Αρχική Σέρτζιο Κονσεϊσάο Ι Βλογημένος

Σέρτζιο Κονσεϊσάο Ι Βλογημένος

Ο Πορτογάλος ακραίος επιθετικός Σέρτζιο Κονσεϊσάο (Sérgio Paulo Marceneiro da Conceição), γεννήθηκε στις 15 Νοεμβρίου του 1974, στην Κοΐμπρα της κεντρικής Πορτογαλίας. Γνωστός για την ταχύτητα του και τη δύναμή του, σε συνδυασμό με την καλή του ντρίμπλα, την άψογη μεταβίβαση και την αρκετά ακριβή πάσα του, έπαιξε για 10 διαφορετικές ομάδες, σε 5 χώρες.
Έχοντας αποκτήσει τη διεθνή αναγνώριση με την Πόρτο, μετακόμισε στην Ιταλία, όπου αγωνίστηκε για τρεις συλλόγους. Έχει συγκεντρώσει το σύνολο των 97 παιχνιδιών και των 13 γκολ στη πορτογαλική Πριμέιρα Λίγκα κατά τη διάρκεια 4 σεζόν, προσθέτοντας 136 αγώνες και 13 γκολ στην ιταλική Serie A. Έχοντας κερδίσει πάνω από 50 διεθνείς συμμετοχές για την Πορτογαλία, την αντιπροσώπευε στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1998 και το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 2000. Το 2012, άρχισε να εργάζεται ως προπονητής.
Ξεκίνησε την καριέρα του, το 1986, παίζοντας στις ακαδημίες του συλλόγου της ιδιαίτερης πατρίδας του, την Ακαντέμικα. Επαγγελματικά, ξεκίνησε στην Β’ κατηγορία, το 1993, αγωνιζόμενος διαδοχικά για την Πεναφιέλ, την Λέσα και την Φελγκουέιρας, πριν μετακομίσει στην Πόρτο το 1996. Έκανε 2 εξαιρετικές περιόδους στο μεγάλο λιμάνι, κατακτώντας 2 πρωταθλήματα, ένα κύπελλο και ένα Σούπερ Καπ Πορτογαλίας.

Το 1998 μεταγράφηκε στην Ιταλία, για λογαριασμό της Λάτσιο και έπαιξε σημαντικό ρόλο στην κατάκτηση του Κυπέλλου Κυπελλούχων της περιόδου 1998/99. Παράλληλα, κατέκτησε το πρωτάθλημα, δυο κύπελλα Ιταλίας, ένα ιταλικό και ένα ευρωπαϊκό Σούπερ Καπ. Μετά από 2 χρόνια, τον Ιούλιο του 2000, μαζί με τον Ματίας Αλμέιδα (Matías Almeyda), παραχωρήθηκαν στην Πάρμα, ως αντιστάθμισμα στην μεταγραφή του Ερνάν Κρέσπο
(Hernán Crespo). Μετά από ένα χρόνο, μεταγράφηκε κατά τον ίδιο τρόπο, ως αντάλλαγμα για την μεταγραφή του Σεμπαστιάν Φρέι (Sébastien Frey), από την Ίντερ. Μετά από δύο περιόδους και μια σχετικά καλή παρουσία, θα ξαναγυρίσει στην Λάτσιο, απ’ όπου, προς το τέλος της περιόδου 2003/04 θα επιστρέψει στην Πόρτο, κατακτώντας το 3ο πορτογαλικό πρωτάθλημα της καριέρας του.
Το καλοκαίρι του 2004, υπέγραψε στη βελγική Σταντάρ Λιέγης, σε μια συμφωνία ενός έτους με προοπτική ανανέωσης. Κέρδισε το βελγικό Χρυσό Παπούτσι ως Καλύτερος Παίκτης της Χρονιάς στην πρώτη του σεζόν. Ωστόσο, τον Μάρτιο του 2006, του επιβλήθηκε τριετής τιμωρία επειδή έφτυσε αντίπαλο και επιτέθηκε σε διαιτητή. Εξέτισε τους τους πρώτους 4.5 μήνες και ανεστάλη το υπόλοιπο λόγω καλής συμπεριφοράς.
Την σεζόν 2006/07 απέτυχε να κατακτήσει κάποιον τίτλο με την Σταντάρ, τερματίζοντας 2ος στο πρωτάθλημα και χάνοντας τον τελικό του κυπέλλου. Αποφάσισε να μετακομίσει στο Κουβέιτ για λογαριασμό της Κουάντσια για ένα μάλλον προσοδοφόρο συμβόλαιο. Τον Ιανουάριο του 2008, μετά από αποτυχημένες διαπραγματεύσεις με πορτογαλικούς συλλόγους, συμφώνησε με τον ΠΑΟΚ, υπογράφοντας ένα συμβόλαιο 18 μηνών, που αποδόθηκε, κατά κύριο λόγο στον Ζήση Βρύζα, τότε διευθυντή του συλλόγου και στη παρουσία του συμπατριώτη του Φερνάντο Σάντος (Fernando Manuel Fernandes da Costa Santos) στον πάγκο. Στην Θεσσαλονίκη λατρεύτηκε και παρ’ όλη την αγωνιστική απραξία του δόθηκε η φανέλα με το № 7, του τότε προέδρου, Θοδωρή Ζαγοράκη.
Την περίοδο 2008/09, προήχθη σε αρχηγό της ομάδας. Μαζί με τον συμπατριώτη Βιερίνια (Adelino André Vieira de Freitas, ‘’Vieirinha’’) ήταν από τους κορυφαίους της ομάδας και σταδιακά έγινε ο αγαπημένος της εξέδρας για την αφοσίωσή του στο σύλλογο. Ωστόσο, κατά την έναρξη της περιόδου 2009/10 ταλαιπωρήθηκε ιδιαίτερα από τραυματισμούς στο γόνατο, πραγματοποιώντας ελάχιστες εμφανίσεις. Στις 13 Οκτωβρίου του 2009, ανακοίνωσε την απόφασή του να αποσυρθεί από το επαγγελματικό ποδόσφαιρο, συνεχίζοντας να εργάζεται για τον Δικέφαλο του Βορρά, ως τεχνικός διευθυντής, αποδεχόμενος την πρόταση του Ζήση Βρύζα. Μια θέση που ο ίδιος άφησε κενή, αφού ανέλαβε την προεδρία του συλλόγου.
Αγωνίστηκε 56 φορές με την εθνική ομάδα και σκόραρε 12 γκολ. Το ντεμπούτο του έγινε στις 9 Νοεμβρίου του 1996 στη νίκη 1-0 επί της Ουκρανίας για τα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1998. Στο τελευταίο διεθνές παιχνίδι του ήταν σε μια φιλική ήττα 0-3 από την Ισπανία, στις 6 Σεπτεμβρίου του 2003. Η μεγαλειώδης εμφάνιση, που σημάδεψε την καριέρα του με τα εθνικά χρώματα, έγινε στο Euro του 2000. Η Πορτογαλία έφτασε στους ημιτελικούς με σημαντική συμβολή από αυτόν, όταν στον 3ο και τελευταίο αγώνα της φάσης των ομίλων, εναντίον της κατόχου του τίτλου, Γερμανίας στο Ρότερνταμ, πέτυχε χατ-τρικ.
Μετέπειτα ασχολήθηκε με την προπονητική, αναλαμβάνοντας μέλος του τεχνικού τιμ της Σταντάρ Λιέγης. Από το 2012 έως και σήμερα έχει διατελέσει προπονητής σε συλλόγους της πατρίδας του, μεταξύ των οποίων και η Ακαντέμικα.

Βλογημένος

Σχολιασμός

Κοινοποιήστε το: