Αρχική Ο Βασιλιάς του ποδοσφαίρου | Βλογημένος

Ο Βασιλιάς του ποδοσφαίρου | Βλογημένος

Αθλητής του Αιώνα. Θεός. Βασιλιάς. Μύθος. Ο μεγαλύτερος απ’ όλους. Αδιαμφισβήτητος σκόρερ. Απρόβλεπτος. Θανατηφόρος. Εγκεφαλικός. Μοναδικός. Μπορούμε να απαριθμήσουμε δεκάδες, εκατοντάδες επίθετα που μπορούν να χαρακτηρίσουν τον Μεγαλύτερο Ποδοσφαιριστή του 20ου αιώνα και έναν από τους πιο καταπληκτικούς αθλητές που έχει δει ποτέ ο κόσμος, γνωστός σε κάθε γωνιά αυτό του πλανήτη, παγκόσμια διασημότητα, βραζιλιάνικη είδωλο και αναφορά στον αθλητισμό! Ο Έντσον Αράντες ντο Νασιμέντο, που όλοι πάνω στον πλανήτη Γη γνωρίζουν ως Πελέ (Edson Arantes do Nascimento, Pelé), μετέτρεψε μια μεσαία και ανέκφραστη ομάδα στη μεγαλύτερη δύναμη του πλανήτη για περισσότερο από μια δεκαετία, έκανε τη Βραζιλία τρεις φορές Παγκόσμια Πρωταθλήτρια ποδοσφαίρου, απαθανάτισε τη φανέλα με το № 10 ως μανδύα ενός αστεριού και επαναπροσδιόρισε το ποδόσφαιρο με μια ιδιοφυΐα πρωτόγνωρη στην ιστορία του αθλήματος! Το να τον σταματήσεις ήταν σχεδόν αδύνατο. Οι ντρίμπλες του ήταν εξωπραγματικά γοητευτικές, και τα γκολ του… απλά υπέροχα! Ήταν ο πρώτος που σκόραρε πάνω από χίλια γκολ! Ο πρώτος και μοναδικός που κατέκτησε τρία Παγκόσμια Κύπελλα! Ήταν ο νεότερος που σκόραρε ένα γκολ σε τελικό Παγκοσμίου Κυπέλλου, σε ηλικία 17 ετών. Ήταν ο Νεότερος παίκτης που έγινε Παγκόσμιος Πρωταθλητής. Σταμάτησε έναν εμφύλιο πόλεμο, μαζί με τους «Αγίους» του (η Σάντος ειν’ αυτοί)! Και κέρδισε ΌΛΟΥΣ τους τίτλους που ένας παίκτης θα ήθελε να κερδίσει! Μια απ’ τις Μεγαλύτερες Ιδιοφυΐες και τους Μεγαλύτερους Μύθους του παγκόσμιου ποδοσφαίρου!

Ο ποδοσφαιριστής Ντοντίνιο (João Ramos do Nascimento, “Dondinho”) και η Δόνα Σελέστε Αράντες φυσικά αγνοούσαν ότι στις 23 Οκτωβρίου του 1940 (την ημερομηνία την έχει επιβεβαιώσει ο ίδιος ο Πελέ, το πιστοποιητικό του «λέει» την 21η) είχαν φέρει στον κόσμο το Μεγαλύτερο Κόσμημα του παγκόσμιου ποδοσφαίρου, στην πόλη Τρες Κορασόες (=Τρεις Καρδιές), στα νότια της Πολιτείας Μίνας Ζεράις. Ο μικρός Έντσον από νεαρή ηλικία έδειξε ότι θα ακολουθούσε την καριέρα του πατέρα του, προς μεγάλη απογοήτευση της μητέρας του, η οποία θα είχε έναν περισσότερο για να συμπεριλάβει στις προσευχές της, πριν από τους αγώνες. Ο πατέρας του ήταν ένας καλός ποδοσφαιριστής που αγωνίστηκε στην Ατλέτικο Μινέϊρο, στη Φλουμινένσε, σε μικρότερες ομάδες της πολιτείας και αργότερα στη Μπαουρού. O Πελέ ήταν ο μεγαλύτερος απ’ τ’ αδέλφια του και τ’ όνομά του το πήρε από τον Αμερικανό εφευρέτη του τηλεφώνου, τον Τόμας Έντισον (Thomas Edison), αφού οι γονείς του αφαίρεσαν το γράμμα “i”. Το 1943, σε ηλικία τριών ετών, ο «Ντίκο», ένα παρατσούκλι που κέρδισε από την οικογένειά του, συνόδευε τον πατέρα του όταν αυτός αγωνιζόταν στη Βάσκο ντα Γκάμα του Σάο Λοουρέντσο, την εστία της οποίας υπερασπιζόταν ο αγαπημένος του ποδοσφαιριστής, ο γκολκίπερ Μπιλέ (Bilé), απ’ τον οποίο κέρδισε το παρατσούκλι που τον έκανε γνωστό σε όλο τον κόσμο! Εξαιτίας της λανθασμένης απ’ τον ίδιο, προφοράς του ονόματος του (“Bilé” à “Pilé” à “Pelé”) οι περισσότεροι φίλοι και συμμαθητές του τον αποκαλούσαν πλέον «Πελέ»! Του ιδίου δεν του άρεσε, παραπονιόταν γι’ αυτό, αλλά τού το είχαν πλέον κολλήσει! Ο ίδιος έχει δηλώσει ότι δεν έχει καμία ιδέα για το τι σημαίνει, αφού δεν έχει καμία γνωστή έννοια στα πορτογαλικά!

Το 1945, ο Πελέ και η οικογένειά του μετακόμισαν στο Μπαουρού, στο Σάο Πάολο, όπου ξεκίνησε τα πρώτα του βήματα στο ποδόσφαιρο. Έπαιξε για κάποιες ερασιτεχνικές ομάδες όπως η Σέτε ντε Σεπτέμπρο (7η Σεπτεμβρίου), η Κάντο του Ρίο, η Σάο Παουλίνιο και η Αμερικίνια, με το ταλέντο του να ξεχωρίζει τόσο ώστε η Μπαουρού να τον εντάξει στη «Μπακουίνιο», την ομάδα νέων της. Σε ηλικία μόλις 11 ετών, ο Πελέ έδειξε ήδη ότι δεν ήταν φυσιολογικός ποδοσφαιρικά! Ήταν από άλλο πλανήτη! Αν και ιδιαίτερα λεπτός, ήταν γρήγορος, δυνατός, έξυπνος και με μια απόλυτα τρομερή ικανότητα συγκέντρωσης και σκέψης. Η απόδοσή του βελτιωνόταν κάθε μέρα και το μέλλον ήταν πολύ ελπιδοφόρο για τον νεαρό. Ήταν 13 χρόνων που έπαιζε στην εφηβική ομάδα του συλλόγου, την οποία οδήγησε σε 3 συνεχόμενα πρωταθλήματα νέων στο Σάο Πάολο, από το 1954 έως και το 1956. Ο Ντοντίνιο γινόταν όλο και πιο ευτυχισμένος κάθε μέρα και ήταν σίγουρος ότι ο γιος του θα του έδινε πολλές χαρές. Πριν φτάσουμε εκεί, «γυρνώντας» στο 1950, τη χρονιά του Παγκοσμίου Κυπέλλου, το απόγευμα της 16ης Ιουλίου, μετά τον τελικό μεταξύ Βραζιλίας και Ουρουγουάης, όταν η «Σελέστε», ανατρέποντας τα προγνωστικά νίκησε την «σελεσάο» με 2-1 και κατέκτησε για 2η φορά τον Παγκόσμιο τίτλο, βλέποντας τον πατέρα του με δάκρυα στα μάτια λόγω της απρόσμενης ήττας, του είπε μια εμβληματική φράση:

«Μην κλαις, μπαμπά. Θα κερδίσω εγώ ένα Παγκόσμιο Κύπελλο για σένα»

Μόλις οκτώ χρόνια αργότερα, αυτό το πανούργο αγοράκι θα κρατούσε την υπόσχεσή του…

Έχοντας σκοράρει πάρα πολλά γκολ για την ομάδα νέων της Μπαουρού, σε ηλικία 15 ετών, ο Πελέ πήγε στη Σάντος καθ’ υπόδειξη του Βαλντεμάρ ντε Μπρίτο (Waldemar de Brito), φίλου του πατέρα του και προπονητή του στη Μπαουρού, που ως ποδοσφαιριστής είχε φορέσει την φανέλα της εθνικής Βραζιλίας πριν τον πόλεμο κι είχε παίξει στο Μουντιάλ του 1934. Ο Βαλντεμάρ, πίστευε τόσο πολύ στο ταλέντο του πιτσιρικά, ώστε τον «σύστησε» στους υπευθύνους της Σάντος «φωνάζοντας» ότι αυτός ο νεαρός παίκτης θα γίνει «…ο μεγαλύτερος ποδοσφαιριστής στον κόσμο»! Η Σάντος τότε ήταν μία μάλλον μέτρια ομάδα που είχε μόνο ένα τίτλο στο ενεργητικό της, το πολιτειακό πρωτάθλημα του 1935. Ένα φιλικό παιχνίδι αρκούσε για να πείσει τους παράγοντες της ομάδας του λιμανιού να τον αποκτήσουν. Στα 16 χρόνια του, τον Σεπτέμβριο του 1956, έκανε το ντεμπούτο του με τη Σάντος, σ’ ένα φιλικό με την ΑΙΚ Στοκχόλμης, όπου έδειξε δείγματα του μεγάλου του ταλέντου! Η Σάντος νίκησε δύσκολα με πέναλτι στο τελευταίο λεπτό, αλλά ήταν φανερό ότι διέθετε πλέον έναν μεγάλο ποδοσφαιριστή! Στον επόμενο αγώνα, στις 7 Σεπτεμβρίου του 1956, στη νίκη με 7-1 επί της Κορίνθιανς του Σάντο Αντρέ, πέτυχε το πρώτο του «επαγγελματικό» γκολ από τα εκατοντάδες που θα σκόραρε στη καριέρα του!…

Σε ηλικία 16 ετών, πέρασε από ένα πολλά υποσχόμενο ταλέντο σε έναν αδιαμφισβήτητο βασικό στη Σάντος, αποκτώντας εμπειρία και συμμετέχοντας σε διάφορα φιλικά τουρνουά, όπως ένα φιλικό της Σάντος με τη Βάσκο ντα Γκάμα, όταν σημείωσε τρία όμορφα γκολ, κερδίζοντας τον θαυμασμό και… τη περιέργεια όλης της χώρας! Το 1957, πέρασε την βαριά πόρτα της βραζιλιάνικης εθνικής ομάδας. Ο ομοσπονδιακός τεχνικός, Σίλβιο Πιρίλο (Sylvio Pirillo) τον κάλεσε για τους δύο αγώνες με την Αργεντινή για το «Κύπελλο Ρόκα». Στις 7 Ιουλίου του 1957, μπήκε αλλαγή στα μισά του δευτέρου ημιχρόνου, παίρνοντας το βάπτισμα του πυρός. Πέτυχε γκολ! Σε ηλικία 16 ετών και 9 μηνών, είναι ο νεαρότερος παίκτης που σκόραρε σε διεθνές παιχνίδι. Η Αργεντινή όμως νίκησε με 2-1. Στη ρεβάνς ήταν βασικός και σημείωσε και πάλι γκολ, το ένα από τα δύο της νίκης της Βραζιλίας που πήρε το Κύπελλο με καλύτερη διαφορά τερμάτων. Σε δύο αγώνες, έχοντας σημειώσει τα δύο από τα τρία γκολ της Εθνικής, μπορούσε να υποστηρίξει ότι είχε «σπρώξει» το τρόπαιο στα χέρια των συμπατριωτών του! Δύο τίτλοι πρώτου σκόρερ με τη Σάντος με 36 και 53 γκολ αντίστοιχα συμπλήρωσαν τις δύο επόμενες χρονιές. Η εκτίμηση πια ήταν γενική! Και θα ήταν το 1958, που ο υπόλοιπος κόσμος θα γινόταν κοινωνός του ποδοσφαιρικού του μεγαλείου, όταν κλήθηκε για το πρώτο του Παγκόσμιο Κύπελλο σε ένα περισσότερο από το σωστό στοίχημα του εθνικού εκλέκτορα, του Βιθέντε Φεόλα (Vicente Ítalo Feola).

Στη Σουηδία, η Βραζιλία ήταν πλήρης με ότι καλύτερο διέθετε, προσπαθώντας για τον πρώτο της παγκόσμιο τίτλο. Στο ντεμπούτο της, με τους Πελέ και Γκαρίντσα (Manuel Francisco dos Santos, “Mané Garrincha”/”Garrincha”) στον πάγκο, επιβλήθηκε άνετα της Αυστρίας με 3-0, από 2 γκολ του Αλταφίνι (José João Altafini, “Mazzola”) και ένα του Νίλτον Σάντος (Nílton dos Santos). Κόντρα στην Αγγλία, ακόμη και με την είσοδο του Βαβά (Edvaldo Izidio Neto, “Vavá”) στη θέση του Ντίντα (Edvaldo Alves de Santa Rosa, “Dida”) στην επίθεση, δεν κατάφερε να σκοράρει και ο αγώνας έληξε ισόπαλος χωρίς τέρματα. Μετά την απογοητευτική ισοπαλία, μια ομάδα παικτών πήγε να μιλήσει με τον προπονητή Φεόλα, «απαιτώντας» την ενεργοποίηση των Πελέ και Γκαρίντσα. Το γεγονός δεν επιβεβαιώθηκε ποτέ, αλλά στο παιχνίδι εναντίον της ΕΣΣΔ, στις 15 Ιουνίου του 1958, στο «Ούλεβι» του Γκέτεμποργκ, οι δύο τους βγήκαν στο γήπεδο. Ο Πελέ ήταν τότε μόλις 17 χρόνων και 235 ημερών! Και η Βραζιλία έδωσε μια παράσταση! Με δύο γκολ από τον Βαβά, η «σελεσάο» νίκησε με 2-0, αλλά το σκορ δεν αντικατοπτρίζει σε καμία περίπτωση το παιχνίδι. Η ομάδα δεν συνέτριψε τους Σοβιετικούς επειδή στην εστία τους είχαν τον Μεγαλύτερο Τερματοφύλακα Όλων των Εποχών: τη «Μαύρη Αράχνη», τον Λεβ Γιασίν (Lev Ivanovich Yashin)! Ο τερματοφύλακας έσωσε απίστευτα γκολ, και «εγγυήθηκε» την αξιοπρεπή ήττα για την ευρωπαϊκή ομάδα! Η νίκη γέμισε ηθικό τη Βραζιλία για τα προημιτελικά.

Και πάλι απέναντι σε μια βρετανική ομάδα, η Βραζιλία ίδρωσε, αλλά αυτή τη φορά σημείωσε ένα σωτήριο γκολ και νίκησε την Ουαλία με 1-0, μ’ ένα γκολ του Πελέ στο 66ο λεπτό, ο οποίος πέρασε τον αντίπαλο αμυντικό και έσπρωξε τη μπάλα στα δίχτυα: ιστορικό! Είναι μέχρι και σήμερα, ο νεαρότερος σκόρερ στην ιστορία των Παγκοσμίων Κυπέλλων, 17 ετών και 239 ημερών! Ο κόσμος μάθαινε το αγόρι που θα έγραφε ιστορία πολύ σύντομα. Το αποτέλεσμα επιβράβευσε τη βραζιλιάνικη ομάδα, η οποία βρισκόταν συνεχώς στην επίθεση και δεν τα παράτησε ούτε λεπτό. Στα ημιτελικά, η «σελεσάο» αντιμετώπισε τη «μηχανή σκοραρίσματος» της Γαλλίας, η οποία είχε το δίδυμο Ζιστ Φοντέν (Just Louis Fontaine), πρώτο σκόρερ αυτής της διοργάνωσης με 13 γκολ, ρεκόρ μέχρι σήμερα σε μία μόνο) και Ρεϊμον Κοπά (Raymond Kopa). Αλλά η ομάδα δεν φοβήθηκε και κέρδισε το παιχνίδι. Ο Βάβα άνοιξε το σκορ στο 2 ́, αλλά ο Φοντέιν ισοφάρισε. Ο Ντίντι (Waldyr Pereira, Didi) σκόραρε το δικό του στο 39 ́ και στο δεύτερο ημίχρονο, ο Πελέ έδωσε παράσταση αφού σκόραρε τρία γκολ, στο 52 ́, στο 64 ́ και στο 75 ́. Ένα ακόμη ρεκόρ, μιας και είναι ο νεαρότερος που πετυχαίνει χατ-τρικ! Ο Ροζέ Πιαντονί (Roger Piantoni) μείωσε στο 38 ́και το παιχνίδι έληξε 5-2 για τη Βραζιλία. Η ομάδα ήταν για δεύτερη φορά στην ιστορία της στον τελικό!

Η Βραζιλία αντιμετώπισε την διοργανώτρια Σουηδία, στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1958. Είναι ο νεαρότερος που έχει παίξει τελικό Παγκοσμίου Κυπέλλου, 17 ετών και 249 ημερών! Στις αρχές του αγώνα, μόλις στο 4’, η Σουηδία άνοιξε το σκορ. Ήταν η πρώτη φορά σ’ εκείνο το τουρνουά, που η ομάδα βρέθηκε πίσω στο σκορ. Ο Ντίντι, μια ιδιοφυΐα της βραζιλιάνικης μεσαίας γραμμής, πήρε τότε τη μπάλα και περπάτησε με όλη του την ηρεμία μέχρι την σέντρα, «γεμίζοντας» αυτοπεποίθηση και ψυχραιμία στην ομάδα! Και η Βραζιλία «γέμισε» σε τέτοιο βαθμό που με τον Βαβά, στο 9 ́ και στο 32 ́, γύρισε το παιχνίδι, αφήνοντας με πλεονέκτημα το ημίχρονο, για ν’ ακολουθήσει στο δεύτερο μια πανδαισία! Ο Πελέ στο 55 ́, σ’ ένα από τα πιο εμβληματικά γκολ του, και ο Μάριο Ζαγκάλο (Mário Jorge Lobo Zagallo) στο 68 ́ έκαναν το 4-1. Η Σουηδία μείωσε στο 80 ́, αλλά ο Πελέ σκόραρε το πέμπτο με κεφαλιά στο 90’! Μόλις μπήκε το γκολ, ο διαιτητής σφύριξε το τέλος του παιχνιδιού: η Βραζιλία, για πρώτη φορά στην ιστορία της, ήταν Παγκόσμια Πρωταθλήτρια ποδοσφαίρου! Η ευφορία κατέλαβε όλους τους παίκτες και οι εικόνες του Πελέ να κλαίει σαν μωρό και του Βραζιλιάνου αρχηγού Μπελίνι (Hilderaldo Luiz Bellini) να σηκώνει στους ουρανούς το κύπελλο σημάδεψαν για πάντα το ποδόσφαιρο! Η ομάδα παρέλασε με τη σουηδική σημαία στα χέρια και όλοι χειροκρότησαν τους Καλύτερους στον Κόσμο. Και μαζί, χειροκρότησαν την άνοδο στο θρόνο του «Βασιλιά του Ποδοσφαίρου». Ο Πελέ εκπλήρωσε, μόλις οκτώ χρόνια αργότερα, την υπόσχεση που έδωσε στον πατέρα του το 1950: να κερδίσει ένα Παγκόσμιο Κύπελλο. Και ήταν μόλις 17 ετών!

Μετά την κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου, ο Πελέ τοποθετήθηκε στο υψηλότερο επίπεδο του βραζιλιάνικου ποδοσφαίρου. Εκείνοι που δεν τον γνώριζαν τον έμαθαν και ο θαυμασμός για το φιλικό και ταπεινό αγόρι, που ποτέ δεν αρνήθηκε μια συζήτηση, ένα αυτόγραφο ή μια συνέντευξη, αυξήθηκε γρήγορα μεταξύ των φιλάθλων, ακόμη και των οπαδών αντιπάλων ομάδων. Είχε μια συνεχή παρουσία σε παιχνίδια, παίζοντας όλο και περισσότερα με τη Σάντος, ενώ δεν έλειψαν και οι «παρενοχλήσεις» συλλόγων απ’ την Ευρώπη, με τη Σάντος να υψώνει ουσιαστικά ένα «τείχος προστασίας» για να κρατήσει τον άσο της στο «Βίλα Μπελμίρο»! Αργότερα, το 1961, για το θέμα μεταγραφής του, «πήρε θέση» ακόμη και η κυβέρνηση της χώρας, απαγορεύοντας μια τέτοια κίνηση! Ήταν βασικός παίκτης στη κατάκτηση του «Καμπεονάτο Παουλίστα» το 1958, όταν σκόραρε 58 γκολ σε 38 αγώνες(!), ένα ρεκόρ στη διοργάνωση μέχρι σήμερα αξεπέραστο (και που δύσκολα θα ξεπεραστεί)! Με το μαγικό του ποδόσφαιρο, το 1959, υπηρετώντας τη στρατιωτική του θητεία, ενίσχυσε την ομάδα του βραζιλιάνικου στρατού, βοηθώντας τη να νικήσει την αντίστοιχη της Αργεντινής με 2-1, στον τελικό του πρωταθλήματος της Νότιας Αμερικής της κατηγορίας! Συμμετείχε και στο Κόπα Αμέρικα του 1959 (το μοναδικό στη καριέρα του), όπου η Βραζιλία -αήττητη- κατέλαβε τη δεύτερη θέση πίσω από την Αργεντινή, ενώ ο ίδιος σκόραρε οκτώ γκολ σε έξι αγώνες, όντας ο Κορυφαίος Σκόρερ του τουρνουά, συμπεριλαμβανομένου ενός χατ-τρικ με την Παραγουάη (4–1) και ενός απέναντι στην Αργεντινή (1–1), ενώ ανακηρύχθηκε και Καλύτερος Παίκτης της διοργάνωσης!

Dorval, Mengálvio, Coutinho, Pelé e Pepe. 1962.

Πίσω στη Σάντος, ο Πελέ δημιούργησε μια από τις πιο διάσημες συνεργασίες στο ποδόσφαιρο, με τον Κουτίνιο (Antônio Wilson Vieira Honório, “”) στο πλευρό του στην επίθεση της ομάδας. Έχοντας για συμπαίκτες εξαιρετικούς αστέρες της εποχής όπως ο Πέπε (José Macia, “Pepe”), ο Ντορβάλ (Dorval Rodrigues) και άλλους, το δίδυμο ήταν η βάση της επιτυχίας της Σάντος στα τέλη της δεκαετίας του 1950 και στις αρχές της δεκαετίας του 1960. Το 1959 ήρθε η άνευ προηγουμένου κατάκτηση του διαπολιτειακού «Τουρνουά Ρίο-Σάο Πάουλο», με νίκη επί της Βάσκο ντα Γκάμα. Ο Πελέ πέτυχε γκολ και περισσότερα γκολ, ή καλύτερα, «μεγάλα» γκολ, όπως αυτό εναντίον της Ατλέτικο Γιουβέντους (του Σάο Πάολο), στις 2 Αυγούστου του 1959, το οποίο, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι το πιο όμορφο γκολ της καριέρας του, όταν έκανε τέσσερα (αρ.: 4) «σομπρέρο» (περάσματα πάνω από το κεφάλι των αντιπάλων) στη σειρά, αφήνοντας πίσω του τρεις αντιπάλους και τον τερματοφύλακα, πριν στείλει τη μπάλα με κεφαλιά στο βάθος των διχτυών! Το γκολ ήταν τόσο όμορφο που ο ίδιος ο «Βασιλιάς» το πανηγύρισε με άλμα τον αέρα στον πιο χαρακτηριστικό πανηγυρισμό του! Το τέρμα δυστυχώς δεν έχει αποτυπωθεί σε οπτικό μέσο,  αλλά μια έννοια του έχει δημιουργηθεί σ’ ένα κινούμενο σχέδιο, με βάση περιγραφή του ιδίου που αναπαράγεται στην αυτοβιογραφική κινηματογραφική παραγωγή, «Pelé Eterno»!

O gol eleito pelo Rei do Futebol como o mais bonito da carreira

Μια σχετικά μεγάλη παρένθεση να πούμε δυο πράγματα για το «Πρωτάθλημα Βραζιλίας». Το 1959 είναι μια πολύ σημαντική χρονιά για το βραζιλιάνικο ποδόσφαιρο. Η τεράστια έκταση της (5η παγκοσμίως!), αφού είναι λίγο μικρότερη από την Ευρώπη, καθιστούσε απαγορευτική κάθε σκέψη για ένα (παν)-βραζιλιάνικο πρωτάθλημα. Μέχρι τότε, κάθε πολιτεία από τις 27 που συγκροτούν την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία, διοργάνωνε το δικό της «Καμπεονάτο» (=πρωτάθλημα) (το Ρίο το «Καριόκα», το Σάο Πάολο το «Παουλίστα», η Μίνας Ζεράις το «Μινεϊράο», το Ρίο Γκράντε ντο Σουλ το «Γκαούτσο», η Παρανά το «Παραναένσε» κ.λ.π.) και κάποιες χρονιές, οι πολιτειακοί πρωταθλητές συμμετείχαν σε τουρνουά με σκοπό την ανάδειξη του «υπερπρωταθλητή», αλλά ουσιαστικά επρόκειτο για ημιεπίσημες διοργανώσεις, ενώ υπήρχαν και διάφορα διαπολιτειακά τουρνουά, φυσικά γειτονικών πολιτειών. Με την εξέλιξη των αεροπορικών μεταφορών και -ΚΥΡΙΩΣ- την ανάγκη ύπαρξης Βραζιλιάνου εκπροσώπου στη πρώτη διοργάνωση του Κόπα Λιμπερταδόρες, δημιουργήθηκε τότε το «Τάσhα Μπραζίλ» (Taça Brasil =Κύπελλο Βραζιλίας) που ήταν το Εθνικό Πρωτάθλημα της χώρας, μέχρι το 1968. Να πούμε βέβαια ότι ΔΕΝ ήταν διοργάνωση «όλοι εναντίων όλων», αλλά κληρώσεις μέσα-έξω! Παράλληλα, από το 1933, υπήρχε το διαπολιτειακό «Τουρνουά Ρίο – Σάο Πάουλο» (Torneio Rio-São Paulo), με ομάδες των 2 μεγαλύτερων (πληθυσμιακά και «ποδοσφαιρικά») πολιτειών, του Ρίο και του Σάο Πάουλο, που μέχρι το 1968 είχαν ΣΙΓΟΥΡΗ θέση στους ημιτελικούς του «Τάσhα Μπραζίλ»! Από το 1959 έως το 1964, ο νικητής του «Τάσhα Μπραζίλ» ήταν ο μοναδικός Βραζιλιάνος εκπρόσωπος στο Λιμπερταδόρες του επόμενου έτους, ενώ το 1965 και το 1966, οι δύο φιναλίστ του «Τάσhα Μπραζίλ», εκπροσώπησαν τη Βραζιλία στο Λιμπερταδόρες που άλλαξε μορφή. Μεταξύ 1967 και 1970, δημιουργήθηκε το «Torneio Roberto Gomes Pedrosa» (Τορνέιο Ρομπέρτο Γκόμες Πεντρόσα), -πιο απλά «Ρομπερτάο»- με ομάδες από το Σάο Πάουλο, το Ρίο ντε Τζανέιρο, το Ρίο Γκράντε ντο Σουλ, τη Μινάς Ζεράις και τη Παρανά (αργότερα μπήκαν και το Περναμπούκο με τη Μπαΐα), που θεωρήθηκε κι αυτό πρόγονος του πρωταθλήματος Βραζιλίας. Για το 1967 ΚΑΙ το 1968, η μία θέση της Βραζιλίας στο Λιμπερταδόρες πήγε στον νικητή του «Τάσhα Μπραζίλ» και η άλλη στον νικητή του «Ρομπερτάο». Το 1968 ήταν η τελευταία χρονιά του «Τάσhα Μπραζίλ», με συνέπεια οι πρώτοι του «Ρομπερτάο» του 1969 και του 1970 να ανακηρυχθούν πρωταθλητές Βραζιλίας (δεν συμμετείχαν στο Λιμπερταδόρες για άλλους λόγους). Μετά τον τρίτο παγκόσμιο τίτλο της Βραζιλίας το 1970, αποφασίστηκε να δημιουργηθεί από το 1971 ένα πρωτάθλημα ενιαίας μορφής στο οποίο συμμετείχαν είκοσι ομάδες, αναλογικά από τα πολιτειακά τουρνουά και που ΕΠΙΣΗΜΑ ΘΕΩΡΕΙΤΑΙ ως το ΠΡΩΤΟ «Καμπεονάτο Μπραζιλέιρο» (Campeonato Brasileiro). Τα επόμενα χρόνια, μετά από μεγάλες αναστατώσεις, ανταρσίες, ακόμη και «παράλληλες» διοργανώσεις, και κάποιες χρονιές με μορφή διοργάνωσης που παρέπεμπε σε τροφίμους ψυχιατρικών κλινικών(!) φτάσαμε στο τέλος της πρώτη δεκαετίας του 21ου αιώνα που οριστικοποιήθηκε Εθνικό τουρνουά με πλήρως οργανωμένη μορφή, «όλοι εναντίων όλων», με κατηγορίες, προβιβασμούς και υποβιβασμούς! Κλείνει η παρένθεση…

Το 1960, λοιπόν η Σάντος συνέχισε με το αποτελεσματικό και επιδεικτικό ποδόσφαιρο της αναζητώντας περισσότερα. Ο σύλλογος κατέκτησε και πάλι το «Καμπεονάτο Παουλίστα», εκδικούμενος την απώλεια της προηγούμενης χρονιάς από την Παλμέιρας, η οποία απεδείχθη η μοναδική ομάδα ικανή να αποτρέψει την ολοκληρωτική κυριαρχία της Σάντος στο πολιτειακό πρωτάθλημα (8 με 2 οι κατακτήσεις!) κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960! Το αποκορύφωμα στη χρονιά 1960 ήταν στην τελική φάση, όταν η Σάντος συνέτριψε τη Κορίνθιανς με 6-1 και τη Παλμέιρας με 5-0. Η ομάδα ήταν και πάλι Κορυφαία στην πολιτεία, κάτι που εξασφάλιζε μια θέση στο Πρωτάθλημα Βραζιλίας του 1961. Στην εθνική διοργάνωση, η Σάντος μπήκε στα ημιτελικά ως πολιτειακός πρωταθλητής του Σάο Πάουλο. Αυτό το προνόμιο, η ομάδα το εκμεταλλεύτηκε και δεν άφησε την Αμέρικα του Ρίο ντε Τζανέιρο να την αμφισβητήσει, κερδίζοντας δύο παιχνίδια 6-2 και 6-1 και χάνοντας ένα με 0-1. Στον τελικό, η ομάδα του «Βίλα Μπελμίρο» αντιμετώπισε την Μπαΐα, από την οποία είχε ηττηθεί στον τελικό δύο χρόνια νωρίτερα. Το πρώτο ματς, στο Σαλβαδόρ, ήλθε ισόπαλο 1-1. Στον επαναληπτικό, έγινε μια επίδειξη από τους Πελέ και Κουτίνιο, οι οποίοι σκόραραν τα γκολ της νίκης με 5-1 που εξασφάλισε τον πρώτο εθνικό τίτλο της Σάντος, και τη συμμετοχή για το Κόπα Λιμπερταδόρες του 1962, με τον ίδιο να είναι ο Πρώτος Σκόρερ της διοργάνωσης με 9 γκολ. Το 1961, κατέκτησε για άλλη μια φορά το «Παουλίστα» και πρωταγωνίστησε σε μια από τις μεγαλύτερες παραστάσεις της χρονιάς στο εθνικό ποδόσφαιρο: τη συντριβή με 7-1 επί της Φλαμένγκο στο «Μαρακανά» για το τουρνουά «Ρίο-Σάο Πάουλο», με γκολ των Πελέ (3), Πέπε (2), Κουτίνιο και Ντορβάλ! Μια παράσταση που έκανε τους περισσότερους από τους 90.000 θεατές να χειροκροτήσουν δυνατά την ομάδα του «Βασιλιά». Ήταν ο Κορυφαίος Σκόρερ του τουρνουά με 7 γκολ.

“Neste campo, no dia 5 de março de 1961, Pelé marcou o tento (gol de placa) mais bonito da história do Maracanã” – Joelmir Beting, jornalista,

Επίσης το 1961, ο Πελέ σκόραρε αυτό που έγινε γνωστό ως «Γκολ της Αφιέρωσης», το οποίο έγινε συνώνυμο με το όμορφο γκολ, το μεγαλοπρεπές, το απίστευτο! Ήταν στο Μαρακανά, στις 5 Μαρτίου του 1961 εναντίον της Φλουμινένσε, σε έναν αγώνα για το «Τουρνουά Ρίο-Σάο Πάουλο», που η Σάντος κέρδισε με 3-1 και ο Πελέ πέτυχε ένα εξαιρετικό γκολ, το δεύτερό του στο παιχνίδι. Ήταν το 40ο λεπτό του πρώτου ημιχρόνου, όταν δέχτηκε τη μπάλα από τον Ντάλμο (Dalmo Gaspar), λίγο έξω από τη περιοχή της Σάντος και με την μπάλα κολλημένη στο πόδι του, ξεκίνησε μια κούρσα προς το αντίπαλο τέρμα. Πέρασε ανάμεσα στον Βάλντο (Waldo Machado da Silva) και τον Έντμιλσον (Edmilson Piromba), ντρίπλαρε τoν Κλόβις (Clóvis Lemos de Paula) και ξέφυγε από τον Aλτάιρ (Altair Gomes de Figueiredo). Στην είσοδο της περιοχής, ξεπέρασε τον Πινέιρο (João Carlos Batista Pinheiro) και τον απελπισμένο Ζαΐρ Μαρίνιο (Jair Marinho de Oliveira), που δεν μπορούσε να τον φτάσει, και έστειλε την μπάλα στη δεξιά γωνία του ανήμπορου ν’ αντιδράσει τερματοφύλακα Καστίλιο (Carlos José Castilho)! Το γκολ ήταν τόσο θεαματικό που προκάλεσε το 2λεπτο(!) χειροκρότημα περίπου 130.000 φιλάθλων, μένοντας στην ιστορία μέσω της έκφρασης «Γκολ της Αφιέρωσης» (Gol de Placa)! Ο Πελέ κέρδισε μονομαχίες εναντίον επτά αντίπαλων σε πάνω από 70 μέτρα, πετυχαίνοντας ένα τέρμα-συνδυασμό δύναμης, ταχύτητας, ποιότητας, ατομικής τεχνικής και ψυχρότητας! Την έκφραση εμπνεύστηκε ο δημοσιογράφος Ζοελμίρ Μπέτινγκ (Joelmir Beting), που εκείνη την εποχή, εργαζόταν για την εφημερίδα «O Esporte» που εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ με το γκολ ώστε εισηγήθηκε να τιμηθεί με αφιέρωση! Η πινακίδα τοποθετήθηκε μια εβδομάδα αργότερα στο λόμπι του γηπέδου με τις λέξεις: «Ο Πελέ σκόραρε σε αυτό το γήπεδο στις 5 Μαρτίου 1961, το πιο όμορφο γκολ στην ιστορία του Μαρακανά»! Έκτοτε, στη βραζιλιάνικη ποδοσφαιρική γλώσσα, χρησιμοποιείται για να ορίσει γκολ που, λόγω της σπάνιας ομορφιάς και δυσκολίας τους, αξίζουν περαιτέρω τιμής!  Εκείνη τη χρονιά (1961), ο  Πρόεδρος της χώρας Ζάνιο Κουάντρος (Jânio da Silva Quadros) αναγόρευσε τον Πελέ σε «Εθνικό Θησαυρό»(!), κάνοντας νομικά αδύνατη τη μεταγραφή του εκτός χώρας!

Santos (1962), UP L->R: Lima, Zito, Dalmo, Calvet, goalkeeper Gilmar, Mauro; DOWN L->R: Dorval, Mengalvio, Coutinho, Pele and Pepe.

Εθνικός και πολιτειακός πρωταθλητής, ο Πελέ και η Σάντος του, ήθελαν να επαναλάβουν τα πάντα το 1962, αλλά αν είναι δυνατόν να βελτιωθούν, με τη συμμετοχή τους στο Κόπα Λιμπερταδόρες. Η βραζιλιάνικη ομάδα έπεσε στον Α’ Όμιλο, μαζί με τη παραγουάνικη Σέρο Πορτένιο και τη Ντεπορτίβο Μουνισιπάλ της Λα Παζ από τη Βολιβία. Η ομάδα του Πελέ, ο Πέπε, ο Κουτίνιο και η παρέα του πέρασαν εύκολα από τους αντιπάλους τους, με επιβλητικές νίκες, όπως το 9-1 απέναντι στην Σέρο και το 6-1 απέναντι στην Ντεπορτίβο. Μετά από τρεις νίκες και μια ισοπαλία, εξασφαλίστηκε η πρόκριση στα ημιτελικά. Ο αντίπαλος ήταν η χιλιάνικη Ουνιβερσιδάδ Κατόλικα. Το πρώτο παιχνίδι, στο Σαντιάγο, έληξε ισόπαλο 1-1. Στον επαναληπτικό, στο «Βίλα Μπελμίρο», η Σάντος κέρδισε με το ισχνό 1-0, με γκολ του Ζίτο (José Ely de Miranda, “Zito”), παίρνοντας θέση στον τελικό. Πριν από αυτόν, ωστόσο, ο «Βασιλιάς» είχε μια υποχρέωση να εκπληρώσει: το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1962, το οποίο μετά από 12 χρόνια, παίχτηκε ξανά στη Νότια Αμερική, αυτή τη φορά στη Χιλή. Η Βραζιλία έκανε το ντεμπούτο της απέναντι στην εθνική ομάδα του Μέξικο και, νιώθοντας πάρα πολύ το βάρος του τροπαιούχου, κέρδισε μόνο με 2-0, με γκολ από τον Ζαγκάλο και τον Πελέ, έχοντας όμως άσχημη απόδοση. Στο δεύτερο ματς, η ισοπαλία χωρίς τέρματα εναντίον της Τσεχοσλοβακίας είχε γεύση ήττας: με καταπονημένα τα πόδια του, ο Πελέ τραυματίστηκε και θα έμενε εκτός Παγκοσμίου Κυπέλλου! Στη θέση του βασιλιά, ο Αμαρίλντο (Amarildo Tavares da Silveira, ‘’Amarildo’’) έπαιξε και έκανε τη δουλειά, η Βραζιλία ζορίστηκε αλλά ο Γκαρίντσα ήταν αυτός που κουβάλησε την ομάδα στην πλάτη του και εξασφάλισε το δεύτερο Παγκόσμιο Τίτλο της χώρας. Ο Πελέ, παίζοντας μόνο σε ένα ολόκληρο ματς, ήταν δύο φορές Πρωταθλητής Κόσμου. Εκτός από ταλέντο, είχε και τύχη!

Μετά το Παγκόσμιο Κύπελλο, η Σάντος είχε μπροστά της ν’ αντιμετωπίσει τη μεγάλη Πενιαρόλ στον πρώτο της τελικό του Κόπα Λιμπερταδόρες. Οι Ουρουγουανοί είχαν σημαντικά ονόματα όπως ο Πέδρο Ρότσα (Pedro Virgilio Rocha Franchetti), ο Αλμπέρτο Σπένσερ (Alberto Pedro Spencer Herrera -ο Κορυφαίος Σκόρερ στην ιστορία του Λιμπερταδόρες με 54 γκολ), ο Ομάρ Καετάνο (Omar Caetano Otero) και ο Λουίς Μαϊντανά (Luis María Maidana Silveira). Για να χειροτερέψουν τα πράγματα, η Σάντος δεν είχε στη διάθεσή της τον τραυματία Πελέ! Ακόμη κι έτσι, η ομάδα έδειξε δύναμη στο πρώτο παιχνίδι, στο Μοντεβιδέο, και κέρδισε με 2-1, με δύο γκολ από τον Κουτίνιο. Στον επαναληπτικό, η Πενιαρόλ κέρδισε 3-2, αλλά μετά το χάος που ακολούθησε όταν οι οπαδοί έριξαν ένα μπουκάλι στο γήπεδο, ο διαιτητής διέκοψε το παιχνίδι. Μετά από περισσότερο από μία ώρα, ο αγώνας συνεχίστηκε, με τη Σάντος να σκοράρει άλλο ένα γκολ. Η ισοπαλία έδωσε τον τίτλο στη Σάντος. Ο διαιτητής σφύριξε το τέλος του παιχνιδιού και το πάρτι ήταν γενικό. Αλλά λίγες μέρες αργότερα, η CONMEBOL (η Νοτιοαμερικάνικη Συνομοσπονδία) ακύρωσε τον αγώνα, αναγκάζοντας τις ομάδες σε νέα αναμέτρηση, η οποία θα γινόταν με τη παρουσία του «Βασιλιά»! Ο καθοριστικός αγώνας μεταξύ Σάντος και Πενιαρόλ έγινε στις 30 Σεπτεμβρίου στο «Μονουμεντάλ» του Μπουένος Άιρες, στην Αργεντινή. Ο Πελέ είχε ήδη αναρρώσει από τον τραυματισμό που τον έβγαλε από το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1962 και χάρη σ’ αυτόν η Σάντος απέδειξε ότι ήταν η καλύτερη στην Νότια Αμερική. Με δύο γκολ του Πελέ και ένα αυτογκόλ του Καετάνο, η ομάδα νίκησε με 3-0, κατακτώντας για πρώτη φορά τον τίτλο του Κόπα Λιμπερταδόρες. Ήταν επίσης ο πρώτος τίτλος βραζιλιάνικης ομάδας. Ο τίτλος έδινε το δικαίωμα στα «Ψάρια» (το παρατσούκλι της Σάντος) στη διεκδίκηση του Διηπειρωτικού Κυπέλλου, στο τέλος του έτους!

Αφού μάζευε τίτλους το 1962 (Πρωτάθλημα Βραζιλίας, Παουλίστα και Λιμπερταδόρες), το «κερασάκι» που έλειπε ακόμα στην τούρτα της Σάντος ήταν το Διηπειρωτικό Κύπελλο! Εκείνη την εποχή, ο τίτλος διεκδικούνταν σε δύο αγώνες, έναν σε κάθε χώρα. Αν η ισότητα παρέμενε σε πόντους, ΟΧΙ ΣΕ ΓΚΟΛ, γινόταν και τρίτο ματς στην έδρα της ομάδας που έγινε το δεύτερο παιχνίδι. Στον τελικό του 1962, η Σάντος και η Μπενφίκα θα έπαιζαν για το ποια ήταν η Καλύτερη Ομάδα στον κόσμο! Από την πλευρά των Βραζιλιάνων, η ομάδα ήταν στο στόμα των οπαδών από όλη τη χώρα, που εκθείαζαν το όμορφο ποδόσφαιρο που έπαιζε και είχε τον Πελέ. Για τους Πορτογάλους, η ομάδα, ήταν ήδη δύο φορές πρωταθλήτρια Ευρώπης, είχε νικήσει τη Ρεάλ Μαδρίτης στον τελικό για το Κύπελλο Πρωταθλητριών με 5-3, και είχε μεγάλο αστέρι της, τον «Μαύρο Πάνθηρα», τον Εουσέμπιο (Eusébio da Silva Ferreira), ένα τέρας της μπάλας! Το πρώτο παιχνίδι ήταν στη Βραζιλία, με το «Μαρακανά» γεμάτο με περισσότερους από 90.000 ανθρώπους! Το παιχνίδι ήταν δύσκολο και σκληρό, που η Σάντος το κέρδισε με 3-2, με γκολ των Πελέ (2) και Κουτίνιο, και 2 από τον Σαντάνα (Joaquim Santana Silva Guimarães) για τους Πορτογάλους. Στον επαναληπτικό, το «Στάδιο του Φωτός» (Estádio da Luz) της Λισαβόνας, ήταν γεμάτο. Οι Πορτογάλοι, ενθουσιασμένοι από τη σκληρότητα που επέβαλε η Μπενφίκα στη Σάντος στη Βραζιλία, ήταν σίγουροι ότι θα νικούσαν και ότι θα γινόταν και τρίτος αγώνας, τόσο πολύ που ακόμα και τα εισιτήρια ήταν έτοιμα. Ωστόσο, λησμονούσαν ότι απέναντι ήταν η Σάντος. «Η Σάντος του Πελέ», αλλά και του Κουτίνιο, του Πέπε και της παρέας τους! Και ότι η ομάδα «σαντίστα» θα έδινε σ’ εκείνο το ματς μια από τις Μεγαλύτερες Παραστάσεις μιας ποδοσφαιρικής ομάδας στην ιστορία. Τα «Ψάρια» έπαιξαν πολύ καλά, τόσο πολύ καλά, που και δεν έδωσαν στον αντίπαλο ευκαιρίες, ενώ εκμεταλλεύτηκαν τις δικές τους. Ο Πελέ σημείωσε δύο γκολ, στο 15 ́ και στο 25 ́. Ο Κουτίνιο σκόραρε το 3ο, ο Πελέ το 4ο και ο Πέπε «έκλεισε το φέρετρο»: 5-0! Η Μπενφίκα πέτυχε δύο γκολ, για τη «τιμή των όπλων», στο τέλος του παιχνιδιού, αλλά ήταν πολύ αργά: Μπενφίκα – Σάντος 2-5! Η βραζιλιάνικη ομάδα κατέκτησε για πρώτη φορά στην ιστορία της τον τίτλο του Παγκόσμιου Πρωταθλητή ποδοσφαίρου. Ήταν η καθαγίαση που χρειάζονταν αυτοί οι λαμπροί παίκτες. Και το αποκορύφωμα για τον υπόλοιπο κόσμο να γνωρίσει μια για πάντα «την ομάδα του Πελέ»!

Το 1963, η Σάντος βρισκόταν στο αποκορύφωμά της. Πρωταθλητής ΠΑΝΤΟΥ την προηγούμενη χρονιά, η ομάδα ήθελε να επαναλάβει το επίτευγμα. Και το επανέλαβε εν μέρει, αφού «της ξέφυγε» μόνο το πρωτάθλημα «Παουλίστα», το οποίο κατέκτησε η Παλμέιρας. Η Σάντος δεν ήταν καλή σε πολλά παιχνίδια εκείνου του πρωταθλήματος, ενώ στερήθηκε και των υπηρεσιών του αστέρα της, λόγω μιας διάσεισης, που εξαιτίας της δεν έπαιξε σχεδόν τον δεύτερο γύρο. Αν δεν μπόρεσε να πάρει το πολιτειακό πρωτάθλημα, η Σάντος κατέκτησε το «Τουρνουά Ρίο-Σάο Πάουλο» (Πρώτος Σκόρερ με 15 γκολ) και για τρίτη σερί φορά το Πρωτάθλημα Βραζιλίας. Στην εθνική διοργάνωση, η ομάδα αντιμετώπισε στον τελικό τη Μπαΐα, σε μια επανάληψη αυτού του 1961. Αυτή τη φορά, οι «Μπαϊάτσος» δεν αντιστάθηκαν και η Σάντος κέρδισε τα δύο παιχνίδια, 6-0 εντός έδρας, με γκολ των Πελέ (2), Πέπε (2), Κουτίνιο και Μενγκάλβιο (Mengálvio Pedro Figueiró) και 2-0 στο Σαλβαδόρ, με δύο γκολ του Πελέ. Ο ίδιος ήταν και πάλι Πρώτος Σκόρερ του εθνικού πρωταθλήματος με 12 γκολ. Χωρίς αντιπάλους στη Βραζιλία, η Σάντος πήγε σε αναζήτηση ενός ακόμη ηπειρωτικού τίτλου!

Ως τροπαιούχοι του Λιμπερταδόρες του προηγούμενου έτους, τα «Ψάρια» είχαν τη δυνατότητα συμμετοχής στη διοργάνωση «μπαίνοντας» στα ημιτελικά! Η ομάδα αντιμετώπισε σε μια εγχώρια μονομαχία τη Μποταφόγκο. Στο πρώτο παιχνίδι, στο Σάο Πάολο, ισοπαλία 1-1 και στον επαναληπτικό, στο Ρίο, η Σάντος έκανε περίπατο με 4-0, παίρνοντας θέση στον τελικό. Ο αντίπαλος ήταν η αργεντίνικη  Μπόκα Τζούνιορς. Σε αντίθεση με την προηγούμενη χρονιά, η Σάντος επέλεξε το «Μαρακανά» ως έδρα της για το πρώτο παιχνίδι του τελικού. Η δημοτικότητα της ομάδας του Πελέ στο Ρίο ήταν τεράστια, χάρη στις λαμπρές εμφανίσεις που έδωσε η ομάδα στο κοινό των Καριόκας. Η παρουσία πάνω από 100.000 θεατών, έσπρωξε την ομάδα του Σάο Πάολο στη νίκη με 3-2, με δύο γκολ από τον Κουτίνιο και ένα του Λίμα (Antônio Lima dos Santos), ενώ ο Χοσέ Σανφίλιππο (José Francisco “El Nene” Sanfilippo) σκόραρε τα δύο γκολ της Μπόκα. Ο επαναληπτικός ήταν στο «δύσκολο» Λα Μπομπονέρα! Ο «ταυρομάχος» Σανφίλιππο άνοιξε το σκορ για την Μπόκα στον επαναληπτικό με τους Αργεντίνους μετά να ξεκινούν τη κατάχρηση φάουλ και επίδειξη νευρικότητας απέναντι στους Βραζιλιάνους. Αλλά η Σάντος, στο δεύτερο ημίχρονο, έβαλε τη μπάλα κάτω και… τους Αργεντίνους στη θέση τους! Ο Κουτίνιο ισοφάρισε στο 50′ και ο Πελέ σκόραρε το νικητήριο γκολ για τον τίτλο στο 82 ́, πανηγυρίζοντας εμφανώς με πολύ οργή! Η Σάντος ήταν για δεύτερη σερί φορά Πρωταθλήτρια Νότιας Αμερικής  επαναλαμβάνοντας το κατόρθωμα της Πενιαρόλ στις 2 πρώτες διοργανώσεις (1960 & 1961), επίσης με δύο ηπειρωτικούς τίτλους! Η ομάδα θα αγωνιζόταν για άλλη μια φορά στον τελικό του Διηπειρωτικού Κυπέλλου.

Σε αντίθεση με το 1962, η Σάντος έπαιξε τον επαναληπτικό του Διηπειρωτικού Κυπέλλου στην έδρα της. Ο αντίπαλος αυτή τη φορά ήταν η Μίλαν, του Τσέζαρε Μαλντίνι (Cesare Maldini), του Τζιοβάνι Τραπατόνι (Giovanni Trapattoni), του Τζιάνι Ριβέρα (Giovanni “Gianni” Rivera) και των Βραζιλιάνων Ζοζέ Αλταφίνι και Αμαρίλντο. Στο πρώτο παιχνίδι, στο Μιλάνο, η νίκη της Μίλαν με 4-2, ήρθε παράλληλα με τον τραυματισμό του Πελέ σε εκείνο το ματς, παρά τα δύο γκολ που σημείωσε. Χωρίς τον «Βασιλιά», η ομάδα θα έπρεπε απαραίτητα να νικήσει στο πρώτο παιχνίδι, ώστε να διεκδικήσει το τρόπαιο σε τρίτο ματς, βασιζόμενη στον Αλμίρ Περναμπουκίνιο (Almir Moraes de Albuquerque, “Almir Pernambuquinho”)! Και ο «Λευκός Πελέ»   έκανε τη δουλειά! Με ένα γκολ από αυτόν, δύο από τον Πέπε και ένα από τον Λίμα, η Σάντος ισοφάρισε και στις νίκες και στο σκορ τους Ιταλούς στο «Μαρακανά»: 4-2. Το καθοριστικό τρίτο παιχνίδι ήταν τεταμένο, με πολλά φάουλ, σκληρά μαρκαρίσματα και μια επικρατούσα ατμόσφαιρα εχθρότητας. Αλλά και πάλι, ο Αλμίρ έκανε τη διαφορά. Ήταν αυτός που «πήρε» το πέναλτι στο 31ο  λεπτό του αγώνα, προκαλώντας μάλιστα και την αποβολή του αρχηγού της Μίλαν, του Τσέζαρε Μαλντίνι! Ο Ντάλμο εκτέλεσε και σκόραρε το μοναδικό γκολ του παιχνιδιού: Σάντος – Μίλαν, 1-0  και τα «Ψάρια» ήταν για δεύτερη σερί φορά Παγκόσμιοι Πρωταθλητές ποδοσφαίρου. Το «Μαρακανά» εξερράγη από χαρά. Κανείς δεν μπορούσε να νικήσει τη βραζιλιάνικη ομάδα, η οποία έδειξε τη δύναμή της ακόμα και χωρίς τον Πελέ! Η Βραζιλία ήταν μικρή για την Σάντος. Είχε έλθει η ώρα να το δείξει στον υπόλοιπο κόσμο και σ’ όποιον ήθελε να το δει!

Μετά τα καλύτερα χρόνια της Σάντος στην ιστορία, τις επόμενες σεζόν, η ομάδα άρχισε να κάνει τον γύρο του κόσμου και να επιδεικνύει το «προϊόν» της, προκειμένου να διαδώσει ΚΑΙ τ’ όνομα της εκτός της χώρας, καθώς και να διαδώσει το βραζιλιάνικο ποδόσφαιρο γενικότερα. Ίσως εξαιτίας αυτού, ο σύλλογος δεν έδωσε τη δέουσα σημασία στις ακόλουθες διοργανώσεις του Κόπα Λιμπερταδόρες, ένα τουρνουά που κατέκτησε ξανά μόλις το 2011. Παρ’ όλ’ αυτά, τα «Ψάρια» δεν σταμάτησαν να κατακτούν τίτλους, αφού μεταξύ 1964 και 1973, ήταν οι νικητές άλλων έξι πολιτειακών τίτλων (1964, 1965, 1967, 1968, 1969, 1973), πέραν των «Τουρνουά Ρίο-Σάο Πάουλο» (1964, 1966), ενώ ολοκλήρωσαν μια ανεπανάληπτη πεντάδα (σερί!) του Πρωταθλήματος Βραζιλίας (1961, 1962, 1963, 1964, 1965 και το 1968) κατακτώντας και άλλα διεθνή τουρνουά! Ο ίδιος ήταν ο Κορυφαίος σκόρερ στα «Τουρνουά Ρίο-Σάο Πάολο» του 1964 με 3 γκολ και του 1965 με 7 γκολ και του Κόπα Λιμπερταδόρες 1965 με 8 γκολ.

Το 1966, ήδη με παγκόσμια φήμη και καθαγιασμένος, ο Πελέ ήταν η μεγάλη ελπίδα της Βραζιλίας σε αναζήτηση του «Τρικαμπεονάτο», της κατάκτησης δηλαδή του τρίτου σερί Παγκόσμιου τίτλου της. Ωστόσο, ο «Βασιλιάς» κυνηγήθηκε ανελέητα στον αγωνιστικό χώρο, υπέφερε από τα αντιαθλητικά μαρκαρίσματα των αντιπάλων του, ειδικά των Βούλγαρων και των Πορτογάλων αμυντικών και είδε την «σελεσάο» να αποκλείεται στον πρώτο γύρο, σ’ ένα Παγκόσμιο Κύπελλο όπου τη μεγαλύτερη αίσθηση έκανε ο Πορτογάλος Εουσέμπιο και ο αμυντικός Μπόμπι Μουρ (Robert Frederick Chelsea “Bobby” Moore), αρχηγός της Αγγλίας και  Παγκόσμιος Πρωταθλητής εκείνης της χρονιάς.  Πρόλαβε να σκοράρει ένα γκολ από απευθείας εκτέλεση φάουλ εναντίον της Βουλγαρίας και έγινε ο πρώτος παίκτης που σκόραρε σε τρία διαδοχικά Μουντιάλ! Ο Πελέ κάποτε σχολίασε γι’ αυτό το Παγκόσμιο Κύπελλο και την ευθύνη που του είχε αποδοθεί:

«Ήταν μεγάλη θλίψη για μένα, γιατί ήμουν ήδη ο Πελέ και η προσδοκία ήταν πολύ μεγάλη. Τόσο πολύ που σκέφτηκα να παρατήσω το παιχνίδι!»

Αλλά ο «Βασιλιάς» δεν είχε τίποτα για ν’ ανησυχεί. Το Μεγαλύτερο Κύπελλο της καριέρας του ήταν μπροστά του!

Το 1969 ήταν ιστορικό για τον Πελέ και τη Σάντος. Όχι λόγω τίτλων, αφού ο σύλλογος κατέκτησε μόνο τον πολιτειακό τίτλο του «Καμπεονάτο Παουλίστα», ολοκληρώνοντας ένα ακόμη «τρικαμπεονάτο» (τρία σερί), το 2ο μέσα στη δεκαετία! Η χρονιά ήταν ιστορική γιατί σε μια από τις παγκόσμιες περιοδείες της, η ομάδα του Πελέ κατάφερε να σταματήσει δύο πολέμους! Σε επίσκεψή της στην Αφρική, η βραζιλιάνικη ομάδα κατάφερε -στις 4 Φεβρουαρίου- οι δύο παρατάξεις που συμμετείχαν στον εμφύλιο πόλεμο της Νιγηρίας, τον «Πόλεμο της Μπιάφρα», να συμφωνήσουν σε 48ωρη κατάπαυση του πυρός, ώστε οποιοσδήποτε από τις δυο αντιμαχόμενες πλευρές, ανεξαρτήτως προέλευσης, να παρακολουθήσει το παιχνίδι! Ο αγώνας διεξήχθη σ’ ένα κατάμεστο γήπεδο στη πόλη Μπενίν και η Σάντος κέρδισε με 2-1 μια ομάδα επίλεκτων της περιοχής. Ο Πελέ δεν σκόραρε αλλά η παρουσία του και μόνο στον αγωνιστικό χώρο αρκούσε για να σταματήσει αυτό που χώριζε μια ολόκληρη χώρα! Επίσης, εκείνη την εποχή συνεχιζόταν αμείωτος ο μεγάλος αναβρασμός στο πρώην Βελγικό Κογκό, τη σημερινή Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό (Κογκό-Κινσάσα/Ζαΐρ). Λίγο πριν, τον Ιανουάριο, η Σάντος έπαιξε 2 παιχνίδια στη Κινσάσα και άλλο ένα στη Μπραζαβίλ, τη πρωτεύουσα της σημερινής Δημοκρατίας του Κογκό (Κογκό-Μπραζαβίλ), που οι δυο τους είναι ουσιαστικά μία πόλη που τη χωρίζει ο ποταμός Κογκό (και τα σύνορα)! Έγινε κι εκεί το ίδιο, έτσι ώστε οι κάτοικοι των 2 πόλεων να μπορούν να παρακολουθήσουν τους αγώνες των «Ψαριών»! Ωστόσο, αμέσως μετά τους αγώνες, οι συγκρούσεις στη Νιγηρία/Μπιάφρα ξανάρχισαν και συνεχίστηκαν για ακόμη έναν χρόνο… Ακόμα κι έτσι όμως, το γεγονός ήταν αξιοσημείωτο και αναφέρθηκε με έντονους τίτλους στις σελίδες των σημαντικότερων εφημερίδων του πλανήτη, πέραν του ότι ενέπνευσε τους οπαδούς της Σάντος να μνημονεύουν το γεγονός σ’ ένα από τα τραγούδια τους για την αγαπημένη τους:

«O meu Santos é sensacional / «Η Σάντος μου είναι συγκλονιστική

Só o Santos parou a guerra / Μόνο η Σάντος σταμάτησε τον πόλεμο

Com Rei Pelé, bi Mundial / Με τον Βασιλιά Πελέ, τον 2 φορές Παγκόσμιο

O maior time da Terra» / Η μεγαλύτερη ομάδα στη Γη»

Αλλά, το μεγάλο γεγονός της χρονιάς θα πραγματοποιηθεί με πρωταγωνιστή τον ίδιο τον Πελέ: τη σημείωση του αναμενόμενου Χιλιοστού του γκολ!

Καθώς ο Πελέ σκόραρε γκολ κι άλλα γκολ, πολλά γκολ στην καριέρα του, έφτασε σε έναν απίστευτο αριθμό τερμάτων πολύ κοντά στο № 1000, κάτι ανήκουστο στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο! Το 1969, ο «Βασιλιάς» έφθασε τα 990, απέχοντας μόνο 10 από τα 1000, ξεκινώντας την αντίστροφη μέτρηση και την προσδοκία. Έφτασε κοντά στο να σκοράρει το χιλιοστό, σ’ ένα παιχνίδι ενάντια στη Μποταφόγκο της Παραϊμπά, ένας αγώνας στον οποίο σημείωσε μεν ένα γκολ, το № 999, αλλά έπρεπε να αντικαταστήσει τον τερματοφύλακα της Σάντος που είχε έναν «υποτιθέμενο» τραυματισμό. Και λέμε «υποτιθέμενος», γιατί πολλοί πιστεύουν ότι αυτός ήταν μια «επινόηση» του προπονητή Αντονίνιο (Antônio Fernandes, “Antoninho”), ο οποίος ζήτησε από τον τερματοφύλακά του να προσποιηθεί τραυματισμό έτσι ώστε ο Πελέ να σκοράρει το χιλιοστό του γκολ απέναντι σε ομάδα του άξονα Ρίο-Σάο Πάουλο! Το γκολ № 1000 έπρεπε να σημειωθεί στο «Μαρακανά». Και σημειώθηκε!…

Σ’ ένα παιχνίδι εναντίον της Βάσκο ντα Γκάμα για το «Ρομπερτάο», στις 19 Νοεμβρίου του 1969, περισσότεροι από 65.000 άνθρωποι βρέθηκαν στο «Μαρακανά» με τη βεβαιότητα ότι θα έβλεπαν τον «Βασιλιά» να σκοράρει το 1000ο τέρμα του! Ήταν ένα πέναλτι που υπέπεσε ο Ρενέ (Renê Carlos da Silva), ο κεντρικός αμυντικός της Βάσκο. Μετά από πολλές αντιδικίες, ο Πελέ πήρε την μπάλα και την έστησε στην άσπρη βούλα. Αργότερα, ο «Βασιλιάς» ομολόγησε ότι: «Πρώτη φορά στην καριέρα μου είχα άγχος. Έτρεμα». Έφυγε και χτύπησε δυνατά στη δεξιά γωνία. Ο τερματοφύλακας, ο Αργεντίνος Εντγκάρντο Αντράντα (Edgardo Norberto Andrada) μάντεψε σωστά, ακούμπησε τη μπάλα, αλλά δεν μπόρεσε να αποσοβήσει το γκολ! Το Γκολ 1.000! Το παιχνίδι διακόπηκε αφού δεκάδες φωτογράφοι, δημοσιογράφοι ακόμη και οπαδοί, εισέβαλαν στο γκαζόν για να καταγράψουν/πανηγυρίσουν την ιστορική στιγμή! Ο Πελέ αφιέρωσε το γκολ στα άπορα και φτωχά παιδιά της Βραζιλίας, φιλώντας την μπάλα. Είχε φτάσει σ’ ένα ιστορικό ορόσημο, σχεδόν αδύνατο. Ήθελε όμως περισσότερα…

Κοντά στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1970, ο Πελέ ήξερε ότι αυτή θα ήταν η τελευταία του ευκαιρία να αγωνιστεί και να κερδίσει ακόμα ένα Παγκόσμιο Κύπελλο, και θα μπορούσε να είναι ο πρώτος και μοναδικός παίκτης που κερδίζει το τουρνουά τρεις φορές. Γνωρίζοντας την ευκαιρία που είχε, σε ηλικία 29 ετών, ο «Βασιλιάς» προπονούνταν και προετοιμαζόταν ψυχικά και σωματικά για να εμφανιστεί στο Μέξικο. Στα προκριματικά, βοήθησε την ομάδα να κάνει ένα σόου, με έξι νίκες σε έξι παιχνίδια. Αλλά κάποια άσχημα αποτελέσματα στην προετοιμασία για το Παγκόσμιο Κύπελλο, διαφωνίες, και αμφισβητήσεις του τότε προπονητή Ζοάο Σαλντάνια (João Alves Jobin Saldanha) για τους παίκτες του, όπως «… ο Ζέρσον (Gérson de Oliveira Nunes) δεν έχει πνεύμα συνεργασίας», «… ο Τοστάο (Eduardo Gonçalves de Andrade, ‘Tostão’) έχει μια μετατόπιση αμφιβληστροειδούς, δεν μπορεί πλέον να παίξει» και «… ο Πελέ τυφλώνεται»(!) κρατούσε τον «Βασιλιά» και όλο το έθνος ανήσυχους. Τα γεγονότα κορυφώθηκαν με την παραίτηση του Σαλντάνια και την άφιξη του Μάριο Ζαγκάλο, του παλιού συμπαίκτη του Πελέ στις μέρες της διπλής κατάκτησης του παγκόσμιου τίτλου το 1958 και το 1962. Η σχέση αποκαταστάθηκε, ο Ζαγκάλο προπονούσε την ομάδα πολύ καλά και η ομάδα ήταν καλά και ήρεμη στο Μέξικο!

Εκεί, η Βραζιλία ξεκίνησε το ταξίδι στη Φάση των Ομίλων εναντίον της Τσεχοσλοβακίας. Δέχτηκε πρώτη γκολ, αλλά στη συνέχεια επέβαλε το παιχνίδι της και κέρδισε με 4-1, έχοντας ως κορυφαία στιγμή στο παιχνίδι, ένα ξερό σουτ του Πελέ από τη μεσαία γραμμή, το οποίο έφυγε λίγο έξω από στην αριστερή γωνία του τερματοφύλακα Ίβο Βίκτορ (Ivo Viktor)! Ήταν η αρχή των φανταστικών ενεργειών που έκανε σ’ εκείνο το Παγκόσμιο Κύπελλο! Το επόμενο παιχνίδι ήταν εναντίον της εξαιρετικής Αγγλίας, κατόχου του παγκόσμιου τίτλου και του μύθου Μπόμπι Μουρ. Το ματς ήταν δύσκολο, ο Μουρ μάρκαρε και έκοβε αδυσώπητα, αλλά η Βραζιλία είχε τους Τοστάο και Ζαϊρζίνιο (Jair Ventura Filho, “Jairzinho”), σκόρερ του μοναδικού τέρματος του παιχνιδιού, μετά από συνεργασία των Τοστάο και Πελέ: Βραζιλία-Αγγλία 1-0. Σε αυτό το παιχνίδι, ο Πελέ και ο Άγγλος τερματοφύλακας Γκόρντον Μπανκς (Gordon Banks) πρωταγωνίστησαν σε μια αιώνια κίνηση. Δέχτηκε μια σέντρα από δεξιά, και πηδώντας ψηλότερα από όλους τους Άγγλους, έκανε μια πολύ δυνατή κεφαλιά, στέλνοντας την μπάλα προς το έδαφος και την εστία, σχεδόν σίγουρος ότι θα πήγαινε μέσα. Αλλά με μια συγκλονιστική απόκρουση, ο Μπανκς κατάφερε να βάλει την μπάλα στη γωνία. Αυτή θεωρήθηκε η Μεγαλύτερη Απόκρουση στην ιστορία των Παγκοσμίων Κυπέλλων. Και οι δύο συνεχάρησαν ο ένας τον άλλον μετά το παιχνίδι. Με εξασφαλισμένη τη πρόκριση, η Βραζιλία ήθελε να κερδίσει τον τελευταίο αγώνα της Φάσης των Ομίλων για να συνεχίσει στην πόλη Γκουανταλαχάρα και να αποφύγει σημαντικές μετακινήσεις στη Δεύτερη Φάση. Έτσι και έγινε: η ομάδα νίκησε τη Ρουμανία με 3-2 (με δύο γκολ από τον Πελέ) και το στάδιο «Γιαλίσκο» (Estadio Jalisco) παρέμεινε το σπίτι της Βραζιλίας. Έφυγε από εκεί μόνο για τον τελικό.

Στον προημιτελικό, η ομάδα αντιμετώπισε το εκπληκτικό Περού του Τεόφιλο Κουμπίγιας (Teófilo Juan Cubillas Arizaga), το οποίο νίκησε με 4-2, εξασφαλίζοντας τη θέση της στα ημιτελικά. Ο αντίπαλος ήταν ένα «φάντασμα»: η Ουρουγουάη! Ήθελε η μοίρα, αυτή η μεγάλη ομάδα, να έχει μια συναισθηματική πρόκληση μπροστά της: να αντιμετωπίσει την Ουρουγουάη για πρώτη φορά σε Παγκόσμιο Κύπελλο μετά τον μοιραίο τελικό του 1950! Οι ομάδες ήταν προσεκτικές. Η Ουρουγουάη προηγήθηκε με τον Λουίς Κουμπίλια (Luis Alberto Cubilla Almeida), μετά από πάσα του Χούλιο Μοράλες (Julio César Araújo Morales), ένα γκολ που ήταν αποτέλεσμα σειράς λαθών της βραζιλιάνικης άμυνας! Έχοντας το προβάδισμα, η Ουρουγουάη «πάγωσε» το ματς, μη αφήνοντας τη Βραζιλία να παίξει. Ήταν τότε που ο Ζαγκάλο άλλαξε τον τρόπο που έπαιζε η ομάδα, «τραβώντας» λίγο πίσω τον Ζέρσον και απελευθερώνοντας τον Κλοντοάλντο (Clodoaldo Tavares de Santana) στην επίθεση, που ισοφάρισε μάλιστα το παιχνίδι. Το σύστημα δούλεψε καλύτερα, δίνοντας περισσότερη ηρεμία στη Βραζιλία. Στο δεύτερο ημίχρονο, η «σελεσάο» γύρισε το παιχνίδι, μετά από μια εξαιρετική συνεργασία του «Χρυσού τρίο» Πελέ-Τοστάο-Ζαϊρζίνιο, με τον τελευταίο να σουτάρει για το γκολ. Η Βραζιλία σκόραρε ακόμα ένα με τον Ρομπέρτο Ριβελίνο (Roberto Rivellino), κλείνοντας το σκορ στο 3-1. «Φάντασμα» θαμμένο, και διαβατήριο σφραγισμένο για τον τελικό, στο στάδιο «Αζτέκα» (Azteca) της Πόλης του Μέξικο! Εκτός από τη νίκη, το αποκορύφωμα του παιχνιδιού ήταν ο Πελέ, ο οποίος ακόμα και χωρίς να σκοράρει, πρωταγωνίστησε σε δύο απίστευτες κινήσεις.

Το πρώτο ήταν ένα ΑΜΕΣΟ σουτ μετά από λάθος ελεύθερο του Ουρουγουανού τερματοφύλακα Λαδισλάο Μαζούρκιεβιτς (Ladislao Mazurkiewicz Iglesias), από τη μέση περίπου μεταξύ σέντρας και μεγάλης περιοχής. Ο Ουρουγουανός τερματοφύλακας μπλόκαρε το σουτ, αλλά πραγματικά φοβήθηκε! Το άλλο ήταν φανταστικό! Ο Πελέ δέχτηκε πάσα από αριστερά με μπροστά ανοικτό πεδίο, ο Μαζούρκιεβιτς βγήκε από το τέρμα για να προσπαθήσει να την πιάσει, αλλά είδε τον Βραζιλιάνο να βγαίνει ταχύτατα μπροστά. Χωρίς να ξέρει τι να κάνει, στο όριο της περιοχής, είδε τον «Βασιλιά» να τον προσπερνά ΧΩΡΙΣ να αγγίζει την μπάλα, σε μια εντυπωσιακή ντρίμπλα σώματος! Ο τερματοφύλακας έμεινε «στήλη άλατος», ο Πελέ, περνώντας δεξιά τον Μαζούρκιεβιτς, στράφηκε αμέσως δεξιά , κυνήγησε τη μπάλα δεξιά πλέον της εστίας, σούταρε για το γκολ, αλλά αυτή βρήκε λίγο στο πόδι του Ουρουγουανού αμυντικού Ατίλιο Αντσέτα (Atilio Genaro Ancheta Weigel), που επέστρεφε απεγνωσμένα προς το τέρμα, και βγήκε έξω. Θα ήταν ένας υπέροχο τέρμα! Αλλά, το αριστούργημα έμεινε στο «σχεδόν»!…

Brazil team line up: (l-r) Carlos Alberto, Brito, Gerson, Piazza, Everaldo, Tostao, Clodoaldo, Rivelinho, Pele, Jairzinho, Felix

Η Βραζιλία και η Ιταλία, τότε δύο φορές Παγκόσμιοι Πρωταθλητές εκάστη, αγωνίστηκαν για την οριστική κατοχή του «Τροπαίου Ζιλ Ριμέ» (Jules Rimet Trophy) στις 21 Ιουνίου του 1970, στο στάδιο «Αζτέκα» μπροστά σε περισσότερους από 100.000 ανθρώπους. Ήταν το τέλειο παιχνίδι για να κλείσει ένα τέλειο Κύπελλο, με -ίσως- το Καλύτερο Τεχνικό Επίπεδο Όλων των Εποχών! Αλλά, η Βραζιλία δεν υπολόγισε ότι ήταν ένας τελικός, αφού «φαινόταν» να μη δίνει σημασία τους Ιταλούς παρουσιάζοντας ένα επιδεικτικό, χαρούμενο, ακριβές, γρήγορο, κομψό, όμορφο ποδόσφαιρο! Η «σελεσάο» άνοιξε το σκορ με ένα υπέροχο γκολ του Πελέ, κεφαλιά, αφού ανέβηκε σχεδόν ένα μέτρο για να σκοράρει: 1-0, το οποίο ήταν και το 100ο γκολ της «σελεσάο» σε Παγκόσμια Κύπελλα!

Pele scores the opening goal in the 18th minute of Brazil’s 4-1 win over Italy in the 1970 World Cup final in Mexico City. AP

Η Ιταλία ισοφάρισε με τον Ρομπέρτο Μπονινσένια (Roberto Boninsegna). Αλλά στο δεύτερο ημίχρονο, η Βραζιλία έδωσε το σόου της. Ο Ζέρσον έκανε το 2-1 με σουτ από το χρυσό αριστερό του πόδι. Το τρίτο ήρθε μετά από μια ακριβή πάσα του Ζέρσον στον Πελέ, ο οποίος έβγαλε ελεύθερο τον Ζαϊρζίνιο να σκοράρει το 6ο του γκολ στη διοργάνωση. Το τελευταίο γκολ ήταν απλά ένα αριστούργημα ποδοσφαιρικής τέχνης και συλλογικότητας, αφού ξεκίνησε από την άμυνα, με τον Κλοντοάλντο να ντριμπλάρει 4 Ιταλούς παίκτες και να δίνει αριστερά για τον Ριβελίνο, αυτός την έδωσε στον Ζαϊρζίνιο που ντρίμπλαρε τον Τζιασίντο Φακέτι (Giacinto Facchetti) και πάσαρε στον Πελέ. Ο «Βασιλιάς», χωρίς να κοιτάξει, κατάλαβε την κούρσα από δεξιά του Κάρλος Αλμπέρτο (Carlos Alberto “Capita” Torres). Με μια «ήσυχη» πάσα έδωσε σ’ ένα από τα  Καλύτερα δεξιά μπακ της ιστορίας να χρηστεί σκόρερ σε τελικό Παγκοσμίου Κυπέλλου: 4-1. Το στάδιο τρελάθηκε, η Βραζιλία τρελάθηκε, ο κόσμος τρελάθηκε: η Βραζιλία ήταν για τρίτη φορά Παγκόσμια Πρωταθλήτρια ποδοσφαίρου! Το ποδόσφαιρο, εκείνο το απόγευμα, δεν ήταν ποτέ τόσο ενθουσιασμένο και χαρούμενο. Και ο Πελέ στέφθηκε σίγουρα ως ο Καλύτερος Ποδοσφαιριστής Όλων των Εποχών, με σουτ, παιχνίδια, πάσες και γκολ που τον έκαναν αιώνιο στο άθλημα και στη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων!

Μετά την τελική στέψη στο Μεξικό, το 1971 ήταν μια χρονιά δακρύων για τον βασιλιά, αλλά καλά δάκρυα. Αποχαιρέτησε την εθνική ομάδα της Βραζιλίας στις 18 Ιουλίου του 1971 μετά από αιτήματα για «… “παραμονή!” και “μείνε!”» περίπου 140.000 ανθρώπων για περισσότερα από είκοσι λεπτά στην ισοπαλία 2-2 εναντίον της Γιουγκοσλαβίας, στο «Μαρακανά». Ο βασιλιάς έκλαψε πολύ, αλλά ήξερε ότι ήταν η ώρα να κάνει χώρο για νέους παίκτες στην εθνική ομάδα, δηλώνοντας ότι «… είναι καλύτερα να σταματήσω τώρα που βρίσκομαι στο απόγειο της φόρμας μου». Οι προσπάθειές να σκοράρει δεν «καρποφόρησαν». Στη λήξη του ημιχρόνου (δεν αγωνίστηκε στο δεύτερο), έβγαλε τη φανέλα του, την έσφιξε στη δεξιά γροθιά του και έκανε το γύρο του θριάμβου στον στίβο του «Μαρακανά». Ένα τεράστιο πανό που ξεδιπλώθηκε στην κερκίδα έγραφε «Να ζήσει ο Βασιλιάς». Μία εβδομάδα νωρίτερα, είχε σημειώσει το τελευταίο διεθνές του γκολ σε φιλική συνάντηση με την Αυστρία στο Σάο Πάολο (1–1) μπροστά σε 125.000 θεατές. Συμμετείχε σε 92 επίσημους αγώνες της «σελεσάο», σημειώνοντας παράλληλα και 77 γκολ, έχοντας απολογισμό 68 νίκες, 14 ισοπαλίες και 11 ήττες (Συνολικά, 114 παιχνίδια για την «σελεσάο» με 95 γκολ, κατά μέσο όρο 0,83 γκολ ανά παιχνίδι). Η επίδοση των 77 διεθνών τερμάτων είναι εθνικό ρεκόρ και ηπειρωτικό ρεκόρ (CONMEMBOL) και στην εποχή του ήταν η δεύτερη καλύτερη επίδοση στον κόσμο μετά τα 84 γκολ του Φέρεντς Πούσκας (Ferenc Puskás). Πέτυχε 7 χατ-τρικ ισοφαρίζοντας την επίδοση του Ούγγρου Σάντορ Κότσις (Sándor Kocsis -δεύτερη καλύτερη στον κόσμο). Παίζοντας μαζί Πελέ και Γκαρίντσα, η Βραζιλία δεν γνώρισε ποτέ την ήττα (40 αγώνες, 36 νίκες, 4 ισοπαλίες). Έπαιξε 14 παιχνίδια Παγκοσμίου Κυπέλλου και σημείωσε 12 γκολ, κατά μέσο όρο 0,86 γκολ ανά παιχνίδι. Επίσης το 1971, έπαιξε το 1000ο παιχνίδι στην καριέρα του, στο Σουρινάμ σε ένα φιλικό της Σάντος με την Τρανσβάλ. Τα «Ψάρια» κέρδισαν με 3-0, με γκολ του Βασιλιά.

Το 1974, έχοντας κατακτήσει το τελευταίο του «Καμπεονάτο Παουλίστα» με τη Σάντος το 1973, ο Πελέ αποφάσισε να δεχτεί μια περιπέτεια στις ΗΠΑ και να παίξει για τον Κόσμο της Νέας Υόρκης. Το αποχαιρετιστήριο παιχνίδι του βασιλιά ήταν στο «Βίλα Μπελμίρο», εναντίον της Πόντε Πρέτα, με νίκη 2-0, χωρίς να σκοράρει. Σε κάποιο σημείο του παιχνιδιού, πήρε την μπάλα, την έδωσε στον διαιτητή, γονάτισε στο κέντρο του γηπέδου, άνοιξε τα χέρια του και γύρισε στις τέσσερις πλευρές του γηπέδου, ως μία ευχαριστία σε όλους και όλα για τις τεράστιες δόξες που του έδωσε το πιο διάσημο χωριό του κόσμου! Για άλλη μια φορά, ο συναισθηματικός Πελέ έκλαψε, καθώς δέχθηκε τα δώρα του συλλόγου και των οπαδών της Σάντος, που χρειάστηκαν σχεδόν τρεις δεκαετίες για να δουν την ομάδα του να επιστρέφει ξανά στη κορυφή της χώρας και της ηπείρου! Η ιστορία που χτίστηκε με την ολόλευκη εμφάνιση της Σάντος, στα πιο διαφορετικά γήπεδα του πλανήτη για 18 χρόνια, 6 μήνες και 26 ημέρες τελείωσε τότε! Έπαιξε σε 1.116 παιχνίδια για τη Σάντος και σημείωσε 1.091 γκολ, κατά μέσο όρο 0,98 γκολ ανά παιχνίδι, όντας -φυσικά- ο Κορυφαίος Σκόρερ στην ιστορία της Σάντος. Ήταν 9 φορές ΔΙΑΔΟΧΙΚΆ Πρώτος Σκόρερ του «Καμπεονάτο Παουλίστα»: 1957 (17 γκολ), 1958 (58 γκολ – ρεκόρ), 1959 (45 γκολ), 1960 (33 γκολ), 1961 (47 γκολ), 1962 (37 γκολ), 1963 (22 γκολ), 1964 (34 γκολ), 1965 (49 γκολ), σύνολο 342 γκολ, ενώ ήταν ο Κορυφαίος σε ακόμη δύο: 1969 (26 γκολ) και 1973 (11 γκολ), με συνολικά -ένα ρεκόρ- 379 γκολ! Πέτυχε 49 γκολ σε παιχνίδια με την Κορίνθιανς, τον «αγαπημένο» αντίπαλό!

Το 1975, ήδη 35 ετών, δεν είχε πλέον το σθένος των προηγούμενων ετών, αλλά εξακολουθούσε να κάνει «ζημιές», πράγματα που χαρακτήρισαν τη καριέρα του. Σκόραρε αρκετά γκολ, έκανε παιχνίδια που μάγεψαν τους Αμερικανούς και βοήθησαν να φυτέψει εκεί τον σπόρο του ποδοσφαίρου, εκτός που «άνοιξε τις πόρτες» για αρκετούς άλλους συναδέλφους του παγκοσμίως να τολμήσουν και να κερδίσουν σεβαστές χρηματικές αποζημιώσεις, παίζοντας στις ΗΠΑ. Το 1977, ο Πελέ βοήθησε τον Κόσμο να κερδίσει το πρωτάθλημα της Βορειοαμερικάνικης Λίγκας εκείνης της χρονιάς, που ήταν και το τελευταίο του ως ποδοσφαιριστής! Την 1η Οκτωβρίου του 1977, έπαιξε τον τελευταίο του αγώνα με τον Κόσμο, αποχαιρετώντας οριστικά και την ενεργό δράση, σε ένα φιλικό εναντίον της Σάντος. Ο Βασιλιάς έπαιξε από ένα ημίχρονο για κάθε ομάδα και σκόραρε ένα γκολ για τον Κόσμο, από φάουλ, στη νίκη της αμερικανικής ομάδας με 2-1. Ο κόσμος του ποδοσφαίρου, αποχαιρέτησε τον μεγαλύτερο μύθο του αθλήματος και τον αθλητή που επανεφηύρε το ποδόσφαιρο στο σύνολό του!

Αφού κρέμασε τα παπούτσια του, διαχειρίστηκε την οικονομική και προσωπική του ζωή με την ίδια σύνεση των ποδοσφαιρικών ημερών του, πηγαίνοντας αντίθετα με πολλούς από τους συμπαίκτες του, οι οποίοι δεν πλούτισαν και έζησαν ακόμη και στη δυστυχία και τη λήθη (π.χ. ο Γκαρίντσα). Χωρίς κακίες και απορρίψεις,  πάντα με χαρά, συμμετείχε σε διαφημίσεις, δημιούργησε εταιρείες, κυκλοφόρησε δίσκους (!) και ενήργησε σε εκατοντάδες διαφημίσεις και ενέργειες μάρκετινγκ, διαιωνίζοντας την εικόνα του στα γήπεδα. Έγινε πρεσβευτής του ΟΗΕ και της UNICEF, αργότερα εξελέγη βουλευτής και έγινε υπουργός αθλητισμού, περνώντας νόμο που έδινε μεγαλύτερα δικαιώματα στους ποδοσφαιριστές. Πρωταγωνίστησε και στην ταινία του Τζον Χιούστον (John Huston) «Η απόδραση των 11» (Escape to Victory)! Κατά τη διάρκεια της καριέρας του, ήταν για μεγάλο χρονικό διάστημα ο Καλύτερα Αμειβόμενος Αθλητής στον κόσμο! Κατέχει τους τίτλους «Ποδοσφαιριστής του Αιώνα» από τη ΦΙΦΑ, «Αθλητής του Αιώνα» από την Ολυμπιακή Επιτροπή και είναι μέλος του διεθνούς ποδοσφαιρικού Hall of Fame! To 1999 εξελέγη «Ποδοσφαιριστής του Aιώνα» μετά από ψηφοφορία των νικητών (1956-1999) της «Χρυσής Μπάλας» του περιοδικού «France Football». Το 2000, στην ψηφοφορία της ΦΙΦΑ «Football family» και των αναγνωστών του περιοδικού «FIFA Magazine», ήρθε πρώτος με 72% των ψήφων, ενώ αντίθετα στη παγκόσμια δημοσκόπηση της ΦΙΦΑ στο Διαδίκτυο, ήρθε δεύτερος με 18%, καθώς πρώτος με 53,60%, ήρθε ο Ντιέγκο Μαραντόνα (Diego Armando Maradona).  Στην ψηφοφορία των ειδικών αθλητικογράφων, ο Πελέ ήταν πρώτος με 1.705 πόντους, και δεύτερος ο Γιόχαν Κρόιφ (Hendrik Johannes “Johan” Cruyff) με 1.303. Σε Ψηφοφορία στη Βραζιλία για τον καλύτερο ποδοσφαιριστή του αιώνα ήρθε πρώτος, με δεύτερο τον Γκαρίντσα.

Η ιστορία του Πελέ είναι πλούσια, απέραντη και εντυπωσιακή. Υπήρξε ένας παίκτης που ξεπέρασε τα εμπόδια του χρόνου και που γεννήθηκε για να παίξει ποδόσφαιρο, να δώσει θέαμα, να ανοίξει δρόμους. Ο Πελέ ήταν ένας αυτοδίδακτος αθλητής, ο οποίος ήξερε τι να κάνει με την μπάλα ακόμα και χωρίς να έχει χρόνο να προπονείται. Έπαιζε ως δεύτερος επιθετικός, γνωστός και ως οργανωτής. Είχε τον έλεγχο, την έκρηξη, την ακρίβεια στα σουτ (και με τα δύο πόδια), τις κεφαλιές και τις πάσες. Η τεχνική κατάρτιση και η αθλητικότητά του έχουν επαινεθεί παγκοσμίως και κατά τη διάρκεια της καριέρας του ήταν γνωστός για την άριστη ντρίμπλα, πάντα προς τα εμπρός, χωρίς περιττές ενέργειες, την εξαιρετική του ικανότητα στο ψηλό παιχνίδι, τη δημιουργικότητά του, αλλά και τη μεγάλη του έφεση στο σκοράρισμα! Τα γκολ που σκόραρε ήταν 1.281 σε 1.363 παιχνίδια, με μέσο όρο 0.93 γκολ ανά αγώνα! Ο Πελέ ήταν, είναι και θα είναι πάντα ο «Βασιλιάς του ποδοσφαίρου».  Διαχρονικά, υπήρξαν κι άλλοι εξαιρετικοί και πολύτιμοι, μόνο όμως ο Ντιέγκο Μαραντόνα και ο Γιόχαν Κρόιφ μπορούν να τοποθετηθούν στο ίδιο επίπεδο! Ο Πελέ είναι αθάνατος, εξωγήινος, από άλλο κόσμο, όπως είπαν πολλοί. Συνάντησε Πάπες, προέδρους, έκανε τη βασίλισσα Ελισάβετ Β’ να σπάσει το πρωτόκολλο και να του ζητήσει να παίξει για την αγαπημένη της ομάδα, τη Λίβερπουλ, σταμάτησε πολέμους, αγαπήθηκε (σχεδόν) από όλους τους οπαδούς της χώρας, και μετέτρεψε έναν απλό σύλλογο σε μια ποδοσφαιρική δύναμη. Το 1981  εξελέγη από δημοσιογράφους από όλο τον κόσμο ως «Αθλητής του 20ου αιώνα», το σημαντικότερο και επιβλητικό βραβείο του, γεγονός που τον έκανε τον μεγαλύτερο μύθο του παγκόσμιου αθλητισμού και τοποθέτησε οριστικά τη Βραζιλία ως «το πιο ποδοσφαιρικό έθνος του πλανήτη»!

Ο «Βασιλιάς», σύμφωνα με κάποιες προσωπικότητες:

  • «Το πιο όμορφο γκολ που πέτυχα, βγήκε από μια ομαδική προσπάθεια με τη Σελέστ και το βαφτίσαμε “Έντσον”» – Ντοντίνιο, ο πατέρας του Πελέ.
  • «Πριν από το παιχνίδι, είπα στον εαυτό μου ότι είναι φτιαγμένος από σάρκα και αίμα όπως όλοι οι άλλοι. Έκανα λάθος!…» – Ταρτσίσιο Μπούρνιτς (Tarcisio Burgnich), Ιταλός αμυντικός που τον μάρκαρε στον τελικό του 1970
  • «Ονομάζομαι Ρόναλντ Ρίγκαν, είμαι ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών. Αλλά δεν χρειάζεται να συστηθείς, γιατί όλοι ξέρουν ποιος είναι ο Πελέ» – Ρόναλντ Ρίγκαν (Ronald Wilson Reagan), πρώην Πρόεδρος των ΗΠΑ
  • «Το δύσκολο, το εξαιρετικό δεν είναι να σκοράρεις χίλια γκολ, όπως ο Πελέ. Είναι ένα γκολ σαν του Πελέ» – Κάρλος Ντράμοντ ντε Αντράντε (Carlos Drummond de Andrade), Βραζιλιάνος ποιητής.
  • «Ο καλύτερος παίκτης στην ιστορία ήταν ο Ντι Στέφανο, γιατί αρνούμαι να κατατάξω τον Πελέ ως παίκτη. Ήταν υπεράνω» – Φέρεντς Πούσκας αρχηγός και είδωλο της εθνικής ομάδας της Ουγγαρίας τη δεκαετία του 1950.
  • «Σε ορισμένες χώρες, οι άνθρωποι ήθελαν να τον αγγίξουν, σε άλλες ήθελαν να τον φιλήσουν. Σε άλλες φιλούσαν ακόμη και το έδαφος που πάτησε. Νόμιζα ότι όλα αυτά ήταν υπέροχα, απλά υπέροχα» – Κλοντοάλντο, είδωλο της Σάντος και συμπαίκτης του στη «σελεσάο» του 1970
  • «Μετά το πέμπτο γκολ, ακόμα κι εγώ ήθελα να τον χειροκροτήσω» – Σίγκε Πάρλινγκ (Sigge Parling) Σουηδός αμυντικός, αντίπαλος στον τελικό του 1958.
  • «Έφτασα ελπίζοντας να σταματήσω έναν σπουδαίο παίκτη, αλλά έφυγα πεπεισμένος ότι με πάτησε κάποιος που δεν γεννήθηκε στον ίδιο πλανήτη με εμάς» – Κόστα Περέιρα (Alberto da Costa Pereira), τερματοφύλακας της Μπενφίκα, στην ήττα με 5-2 το 1962 στη Λισαβόνα.
  • «Όταν είδα τον Πελέ να παίζει, είχα την αίσθηση ότι έπρεπε να κρεμάσω τα παπούτσια μου» – Ζιστ Φοντέν, είδωλο της εθνικής ομάδας της Γαλλίας
  • «Ο Πελέ ήταν ένας από τους λίγους που αντέκρουσαν τη θεωρία μου: αντί για 15 λεπτά δημοσιότητας, θα είναι 15 αιώνες» – Άντι Γουόρχολ (Andy Warhol), Αμερικανός ζωγράφος και σκηνοθέτης.
  • «Μπορεί να έχεις δίκιο, αλλά δεν ξέρεις τίποτα από ποδόσφαιρο!… και είδα τον Πελέ να παίζει» – Ο Βιθέντε Φεόλα, προπονητής της «σελεσάο», στον ψυχολόγο που δήλωσε ότι ο Πελέ ήταν πολύ νέος για να παίξει στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1958.
  • «Ο Πελέ ήταν ο μόνος ποδοσφαιριστής που ξεπέρασε τα φράγματα της λογικής» – Γιόχαν Κρόιφ, ο μεγαλύτερος παίκτης στην ιστορία του ευρωπαϊκού/ολλανδικού ποδοσφαίρου και ένας από τους πέντε μεγαλύτερους όλων των εποχών.
  • «Το μεγάλο του μυστικό ήταν ο αυτοσχεδιασμός, αυτά που έκανε από το τίποτα. Είχε μια εξαιρετική αντίληψη για το ποδόσφαιρο» – Κάρλος Αλμπέρτο Τόρες, συμπαίκτης στη Σάντος, αρχηγός της «σελεσάο» του 1970.
  • «Μερικές φορές έχω την αίσθηση ότι το ποδόσφαιρο εφευρέθηκε για αυτόν τον φανταστικό παίκτη»Σερ Μπόμπι Τσάρλτον ([Sir] Bobby Charlton), είδωλο της εθνικής ομάδας της Αγγλίας.
  • «Πώς γράφεται ο Πελέ;» – «Εύκολο, ΘΕΟΣ» – Μάλκολμ Άλισον & Πατ Κρέραντ: – Βρετανοί τηλεοπτικοί σχολιαστές κατά τη διάρκεια του Παγκοσμίου Κυπέλλου 1970.

Προσωπικές διακρίσεις

  • Καλύτερος Νέος Παίκτης Διοργάνωσης Παγκοσμίου Κυπέλλου: 1958
  • Δεύτερος Καλύτερος Παίκτης Διοργάνωσης Παγκοσμίου Κυπέλλου: 1958
  • Δεύτερος Σκόρερ Διοργάνωσης Παγκοσμίου Κυπέλλου: 1958
  • Μέλος Ιδανικής 11άδας Διοργάνωσης Παγκοσμίου Κυπέλλου: 1958
  • Καλύτερος Παίκτης Copa America: 1959
  • Πρώτος Σκόρερ Copa América: 1959
  • Ιππότης της Γαλλικής Λεγεώνας της Τιμής: 1963
  • Ξίφος του ποδοσφαίρου επί Τιμή, που δίνεται από το αγγλικό ποδόσφαιρο σε ετήσια βάση. Το σπαθί είναι χειροποίητο από τους κατασκευαστές όπλων της Βασίλισσας. Ήταν ο πρώτος μη-Βρετανός που έλαβε αυτό το βραβείο: 1966
  • Καλύτερος Παίκτης Διοργάνωσης Παγκοσμίου Κυπέλλου: 1970
  • Μέλος Ιδανικής 11άδας Διοργάνωσης Παγκοσμίου Κυπέλλου: 1970
  • Παγκόσμια Αθλητική Προσωπικότητα της Χρονιάς από το BBC: 1970
  • Βραβείο της Γαλλικής Ακαδημίας των Σπορ, βραβείο που δίνεται σε έναν παίκτη από ένα ομαδικό άθλημα για πρώτη φορά: 1971
  • Κόκκινο Μετάλλιο της Πόλεως του Παρισιού: 1971
  • Ποδοσφαιριστής της Χρονιάς για τη Νότια Αμερική: 1973
  • Αθλητής του Αιώνα, από τους δημοσιογράφους σε παγκόσμια κλίμακα, σε δημοσκόπηση της γαλλικής εφημερίδα «L’Equipe»: 1981
  • Μετάλλιο της Τιμής FIFA: 1984
  • Εισαγωγή στο American National Soccer Hall of Fame το 1993
  • Μέλος Ιδανικής 11άδας Παγκοσμίου Κυπέλλου Όλων των Εποχών: 1994
  • Ιππότης του Τάγματος της Τιμής της Βρετανικής Αυτοκρατορίας: 1997
  • Μέλος Παγκόσμιας Ομάδας του 20ου Αιώνα: 1998
  • Αθλητής του 20ουΑιώνα, από το Πρακτορείο Ειδήσεων «Reuters»: 1999
  • Αθλητής του Αιώνα, από τη Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή: 1999
  • Ποδοσφαιριστής του Aιώνα, από τους νικητές της Χρυσής Μπάλας του περιοδικού «France Football»: 1999
  • Ποδοσφαιριστής του αιώνα από τη UNICEF: 1999
  • Ποδοσφαιριστής του Αιώνα, από τη Διεθνή Ομοσπονδία Ιστορίας και Στατιστικής του Ποδοσφαίρου: 1999
  • Ποδοσφαιριστής του Αιώνα στη Νότια Αμερική, από τη Διεθνή Ομοσπονδία Ιστορίας και Στατιστικής Ποδοσφαίρου: 1999
  • Ένας Από τους 100 πιο Σημαντικούς Ανθρώπους του 20ου αιώνα του περιοδικού TIME: 1999
  • Laureus World Sports Awards Lifetime Achievement Award από τον Πρόεδρο της Νοτίου Αφρικής Νέλσον Μαντέλα: 2000
  • Παίκτης του Αιώνα από τη FIFA: 2000
  • Ποδοσφαιριστής του Αιώνα, από τους αναγνώστες του περιοδικού «World Soccer»: 2000
  • Μέλος Ονειρώδους 11άδας Παγκοσμίου Κυπέλλου Όλων των Εποχών: 2002
  • Βραβείο Εκατονταετίας FIFA: 2004
  • Αθλητική Προσωπικότητα Όλων των Εποχών από το BBC: 2005
  • Καλύτερος Ποδοσφαιριστής που Έπαιξε Ποτέ το Παιχνίδι «Χρυσή Πατούσα»: 2012
  • Τιμητική διάκριση από το Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου, για την «σημαντική συμβολή στις ανθρωπιστικές και περιβαλλοντικές αξίες, καθώς και τις αθλητικές επιδόσεις του»: 2012
  • Χρυσή Μπάλα ΦΙΦΑ επί Τιμή: 2013
  • Μέλος Καλύτερης 11άδας Όλων των Εποχών του περιοδικού «World Soccer»: 2013
  • Μέλος Ονειρώδους 11άδας από τους νικητές της Χρυσής Μπάλας του περιοδικού «France Football»: 2002

Προσωπικά ρεκόρ

  • Πρώτος Σκόρερ της εθνικής Βραζιλίας: 77 γκολ
  • Πρώτος Σκόρερ Διηπειρωτικού Κυπέλλου: 7 γκολ
  • Παγκόσμιο ρεκόρ στον αριθμό των χατ-τρικ: 92
  • Ο πιο επιτυχημένος Σκόρερ σε Κορυφαία Κατηγορία, σύμφωνα με τη Διεθνή Ομοσπονδία Ιστορίας και Στατιστικής του Ποδοσφαίρου: 541 γκολ
  • Βραβείο Γκίνες: 1.283 γκολ σε 1.363 αγώνες
  • Βραβείο Γκίνες: Περισσότερα μετάλλια Παγκοσμίου Κυπέλλου: 3
  • Νεότερος σκόρερ στο Παγκόσμιο Κύπελλο: 17 χρονών και 239 ημερών (Βραζιλία – Ουαλία το 1958)
  • Νεότερος παίκτης που πετυχαίνει χατ-τρικ στο Παγκόσμιο Κύπελλο: 17 χρονών και 244 ημερών (Βραζιλία – Γαλλία, 1958)
  • Νεότερος παίκτης που έπαιξε σε τελικό Παγκοσμίου Κυπέλλου: 17 χρονών και 249 ημερών (Βραζιλία – Σουηδία 1958)
  • Νεότερος σκόρερ σε τελικό Παγκοσμίου Κυπέλλου: 17 χρονών και 249 ημερών (Βραζιλία – Σουηδία 1958)
  • Νεότερος νικητής του Παγκοσμίου Κυπέλλου της FIFA: 17 χρονών το 1958
  • Η αντιστοιχία των 40 επισήμων τροπαίων τον κάνει τον παίκτη με τους περισσότερους τίτλους καριέρας στην ιστορία του ποδοσφαίρου. Συνολικά κατέκτησε 57

Βλογημένος

Σχολιασμός

Κοινοποιήστε το: