Αρχική Σήμερον κρεμάται επί ξύλου! | Το κλεμμένο smart της Σαλονίκης

Σήμερον κρεμάται επί ξύλου! | Το κλεμμένο smart της Σαλονίκης

Σήμερον κρεμάται επί ξύλου! 

Μεγάλη Παρασκευή είναι ημέρα πένθους και απόλυτης αργίας για τη χριστιανοσύνη. Είναι η μέρα που γίνεται η κορύφωση του Αγίου δράματος.δηλαδή κορυφώνονται τα πάθη και γίνεται η σταύρωση του Χριστού το ξημέρωμα της ίδιας ημέρας.

Ο Χριστός, μετά τη σύλληψη του στο όρος των Ελαιών, δικάστηκε και καταδικάστηκε από τους αρχιερείς. Η δίκη ήταν τυπική αφού η ετυμηγορία είχε από πριν προαποφασιστεί. Ήθελαν το θάνατό του. Επειδή όμως δεν είχαν την απόλυτη εξουσία, έπρεπε η απόφαση να επικυρωθεί από τον Ρωμαίο διοικητή.

Τον καιρό εκείνο διοικητής στην Ιερουσαλήμ ήταν ο Πιλάτος.σε αυτόν σύρθηκε ο Ιησούς ενώ τα πλήθη μετά από την παρότρυνση των αρχιερέων φώναζαν ζητώντας τη σταύρωση του. Τότε υπήρχε το έθιμο την ημέρα του εβραϊκού Πάσχα οι Ρωμαίοι να απελευθερώνουν έναν εβραίο. Ο Πιλάτος θέλοντας να μην έχει την ευθύνη από τη σταύρωση του Ιησού, αφού δεν βρήκε κάτι εναντίον του, ζήτησε από το πλήθος να διαλέξει ποιον να ελευθερώσει. Τον θεάνθρωπο η τον βαραβα;

εδώ πρέπει να πούμε πως ο Πιλάτος προσπάθησε να επηρεάσει θετικά το πλήθος ώστε να αποφευχθεί η εκτέλεση του Ιησού. Όμως το πλήθος ήταν ανένδοτο, επιμένοντας στη σταύρωση του. Στο ευαγγέλιο του Ματθαίου αναφέρεται πως ο Πιλάτος πλένει τα χέρια του λέγοντας.: Είμαι αθώος από το αίμα του δικαίου. Σε σας ας πέσει το κρίμα. Και ο λαός απάντησε: το αίμα αυτό ας πέσει πάνω σε μας και πάνω στα παιδιά μας.

Στο ευαγγέλιο του Λουκά ο Πιλάτος εμφανίζεται ότι δεν συμφωνούσε πως ο Ιησούς συνωμοτούσε εναντίον της Ρώμης.χαρακτηριστικό είναι ότι ο ηρώδης αντίπας δεν βρήκε τίποτα συνωμοτικό στις ενέργειες του Χριστού.

Το ευαγγέλιο του Ιωάννη επίσης ο Πιλάτος λέει ότι δεν βρήκε καμία ενοχή και ζήτησε από τους Εβραίους να τον ελευθερώσει από τη φυλακή. Έπειτα όμως από την ιαχή του πλήθους: άρον άρον σταύρωσον αυτόν, ο Πιλάτος αναγκάστηκε να καταδικάσει τον κύριο.αμέσως μετά και με εντολή του Πιλάτου οδηγήθηκε ο Ιησούς την εσωτερική αυλή του πραιτωρίου, του Διοικητηρίου δηλαδή των Ρωμαίων.

Οι στρατιώτες μαστίγωναν τον Ιησού και ύστερα του έβγαλαν τα ρούχα φορώντας τον κόκκινη χλαμύδα και αγκάθινο στεφάνι στο κεφάλι. Του έδωσαν μάλιστα να κρατά ένα καλάμι σαν υποκατάστατο του Βασιλικού σκήπτρου. Άρχισαν να τον κοροϊδεύουν και να τον χτυπούν λέγοντας τον: χαίρε εσύ που είσαι ο βασιλεύς των ιουδαίων. Κι όταν βαρέθηκαν, του έβγαλαν τη χλαμύδα, του ξανά φόρεσαν τα ρούχα και τον πήγαν να τον σταυρώσουν. Μάλιστα του φόρτωσαν το βαρύ σταυρό να τον κουβαλήσει στον τόπο της σταύρωσης του πού ήταν ο Γολγοθάς, ένας λόφος λίγο έξω από την Ιερουσαλήμ. Ο Ιησούς ήταν πολύ εξαντλημένος μην μπορώντας να σηκώσει το Σταύρο.οι στρατιώτες τότε ανάγκασαν κάποιον περαστικό που τον έλεγαν Σίμωνα κυρηναίο να τον βοηθήσει να τον μεταφέρει. Πλήθος γυναικών στο δρόμο έκλαιγαν.

Στον τόπο της σταύρωσης έφεραν άλλους δύο κακούργους προκειμένου να τους σταυρώσουν μαζί του. Εκεί λοιπόν στο Γολγοθά σταύρωσαν και τους δύο ληστές, έναν αριστερά του και έναν δεξιά του. Ο Πιλάτος έβαλε τους στρατιώτες να γράψουν επάνω στο Σταυρό: Ιησούς ναζωραίος βασιλεύς των ιουδαίων.

Η σταύρωση ήταν ο μαρτυρικότερος θάνατος που μπορούσε να φανταστεί ανθρώπινο πνεύμα. Ως ταπεινωτική ποινή ήταν συνηθισμένη στους εβραίους. Εστηναν στη γη ένα σταυρό μεγάλο όπου τα πόδια του Εσταυρωμένου να φτάνουν δύο με τρεις πιθαμές πάνω από τη γη. Γυμνό τον ξάπλωναν ανάσκελα, άπλωναν τα χέρια σε ένα οριζόντιο ξύλο, καρφώνοντας με σουβλερά μεγάλα καρφιά. Ύστερα με σχοινιά ανέβαζαν το. ξύλο όσο ηθελαν πάνω σε έναν όρθιο στύλο.

Στη συνέχεια κάρφωναν τα πόδια το ένα πάνω στο άλλο με μεγάλο καρφί στο κάτω μέρος του ξύλου. Ανάμεσα στα σκέλια ή κάτω από τα πόδια έβαζαν ένα κομμάτι ξύλο πού στήριζε το σώμα, αποτρέποντας το σκίσιμο από τα καρφιά καθώς και την πτώση του Εσταυρωμένου στο έδαφος. Η αφύσικη αυτή στάση του σώματος που κρέμονταν επί ώρες από τα τρυπημένα χέρια έφερνε μεγάλη αταξία στην κυκλοφορία του αίματος, προξενούσε πολλούς πόνους, δυσκολία στην αναπνοή, ανυπόφορη δίψα χωρίς όμως και να χάνει ο βασανισμένος τις αισθήσεις του. Κρέμονταν επί δύο ή και τρεις μέρες, έβλεπε, μιλούσε, άκουγε, ένιωθε τον αργό του θάνατο ο οποίος προέρχονταν από πείνα δίψα, εξάντληση αλλά και από φρικτούς πόνους.

Ο Ιησούς πάνω στο σταυρό κάποια στιγμή είπε: Πατέρα μου, συγχώρεσέ τους δεν ξέρουν τι κάνουν. Οι στρατιώτες εντωμεταξύ έπαιζαν στα ζάρια τα ρούχα του Χριστού.το κεφάλι του Εσταυρωμένου έγινε προς τα κάτω και έβλεπε την ανθρώπινη μοχθηρή μάζα που κυμάτιζε μπροστά του, διέκρινε όλη την προστυχιά, τη χυδαιότητα, την κακία της ανθρωπότητας που για αυτήν έζησε και μόχθησε. Ανάμεσα σε όλη αυτήν την οχλοβοή ο Ιησούς σιωπούσε.

Ένας από τους Εσταυρωμένου κακούργους γύρισε προς τον χριστό Και του είπε: εάν είσαι εσύ Ο μεσσίας κατέβα κάτω από το σταυρό, σώσε τον εαυτό σου και στη συνέχεια σώσε και εμάς. Ο άλλος όμως ο ληστής είπε: καλά εσύ το Θεό δεν τον φοβάσαι; Εμείς Δίκαια τιμωρούμαστε ενώ αντίθετα αυτός δεν έκανε απολύτως τίποτα. Γύρισε στη συνέχεια προς τον κύριο Και του είπε: μισητή μου κύριε όταν έρθεις στη βασιλεία σου, εννοώντας θυμήσου με κύριε. Και ο Ιησούς του απάντησε: σε βεβαιώνω πως από σήμερα κιόλας είσαι στον παράδεισο.Ανάμεσα στο μοχθηρό πλήθος είχαν χωθεί και μερικές γυναίκες πιστές,εκείνες που από την Γαλιλαία τον είχαν ακολουθήσει και τον συνόδευαν έως το μαρτύριο του.από το φόβο όμως των ιουδαίων που καταδίωκαν τους φίλους και τους μαθητές του Ιησού δεν τολμούσαν να δείξουν φανερά την πίστη τους. Από μακριά κοιτούσαν τον Σταυρό. Μαζί τους ήταν η Μαρία η Μαγδαληνή, η Σαλώμη και η άλλη Μαρία, η γυναίκα του Κλωπά καθώς και άλλες που θρηνούσαν μυστικά κοντά στο Σταυρό ήταν και η μητέρα του Ιησού καθώς και ο αγαπημένος του μαθητής ο Ιωάννης. Όταν τους είδε, είπε: Μητέρα, να ο γιος σου. Και στον Ιωάννη είπε: Να η μητέρα σου.

Και από κείνη τη στιγμή ο Ιωάννης πήρε την Παναγία κοντά του και την φρόντιζε. Οι παριστάμενοι τον κορόιδευαν λέγοντας περιπαικτικά πώς ενώ άλλους έσωσες τώρα όμως δεν μπορείς να σώσεις τον εαυτό σου. Εάν μάλιστα όντως είσαι ο εκλεκτός του Θεού τότε κατέβα από το σταυρό για να σε πιστέψουμε. Για ώρες βασανίζονταν στο Σταυρό κάτω από τον καυτό ήλιο της Ιουδαίας ώσπου ξαφνικά ο ουρανός σκοτείνιασε.

Όσο περνούσε η ώρα το σκοτάδι πυκνωνε όλο και πιο πολύ. Το πλήθος σαστισμένο κοίτα τον μεταξύ του με έναν έκδηλο και αόρατο φόβο αλλά και δισταγμό. Μήπως τελικά εκείνος που σταύρωσαν δεν ήταν όντως ένας απλός άνθρωπος; Ο Ιησούς είχε παραδοθεί στις σκέψεις του. Για άλλες τρεις ώρες κρέμονταν σιωπηλά κάτω από τη μαυρίλα του ουρανού.

Τι να έγινε τότε στην ψυχή του μέσα; Σε ποια βάθη να κατέληγε; Σε τι κόσμο ερημιάς και σπαραγμού πλανήθηκε το πνεύμα του; Κι εκεί από τα βασανισμένα χείλη του μία φωνή βγήκε: θεέ μου θεέ μου, γιατί Με εγκατέλειψες; Κάποια στιγμή μάλιστα ζήτησε νερό και ένας στρατιώτης βουτώντας το σφουγγάρι στο ξύδι, Με τη βοήθεια ενός καλαμιού του το έφερε στο στόμα, βρέχοντας τα χείλη του. Τότε ο Χριστός, μη αντέχοντας άλλο είπε: Πατέρα σε σένα αφήνω το πνεύμα μου και γυρνώντας το κεφάλι ξεψύχησε.

Εκείνη τη στιγμή η γη κουνήθηκε, βράχοι ξεκόλλησαν και τα μνήματα άνοιξαν ξεσκεπάζοντας σώματα πεθαμένων. Το καταπέτασμα του ναού σχίστηκε από πάνω ως κάτω. Τρομάρα κατέλαβε όσους παραβρίσκονταν στο θάνατο του Ιησού.ο Ρωμαίος εκατόνταρχος που ήταν εκεί δίπλα βλέποντας όσα ακολούθησαν με το θάνατο του Ιησού ψέλλισε. Αλήθεια , πρέπει όντως να είναι ο Υιός του Θεού. Ίδιος φόβος έπιασε και τον όχλο που μετρεμουλιασμένη λαλιά τραβήξαν κατά τη χώρα κοιτάζοντας τον μαύρο ουρανό.

Μόνο οι πίστες γυναίκες και οι στρατιώτες που ήταν υποχρεωμένοι να τον φυλάνε έμειναν στον τόπο του μαρτυρίου. Η ώρα περνούσε και ο ήλιος έφτανε στη Δύση. Επειδή το Σάββατο απαγορεύονταν οι κηδείες, ο Ιωσήφ της Αριμαθαίας ζήτησε από τον πιλάτο να πάρει το σώμα του Χριστού και να το ενταφιάσει. Η άδεια του δόθηκε και μαζί με τις γυναίκες που είχαν ακολουθήσει τον οδήγησαν στον τάφο.

Ο Ιωσήφ με τον Νικόδημο τύλιξαν το κεφάλι του Ιησού με το σουδάριο. Άλειψαν το σώμα του με παχύ στρώμα από το μύρο που έφτιαξαν και αφού το ξάπλωσαν στον τάφο, κύλησαν μία πέτρα και τον έκλεισαν.

Η τελετή της αποκαθήλωσης γίνεται στις εκκλησίες μας το μεσημέρι της Μεγάλης Παρασκευής και το βράδυ της ίδιας ημέρας γίνεται η περιφορά του Επιταφίου.οι καμπάνες όλων των εκκλησιών χτυπούν πένθιμα κατά τη διάρκεια όλης της ημέρας.Η νηστεία είναι αυστηρότατη και απαγορεύεται ακόμη και το λάδι.κατά τη διάρκεια της ακολουθίας ψάλλονται τα εγκώμια σε τρεις στίχους. Είναι μικρά τροπάρια, εξόχως δημοφιλή. Τα πιο γνωστά από αυτά είναι.

Η ζωή εν τάφω, ω γλυκύ μου έαρ, οι γενναιέ πάσιν, το άξιον εστί. Παρά το γεγονός ότι η μέρα χαρακτηρίζεται από πένθος, τα εγκώμια και οι ύμνοι χαρακτηρίζονται από χαρμολύπη αφού προαναγγέλλουν την Ανάσταση. Είθισται ο λαός να λέει πως την ημέρα αυτή ο καιρός είναι μελαγχολικός, εννοώντας βροχερός χωρίς ήλιο και με ελαφρό αεράκι. Επίσης την ημέρα αυτή συνηθίζεται οι πιστοί να επισκέπτονται τους τάφους συγγενών και φίλων. Το έθιμο απαγορεύει κάθε εργασία την ημέρα αυτή. Σε πολλές περιοχές μάλιστα φτιάχνονται ομοιώματα του Ιούδα όπου μετά το πέρας της περιφοράς του Επιταφίου, παραδίδονται στην πυρά. Τα λουλούδια του επιταφίου μοιράζονται στους πιστούς οι οποίοι τα φυλούν με τη σειρά τους τις εικόνες των σπιτιών τους.

Το κλεμμένο smart της Σαλονίκης

Σχολιασμός

Κοινοποιήστε το: