Αρχική Ζίκο: O Λευκός Πελέ | Βλογημένος

Ζίκο: O Λευκός Πελέ | Βλογημένος

Συχνά αποκαλούμενος ως «Λευκός Πελέ», ήταν ένας δημιουργικός επιθετικός μέσος, προικισμένος με εξαιρετική τεχνική κατάρτιση και διορατικότητα, ενώ θεωρείται ένας από τους πιο ικανούς εκτελεστές και πασαδόρους στην ποδοσφαιρική ιστορία! Αναμφισβήτητα ο Καλύτερος Παίκτης του Κόσμου στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και στις αρχές της δεκαετίας του 1980, ο γεννημένος στις 3 Μαρτίου του 1953, στο Κουϊντίνο του Ρίο ντε Τζανέιρο Αρτούρ Αντούνες Κοΐμπρα, που όλη η ποδοσφαιρική υφήλιος γνωρίζει ως Ζίκο (Arthur Antunes Coimbra, “Zico”), θεωρείται ως ένας από τους Καλύτερους πλέι-μέικερς και εκτελεστές φάουλ Όλων των Εποχών! Το 1999, ήρθε 8ος στη ψηφοφορία της FIFA για Ποδοσφαιριστής του Αιώνα και το 2004 ονομάστηκε στον κατάλογο FIFA 100 με τους 125 Μεγαλύτερους Εν Ζωή ποδοσφαιριστές του Κόσμου, που συντάχθηκε από τον Πελέ και τα 100 Χρόνια της FIFA. Ο ίδιος ο “βασιλιάς” Πελέ τον “έχρισε” ως διάδοχο του, αφού είχε δηλώσει πως «… αν όλα αυτά τα χρόνια υπήρξε ένας παίκτης που με πλησίασε πολύ, αυτός ήταν ο Ζίκο!».

Με 48 γκολ σε 71 επίσημες διεθνείς εμφανίσεις, είναι το 5ος Υψηλότερος Σκόρερ για τη Βραζιλία. Την εκπροσώπησε στα Παγκόσμια Κύπελλα του 1978, του 1982 και του 1986. Δεν κέρδισε καμιά από αυτές τις διοργανώσεις, παρόλο που η ομάδα του 1982 θεωρείται μια από τις Μεγαλύτερες Εθνικές Ομάδες Όλων των Εποχών, ενώ ο ίδιος θεωρείται ένας από τους Καλύτερους Παίκτες στην ιστορία του ποδοσφαίρου που δεν κατέκτησε ένα Παγκόσμιο Κύπελλο. Επιλέχτηκε ως Ποδοσφαιριστής της Χρονιάς το 1981 και το 1983. Σε διάφορες ιστοσελίδες αναφέρεται ότι είναι ο παίκτης που σημείωσε τα περισσότερα γκολ από απευθείας φάουλ, με 101 γκολ, πλέον πίσω από τον Λιονέλ Μέσι. Αργότερα, ακολουθώντας καριέρα προπονητή, έχει προπονήσει την ιαπωνική εθνική ομάδα, συμμετέχοντας στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 2006 και κατακτώντας το Κύπελλο Εθνών Ασίας του 2004 και Φενέρμπαχτσε, φτάνοντας στους προημιτελικούς στο Τσάμπιονς Λιγκ του 2007/08. Τον Σεπτέμβριο του 2009, ανέλαβε τον Ολυμπιακό για να απολυθεί τέσσερις μήνες αργότερα. Για ένα σύντομο διάστημα ασχολήθηκε και με την πολιτική, διατελώντας Υπουργός Αθλητισμού της Βραζιλίας (1990).

Όπως όλοι οι κάτοικοι του πιο ποδοσφαιρικού έθνους αυτού του πλανήτη, πέρναγε τον περισσότερο από το χρόνο του στις αλάνες παίζοντας ποδόσφαιρο και ονειρευόταν πως μια μέρα θα γίνει επαγγελματίας ποδοσφαιριστής. Σε ηλικία 14 ετών, το 1967 ήταν έτοιμος να ταξιδέψει στις Ηνωμένες Πολιτείες για να δοκιμάσει την τύχη του σε ομάδες των ΗΠΑ, όπου αγωνίζονταν ήδη τα μεγαλύτερα αδέλφια του, Αντούνιες και Εντού. Ένας δημοσιογράφος, οικογενειακός φίλος της οικογένειας Κοΐμπρα όμως, έπεισε τον πατέρα του Ζίκο να τον πάει στα δοκιμαστικά της Φλαμένγκο, της οποίας ήταν οπαδός άλλωστε. Τα πράγματα πήραν το δρόμο τους: Οι προπονητές των ακαδημιών της Φλαμένγκο έχασαν το φως τους με τον κοντοστούπη Βραζιλιάνο που μιλούσε στη μπάλα και με συνοπτικές διαδικασίες τον ενέταξαν στο δυναμικό τους. Το τεχνικό τιμ της Φλαμένγκο είχε αντιληφθεί πως έχει στα χέρια του ένα ακατέργαστο διαμάντι. Δούλεψαν πολύ στην ενδυνάμωση του πιτσιρικά – άλλωστε τα τεχνικά χαρίσματα περίσσευαν – και με πολλή προπόνηση, αυστηρό διαιτολόγιο και πολύ γυμναστήριο ο Ζίκο “έχτισε” σώμα αθλητή καθώς το ύψος του (1,72) δεν βοηθούσε. Παράλληλα με το ειδικό του πρόγραμμα ο Ζίκο συμμετείχε κανονικά στις αγωνιστικές υποχρεώσεις της ομάδας των νέων: Μοίραζε και σκόραρε γκολ με το τσουβάλι και μετά από μια τετραετία (1967-1971), 116 αγώνες και 81 γκολ, ο 18χρονος πλέον Ζίκο προβιβάστηκε στην ομάδα των ανδρών της Φλαμένγκο, στην οποία έμεινε για 12 χρόνια (1971-1983), σημειώνοντας 123 γκολ στις 212 συμμετοχές του, κατακτώντας το Κόπα Λιμπερταδόρες και το Διηπειρωτικό Κύπελλο (1981) και 2 φορές το πρωτάθλημα Βραζιλίας. Τα κατορθώματα του τον οδήγησαν δικαιωματικά και στην βασική εντεκάδα της εθνικής Βραζιλίας.

Το 1983 άφησε την αγαπημένη του Φλαμένγκο σε ηλικία 24 ετών για να ταξιδέψει στην Ευρώπη για λογαριασμό της Ουντινέζε. Ο ανταγωνισμός στην Ιταλία ήταν μεγάλος – συν τοις άλλοις είχε μπροστά του τη μεγάλη Γιουβέντους του Μισέλ Πλατινί αλλά και την ανερχόμενη δύναμη, Νάπολι, του Ντιέγκο Μαραντόνα. Δεν κατάφερε να κάνει πολλά πράγματα την πρώτη χρονιά του (20 συμμετοχές – 6 γκολ), αλλά το 1984/85 έκανε πράγματα και θαύματα στην Ιταλία και έβαλε 24 γκολ σε 33 συμμετοχές, οδηγώντας την Ουντινέζε στα ψηλά σκαλοπάτια της Serie A. Το γεγονός όμως πως οι Ιταλοί έμειναν μακριά απ’ τους τίτλους αυτή τη διετία τον οδήγησε στην αποχώρηση και στην επιστροφή του εν τέλει στην πολυαγαπημένη του Φλαμένγκο. Αντί καλωσορίσματος όμως, είχε έναν σοβαρό τραυματισμό στο γόνατο και έμεινε σχεδόν όλη τη σεζόν εκτός. Τα πράγματα ήταν καλύτερα την επόμενη σεζόν, αφού ήταν γερός και οδήγησε την Φλαμένγκο στον τίτλο το 1987 ενώ το 1988 “συστήθηκε” και από κοντά στον κόσμο του Ολυμπιακού, αφού – για όσους θυμούνται – το καλοκαίρι του 1988, ο Ολυμπιακός είχε αντιμετωπίσει την Φλαμένγκο σε φιλικό στο ΟΑΚΑ (3-2 είχε κερδίσει ο Ολυμπιακός).

Το Δεκέμβριο του 1989 έκανε την τελευταία του επίσημη εμφάνιση στον αγώνα με τη Φλουμινένσε, σε έναν αγώνα στον οποίο διέπρεψε και αποθεώθηκε μετά τον θρίαμβο της Φλαμένγκο με 5-0. Φόρεσε για τελευταία φορά τη φανέλα της στον αγώνα με μια “μικτή κόσμου”, στην οποία συμμετείχαν ονόματα όπως οι Κέμπες, Ρουμενίνγκε, Μπράϊτνερ, Φαλκάο, Βαλντάνο το Φεβρουάριο του 1990. Συνολικά αγωνίσθηκε στην πρώτη ομάδα της Φλαμένγκο για δεκαοχτώ σεζόν (1971-1983 και 1985-1989) με απολογισμό: 247 συμμετοχές – 135 γκολ στο βραζιλιάνικο πρωτάθλημα, 300 συμμετοχές – 247 γκολ στο πρωτάθλημα της πολιτείας Καριόκα (διεξάγεται τους πρώτους μήνες κάθε χρόνου πριν το εθνικό), 21 συμμετοχές – 16 γκολ στα κύπελλα της Νότιας Αμερικής (Λιμπερταδόρες και Σουπερκόπα. Στέφθηκε πρωταθλητής Βραζιλίας τέσσερις φορές (1980, 1982, 1983, 1987) και Νότιας Αμερικής μία (Λιμπερταδόρες 1981). Το 1981 κέρδισε επίσης το Διηπειρωτικό Κύπελλο. Συνολικά, με 731 συμμετοχές έγινε ο δεύτερος παίκτης στην ιστορία της Φλαμένγκο σε συμμετοχές ενώ με τα 508 γκολ του είναι μακράν ο κορυφαίος σκόρερ της Όλων των Εποχών.

Με το τέλος της καριέρας του, έγινε υπουργός αθλητισμού της Βραζιλίας επί προεδρίας Φερνάντο ντε Μέλο. Το 1991 όμως, μετά από μόλις έναν χρόνο θητείας ς’ αυτή τη θέση, αποχώρησε από το υπουργείο για να επανέλθει στην ενεργό δράση! Ο Βραζιλιάνος άσος αποδέχθηκε την πρόταση της Σουμιτόμο Μέταλς της Ιαπωνίας για να βοηθήσει την ομάδα να εξασφαλίσει τη συμμετοχή της στο νέο (επαγγελματικό) πρωτάθλημα της Ιαπωνίας που θα ξεκινούσε το 1993. Έπαιξε με τη Σουμιτόμο την τελευταία σεζόν πριν την έναρξη της νέας J.League και έκανε τη δουλειά του και με το παραπάνω : 22 συμμετοχές, 21 γκολ και η Σουμιτόμο στην J.League. Με την εκκίνηση της νέας λίγκας, η Σουμιτόμο μετονομάστηκε σε Κασίμα Άντλερς και θεωρούταν το μεγάλο φαβορί για υποβιβασμό καθώς δεν υπήρχε η οικονομική δυνατότητα για να συναγωνιστεί τις πιο πλούσιες ομάδες της λίγκας. Κι όμως, με τον 40χρονο Ζίκο μπροστάρη, η Κασίμα Άντλερς τερμάτισε 2η στην πρώτη της σεζόν και στα επόμενα χρόνια εδραιώθηκε ως μία απ’ τις παραδοσιακές δυνάμεις της J.League, κατακτώντας μάλιστα το πρωτάθλημα το 1993. Ο Ζίκο, ο “Θεός του ποδοσφαίρου” όπως τον αποκαλούσαν στην Ιαπωνία, κρέμασε οριστικά τα παπούτσια του σε ηλικία 41 ετών έπειτα από 65 συμμετοχές και 46 γκολ με τη φανέλα της Κασίμα. Οριστικά αποσύρθηκε το 1994, σε ηλικία 41 ετών, έχοντας το ασυνήθιστο για μέσο ρεκόρ των 193 τερμάτων σε 334 αγώνες εθνικού πρωταθλήματος (μ.ό. 0,58 ανά αγώνα). Ο Βραζιλιάνος άσος ένιωθε να’ χει ακόμα δυνάμεις και ασχολήθηκε με το beach soccer για να επιστρέψει στην Κασίμα έναν χρόνο αργότερα (1995) ως τεχνικός σύμβουλος, ενώ μοίραζε το χρόνο του ανάμεσα σε Ιαπωνία και Βραζιλία : Στην πατρίδα του πλην του beach soccer είχε πλέον και το Zico Football Center, μια ποδοσφαιρική ακαδημία στο Ρίο ντε Τζανέϊρο. Ο Ζίκο λατρεύτηκε σαν Θεός στην Κασίμα – μάλιστα μια προτομή προς τιμήν του κοσμεί το στάδιο της.

Από τις 25 Φεβρουαρίου 1976, όταν χρίστηκε για πρώτη φορά διεθνής στο Μοντεβιδέο (Ουρουγουάη-Βραζιλία 1-2, 1 γκολ) και για μία δεκαετία, υπήρξε αναντικατάστατο στέλεχος της Σελεσάο στις μεγάλες διοργανώσεις. Συνολικά φόρεσε τη φανέλα με το εθνόσημο σε 72 αναμετρήσεις και πέτυχε 52 τέρματα. Ήταν βασικό στέλεχος των ομάδων που συμμετείχαν στο Παγκόσμιο κύπελλο του 1978, του 1982 και του 1986, κάνοντας σε αυτά 14 συμμετοχές με 5 γκολ, χωρίς να καταφέρει όμως να στεφθεί παγκόσμιος πρωταθλητής. Τελευταία του εμφάνιση ήταν ο προημιτελικός του Μουντιάλ του 1986 εναντίον της Γαλλίας στο στάδιο της Γουαδαλαχάρα και έχει συνδεθεί με τη μοιραία απώλεια ενός πέναλτι κατά την κανονική διάρκεια του αγώνα. Αν και η Βραζιλία είχε εξαιρετικό υλικό – ειδικά αυτή του 1982 θεωρείτο πως ήταν η πληρέστερη ίσως Βραζιλία της μετά Πελέ εποχής – δεν κατόρθωσε να κερδίσει κάποιον τίτλο. Ο ίδιος κατέκτησε τον τίτλο του “παίκτη της χρονιάς” το 1983.

Το 1998 ανέλαβε χρέη τεχνικού διευθυντή στην εθνική Βραζιλίας για το παγκόσμιο κύπελλο του 1998, θέση την οποία εγκατέλειψε με το πέρας του Μουντιάλ. Το 2002 ο Βραζιλιάνος που έχαιρε μεγάλης εκτίμησης στην Ιαπωνία, δέχθηκε πρόταση απ’ την ποδοσφαιρική ομοσπονδία της Ιαπωνίας να αναλάβει την τεχνική ηγεσία της ομάδας. Έκανε αποδεκτή την πρόταση και σε αντίθεση με τον προκάτοχο του, Φιλίπ Τρουσιέ, επέβαλλε ένα πιο ελεύθερο στυλ στο παιχνίδι της ομάδας, ενώ και τα ΜΜΕ τον αντιμετώπιζαν με σεβασμό. Το ξεκίνημα του δεν ήταν το ιδανικό και περιλάμβανε πολλά… παρατράγουδα : Μεθυσμένοι παίκτες, βαριές ήττες, ο κόσμος να ζητάει την απόλυση του. Δεν πτοήθηκε και οδήγησε την Ιαπωνία στην κατάκτηση του Ασιατικού κυπέλλου το 2004 έχοντας στη σύνθεση του μόνο έναν ποδοσφαιριστή που αγωνιζόταν στην Ευρώπη (Νακαμούρα). Η επιτυχία συνεχίστηκε με την εξασφάλιση της πρόκρισης στην τελική φάση του Παγκοσμίου κυπέλλου του 2006 με μόλις μια ήττα παθητικό. Στο Παγκόσμιο κύπελλο η Ιαπωνία ναι μεν έπαιξε καλά, αλλά έκανε δύο ήττες (από Αυστραλία και Βραζιλία) και μια ισοπαλία (με την Κροατία) σκοράροντας δύο φορές, δεχόμενη εφτά γκολ. Με το πέρας της διοργάνωσης, παραιτήθηκε.

Ο Βραζιλιάνος δεν έμεινε χωρίς δουλειά για πολύ. Τον Ιούλιο του 2006 υπέγραψε για δύο χρόνια στην Φενέρμπαχτσέ και κατέκτησε το πρωτάθλημα τη σεζόν 2006/07. Το 2007/08 κατέκτησε το Σούπερ Καπ Τουρκίας ενώ οδήγησε την Φενέρ για πρώτη φορά στην ιστορία της στους “8” του Τσάμπιονς Λιγκ, αποκλείοντας μάλιστα την Σεβίλλη, που την διετία 2006-2008 έκανε πράγματα και θαύματα στα γήπεδα. Ο Ζίκο απέκτησε το παρατσούκλι “βασιλιάς Αρθούρος” απ’ τους οπαδούς της Φενέρ, αλλά ο ίδιος θεώρησε πως ο κύκλος του στην Φενέρ έκλεισε και ανακοίνωσε πως δεν προτίθεται να ανανεώσει το συμβόλαιο του. Είχε εκφράσει το ενδιαφέρον του να αναλάβει την τεχνική ηγεσία της Νιουκάστλ (όπως και ο προκάτοχος του στον Ολυμπιακό, Τιμούρ Κετσπάγια) χωρίς όμως επιτυχία. Ο Ζίκο “ξέπεσε” στο Ουζμπεκιστάν και δη στην Μπουνιοντκόρ του γνωστού μας Ριβάλντο, την οποία οδήγησε στο νταμπλ. Το ξεκίνημα του 2009 τον βρήκε στην Ρωσία και τον πάγκο της ΤΣΣΚΑ Μόσχας, με την οποία κατέκτησε το κύπελλο και το Σούπερ Καπ Ρωσίας. Στο πρωτάθλημα όμως τα πράγματα δεν πήγαιναν καθόλου καλά, η ΤΣΣΚΑ ήταν απογοητευτική και είχε αποτέλεσμα την απόλυση.

Σχεδόν μια εβδομάδα αργότερα, με τον Ολυμπιακό να έχει μείνει χωρίς προπονητή μετά την απόλυση του Τιμούρ Κετσπάγια ο Ζίκο συμφώνησε με τον Σωκράτη Κόκκαλη να αναλάβει την ομάδα και στις 15 Σεπτεμβρίου του 2009 βρέθηκε στον Πειραιά, όπου παρακολούθησε τον νικηφόρο αγώνα του Ολυμπιακού επί της ΑΖ Άλκμααρ (1-0) στο Στάδιο Καραϊσκάκη. Και έπεσε κατ’ ευθείαν… στα βαθιά, αφού στο πρώτο του παιχνίδι στον πάγκο του Ολυμπιακού κλήθηκε να οδηγήσει την ομάδα στη νίκη κόντρα στην ΑΕΚ, εκτός έδρας! Και τα κατάφερε (σ.σ. οι «ερυθρόλευκοι» επικράτησαν 2-1)! Ακολούθως, ο Βραζιλιάνος πανηγύρισε διαδοχικές νίκες σε πρωτάθλημα και Τσάμπιονς Λιγκ – μάλιστα, χάρισε στο σύλλογο του Πειραιά την πρόκριση στη φάση των «16» της κορυφαίας διασυλλογικής διοργάνωσης! Κι όλες αυτές οι επιτυχίες ήταν αρκετές για να καλύψουν την πρώτη… «παραφωνία» της θητείας του, που δεν ήταν άλλη από τον αποκλεισμό από τον Πανσερραϊκό (σ.σ. που τότε αγωνιζόταν στη Β’ κατηγορία) στο Κύπελλο!

Ο Ολυμπιακός τότε, όμως, έκανε δύο συνεχόμενες «γκέλες» (σ.σ. παραχώρησε ισοπαλία σε Ηρακλή και ΠΑΣ Γιάννινα), με αποτέλεσμα να «πέσει» από την κορυφή της βαθμολογίας. Η νίκη (2-0) επί του (πρωτοπόρου τότε) Παναθηναϊκού και η επαναφορά στην πρώτη θέση του πίνακα κόπασαν τη… μουρμούρα, η οποία όμως επανήλθε… δριμύτερη την τελευταία αγωνιστική του α’ γύρου: ο Ολυμπιακός ηττήθηκε 0-1 από τον Άρη στη Θεσσαλονίκη, χάνοντας τον άτυπο τίτλο του «πρωταθλητή χειμώνα»! Εν συνεχεία, ο Ζίκο επέλεξε να δώσει αρκετές ημέρες ρεπό στους ποδοσφαιριστές του εν όψει των χριστουγεννιάτικων διακοπών (κίνηση που συγκέντρωσε αρκετά αρνητικά σχόλια). Και, με την επιστροφή στη δράση, οι «ερυθρόλευκοι» γνωρίζουν εντός έδρας ήττα από την ΑΕΚ (1-2), και νικούν με δυσκολία τη Λάρισα (1-0). Η ομάδα δεν «περπατάει», το κλίμα για το Βραζιλιάνο έχει… βαρύνει (μιας και ο Ολυμπιακός έχει απομακρυνθεί αρκετά από την κορυφή λόγω των παραπάνω βαθμολογικών απωλειών).

Η «λευκή» ισοπαλία στην Καβάλα (17/1/2010) ήταν το «κύκνειο άσμα» του Λατινοαμερικάνου τεχνικού, ο οποίος, τελικά, στις 19 Ιανουαρίου του 2010 αντικαταστάθηκε με το δίδυμο Μπόζινταρ Μπάντοβιτς – Ανδρέα Νινιάδη. Σε 21 συνολικά ματς σε Ελλάδα και Ευρώπη, το… «κοντέρ» του Βραζιλιάνου έγραψε 12 νίκες (10 στο πρωτάθλημα και δύο στο Τσάμπιονς Λιγκ), 4 ισοπαλίες (3 στο πρωτάθλημα και μία στην Ευρώπη) και 5 ήττες (δύο στο πρωτάθλημα, δύο στο Τσάμπιονς Λιγκ και μία στο Κύπελλο). Τον Αύγουστο του 2011 ανέλαβε προπονητής στην εθνική ομάδα ποδοσφαίρου του Ιράκ.

Προσωπικές Διακρίσεις

  • Καλύτερος Παίκτης Πρωταθλήματος Βραζιλίας: 2 (1974, 1982)
  • Μέλος Ιδανικής Ενδεκάδας Βραζιλιάνικου Πρωταθλήματος: 5 (1974, 1975, 1977, 1982, 1987)
  • Πρώτος Σκόρερ της Φλαμένγκο για την Σεζόν: 3 (1974 με 49 γκολ, 1975 με 56 γκολ, 1979 με 81 γκολ)
  • Πρώτος Σκόρερ Πολιτειακού Πρωταθλήματος Ριο: 6 (1975 με 30 γκολ, 1977 με 27 γκολ, 1978 με 19 γκολ, 1979 με 26 γκολ, 1979-Extra με 34 γκολ, 1982 με 21 γκολ)
  • Πρώτος Σκόρερ στην Βραζιλία –Πολιτειακό και Serie A: 5 (1976 με 63 γκολ, 1977 με 48 γκολ, 1979 με 89 γκολ, 1980 με 53 γκολ, 1982 με 59 γκολ)
  • Πρώτος Σκόρερ Βραζιλιάνικου Πρωταθλήματος Serie A: 2 (1980 με 21 γκολ, 1982 με 21 γκολ)
  • Καλύτερος Παίκτης στην Νότιο Αμερική: 2 (1976, 1980)
  • Ποδοσφαιριστής της Χρονιάς για την Νότιο Αμερική: 3 (1977, 1981, 1982)
  • Ομάδες Επιλέκτων FIFA: 2 (1979, 1982)
  • Καλύτερος Παίκτης Copa Libertadores: 1981
  • Πρώτος Σκόρερ Copa Libertadores: 1981 με 11 γκολ
  • MVP Τελικού Διηπειρωτικού Κυπέλλου: 1981
  • Καλύτερος Παίκτης του Κόσμου από το ιταλικό περιοδικό «Guerin Sportivo»: 2 (5ος το 1980, 1981)
  • Καλύτερος Παίκτης του Κόσμου από το περιοδικό «El Mundo» της Βενεζουέλας: 1981
  • Καλύτερος Παίκτης του Κόσμου από το ισπανικό περιοδικό «El Balón»: 1981
  • Καλύτερος Παίκτης του Κόσμου από το βραζιλιάνικο περιοδικό «Placar Magazine»: 1981
  • Καλύτερος Παίκτης του Κόσμου από το αγγλικό περιοδικό «World Soccer Magazine»: 3 (4ος το 1982, 1983, 3ος το 1984)
  • Χάλκινη Μπάλα από τη FIFA: 1982• Μέλος Ιδανικής Ενδεκάδας Διοργάνωσης Παγκοσμίου Κυπέλλου: 1982
  • Καλύτερος Σκόρερ ιταλικής Serie A: 2ος το 1984 με 19 γκολ
  • Καλύτερο Ποσοστό Γκολ Ανά Παιχνίδι στην ιταλική Serie A (Chevron Award): 1984 με Μ.Ο.= 0.79
  • Παίκτης της Χρονιάς στην Ιταλική Serie A από το ιταλικό περιοδικό «Guerin Sportivo»: 1984
  • Ρεκόρ Γκολ σε Συνεχόμενα Παιχνίδια για την Ιαπωνική Λίγκα : 1992 με 11 γκολ σε 10 παιχνίδια
  • Μετάλλιο της Τιμής από την FIFA: 1996
  • Καλύτερος Βραζιλιάνος Ποδοσφαιριστής του 20ου Αιώνα από τον Διεθνή Οργανισμό Ιστορίας και Στατιστικής του Ποδοσφαίρου (IFFHS): στην θέση # 3 το 1999
  • Καλύτερος Νοτιοαμερικάνος Ποδοσφαιριστής του 20ου Αιώνα από τον Διεθνή Οργανισμό Ιστορίας και Στατιστικής του Ποδοσφαίρου (IFFHS): στην θέση # 7 το 1999
  • Καλύτερος Ποδοσφαιριστής του 20ου Αιώνα από τον Διεθνή Οργανισμό Ιστορίας και Στατιστικής του Ποδοσφαίρου (IFFHS): στην θέση # 14 το 1999
  • Καλύτερος Ποδοσφαιριστής του 20ου Αιώνα από την FIFA: στην θέση # 8 το 1999
  • Καλύτερος Ποδοσφαιριστής του 20ου Αιώνα από το γαλλικό περιοδικό «France Football»: στην θέση # 9 το 1999
  • Καλύτερος Ποδοσφαιριστής του 20ου Αιώνα από το αγγλικό περιοδικό «World Soccer Magazine»: στην θέση # 18 το 1999
  • Καλύτερος Ποδοσφαιριστής του 20ου Αιώνα από το βραζιλιάνικο περιοδικό «Placar»: στην θέση # 16 το 1999
  • Μέλος της λίστας των 125 Εν Ζωή Καλύτερων Ποδοσφαιριστών του Κόσμου που συνέταξε ο Πελέ, για τα 100 Χρόνια της FIFA: 2004
  • Χρυσό Παπούτσι ως ένας Θρύλος του Ποδοσφαίρου: 2006
  • Πρώτος Σκόρερ στην Ιστορία της Flamengo με 508 γκολ
  • Πρώτος Σκόρερ στο Στάδιο Maracanã με 333 γκολ
  • Μέλος του Hall of Fame του Βραζιλιάνικου Ποδοσφαίρου

Βλογημένος

Σχολιασμός

Κοινοποιήστε το: