσσες βέβαια λένε ότι ο ίδιος τροφοδοτούσε με κουτσομπολιά όλα αυτά τα έντυπα για να ρίξει προπέτασμα καπνού! Ο πατέρας του ήταν βέρος Βραζιλιάνος, ενώ η μητέρα του ήταν ιταλικής καταγωγής, από την Καλαβρία. Αυτό που σημάδεψε τη προσφορά του Φαλκάο στο ποδόσφαιρο, ήταν η απαράμιλλη κομψότητά του, η αδιαμφισβήτητη τέχνη του και η μεγαλοπρέπειά του. Συνήθως έπαιζε μπροστά από τον λίμπερο, κυρίως ως αμυντικός χαφ, ενώ στην ιστορία έχουν μείνει οι επελάσεις του! Υπήρξε από τις πλέον εμβληματικές φυσιογνωμίες της Βραζιλίας και από τους πλέον αγαπητούς Βραζιλιάνους που έπαιξαν στο Καμπιονάτο, μέχρι και σήμερα ένα ίνδαλμα για τους οπαδούς της Ρόμα! Ο Πάουλο Ρομπέρτο Φαλκάο ήταν ένα κορυφαίο είδωλο, μια ποδοσφαιρική ιδιοφυΐα, που συνδύαζε τη τεχνική, τη δύναμη, την ανασταλτικότητα, την οργανωτικότητα και το σκοράρισμα, με το ταλέντο, τη μαεστρία και το ποδοσφαιρικό του χάρισμα εν γένει! Κατέκτησε τους πάντες με το παιχνίδι του, παίρνοντας θέση στο υψηλότερο βάθρο των οπαδών των ομάδων, με τις οποίες αγωνίστηκε!

Προσωπικές Διακρίσεις

  • Ασημένια Μπάλα (Bola de Prata -Καλύτερος Παίκτης στη θέση στη Βραζιλία) από το περιοδικό Placar: (3x) 1975, 1978, 1979
  • Χρυσή Μπάλα (Bola de Ouro – Καλύτερος Παίκτης της Χρονιάς στη Βραζιλία) από το περιοδικό Placar: (2x) 1978, 1979
  • 3ος Καλύτερος Νοτιοαμερικάνος Ποδοσφαιριστής της Χρονιάς: 1979
  • Χρυσό Παπούτσι «adidas»: 1979

  • 5ος Μεγαλύτερος Άσσος στη Βραζιλία στη δεκαετία του ’70 από το περιοδικό Placar: 1979
  • 3ος Καλύτερος Παίκτης στην Ευρώπη από το γαλλικό περιοδικό Onze (Onze de Bronze): 1982
  • 2ος Καλύτερος Παίκτης (Ασημένια Μπάλα) Διοργάνωσης Παγκοσμίου Κυπέλλου: 1982
  • Μέλος Ιδανικής 11άδας Παγκοσμίου Κυπέλλου: 1982
  • 2ος Καλύτερος Νοτιοαμερικάνος Ποδοσφαιριστής της Χρονιάς: 1982
  • 2ος Καλύτερος Παίκτης στην Ευρώπη από το γαλλικό περιοδικό Onze (Onze d’Argent): 1983
  • 3ος Καλύτερος Παίκτης στον κόσμο από το περιοδικό World Soccer: (2x) 1982 και 1983
  • Μέλος Ιδανικής 11άδας ιταλικού πρωταθλήματος από το περιοδικό Guerín Sportivo: 1984
  • 12ος Μεγαλύτερος Βραζιλιάνος Ποδοσφαιριστής … (και)
  • 31ος Μεγαλύτερος Νοτιοαμερικάνος Ποδοσφαιριστής του 20ου αιώνα από IFFHS: 1999
  • Στους 100 Μεγαλύτερους Ποδοσφαιριστές του Κόσμου από το αγγλικό περιοδικό «World Soccer» (επιλογή αναγνωστών): 1999
  • Μέλος της λίστας των 125 Εν Ζωή Καλύτερων Ποδοσφαιριστών του Κόσμου, που συνέταξε ο Πελέ για τα 100 Χρόνια της ΦΙΦΑ: 2004
  • Μέλος του Hall of Fame της Ρόμα: 2013
  • Μέλος του Hall of Fame του Βραζιλιάνικου Ποδοσφαίρου

Βλογημένος

Σχολιασμός

Κοινοποιήστε το: