Νιότη, πού έδυ σου το κάλλος…. I El Comandante

Έαρ… η αρχαία ονομασία της άνοιξης. Της άνοιξης που κάθε Πάσχα θαρρείς και φέρνει την βροχή μαζί της, πίσω από την οποία προσπαθώ να κρύψω το δάκρυ που κυλά, κάθε φορά τέτοια εποχή… Έτσι γίνεται κάθε Πάσχα που η ξενιτιά με κρατάει μακριά, χρόνια τώρα και δεν έχω αξιωθεί να συνοδεύσω τον Επιτάφιο δίπλα σε φίλους αδερφικούς, πλάι σε έρωτες που δεν ανταποκρίθηκαν, δίπλα στους “εχθρούς” της αντίπαλης γειτονιάς με τους οποίους τέτοιες μέρες γινόταν… εκεχειρία, δίπλα στην μάνα που σιγοψυθιρίζει το “Ω γλυκύ μου έαρ” και συμπληρώνει ενδόμυχα “άντε και του χρόνου να είμαστε σπίτι μας όλοι μαζί…“.

 

Προσπαθώ, να ψηλαφίσω τις στιγμές τις ιερές όπως της ζούμε στον τόπο μας,τούτες τις άγιες ημέρες. Έχει πάντα ιδιαίτερη αξία, να βλέπεις το φως που ξεπηδάει από τις αναμνήσεις, μέσα από τις τρύπες που άνοιξαν στο σκοτεινό πέπλο της βίαιης λήθης του χρόνου, όλα αυτά τα χρόνια που ζωντανεύουν μέσα σου.

Στέκομαι και τις αφουγκράζομαι τις στιγμές αυτές μία προς μία. Τις στιγμές που το θείο δράμα, συναντά την άνοιξη και που η ματιά αγωνιά να ξεχωρίσει φίλους και γνωστούς μέσα στο κατανυκτικό πλήθος. Απλώνω νοητά το χέρι να προστατεύσω το κερί να μην σβήσει. Μα το κερί είναι που θέλω να κρατήσω άσβεστο ή τις αναμνήσεις;

Κατά έναν περίεργο τρόπο, έχω συνδέσει στο μυαλό μου, την περιφορά του Επιτάφιου με μία συνάντηση μοναδική μέσα στον χρόνο. Στα μάτια μου, είναι η μοναδική φορά μέσα στο ημερολογιακό έτος, που όλη η γειτονιά και τα περίχωρα, έρχονται μαζί, συναντιούνται. Κανείς δεν μιλάει σε κανέναν, σεβόμενοι τον πόνο της Παναγίας. Μιλάνε όμως τα μάτια! Και λένε όλα όσα δεν άντεξαν τα χείλη να πούνε όλα αυτά τα χρόνια. Λένε εκείνα που η καρδιά, νόμιζε ότι τα είχε καλά σφραγίσει μέσα της. Μα λογάριαζε δίχως τα μάτια…
Τα μάτια που συναντούν εκείνα των παιδικών μου φίλων και τους χαιρετούν με ένα νεύμα συνωμοτικό, όπως τότε… Τα μάτια που γεμίζουν απορία όταν παρατηρούν πώς γέρασε η πάλαι ποτέ καλλονή της περιοχής, που όλοι οι μεγαλύτεροι κρατούσαν τα σαγόνια τους όποτε την έβλεπα στο δρόμο… Το βλέμμα που συναντά τον φούρναρη πού πάντα έκανε τα … στραβά μάτια σε κάτι κουλουράκια, που η μυρωδιά τους και μόνο μας έκανε και τα… “επισκεπτόμασταν” στα κρυφά.

Θα σταθούν τα μάτια και θα περιεργαστούν, τον “Ρούλη” που μιά ζωή τον κοροϊδεύαμε γιατί του τρέχανε τα σάλια και που σήμερα, είναι ένας καθώς πρέπει οικογενειάρχης, ένα λεβεντόπαιδο που το δίχως άλλο θα πρέπει να ‘καψε πολλές καρδιές καθώς μεγάλωνε. Ξεχωρίζω και τον Δάσκαλο μέσα στο πλήθος. Άσπρισαν τα μαλλιά του. Το πυκνό του μουστάκι όμως στέκεται ακόμα επιβλητικό, πάνω από εκείνα τα χείλη, από τα οποία μεταλαβαίναμε γνώση, εμπειρία, προτροπές, συμβουλές και διδάγματα ζωής. Τον κοιτάζω καθώς περπατάει στο πλευρό της επίσης δασκάλας συζύγου του κι αναρωτιέμαι “άραγε να κράτησε τίποτα ο Δάσκαλος, για τον εαυτό του;. Μα… αν κρατούσε, θα ήταν όντως δάσκαλος;

Λίγο παρακάτω ανταμώνω με τη ματιά και την μάνα του Σπύρου, που είναι μπαρκαρισμένος. Ποιός αλήθεια μπορεί να την νιώσει… μπορεί να καταλάβει πόσο της λείπει το μοναχοπαίδι της και με πόση προσμονή τον περιμένει να γυρίσει, για να ξαναγεμίσει φως το σπίτι της… Ξέρω καλά αυτόν τον βουβό πόνο της. Τον έχω δώσει κι εγώ όταν ταξίδευα με τα βαπόρια. Και τα μάτια συνεχίζουν να ψάχνουν μέσα στο πλήθος, φίλους και γνωστούς…

Γιατί αυτά είναι, που θα δώσουν το έναυσμα για να δονηθεί σύγκορμη όλη μου η ζήση, καθώς θα συναντηθούν με εκείνα της καψούρας των εφηβικών μου χρόνων. Όμως… κι αυτή με τη σειρά της, με κοιτάζει με έκδηλη την απορία που στάλαξε μέσα της και μεταλλάχτηκε στο δυσβάσταχτο παράπονο του “what if…”. Μετάνιωσε για εκείνη την άνοιξη πριν από πολλά χρόνια, που με έστησε στο τελευταίο ραντεβού. Όμως σε εκείνον τον βαρύ από τα χρόνια ευκάλυπτο, που στέκεται ακούραστος στη γωνία, ήταν που κρεμάστηκε εκείνος ο έρωτας κι ας μην ήταν αυτός ο Ιούδας…

Ένα υπόκωφο «γαμώτο» που φουντώνει μέσα μου, κάνει τα μάτια να πέσουν στο έδαφος. Στο έδαφος που κάποτε ήταν χώμα που παίζαμε μπίλιες και τώρα είναι πλακοστρωμένο, βορρά στα μηχανάκια που το καταπατούν για να παρκάρουν ελλείψη των κατάλληλων χώρων, Φαινόμενο καθημερινό, συνένοχο της ανοχής μας, σε μιά πατρίδα που με την κυνική σιωπή της, επιβεβαιώνει πως της φερθήκαμε χειρότερα κι από κατακτητές…

 

Η πορεία των πιστών στρίβει και το κερί δέχεται μια ελαφριά ριπή από την ανοιξιάτικη αύρα, μα δεν σβήνει. Όπως δεν σβήνουν και οι φωνές που τώρα ξεπηδάνε ολοένα και πιο έντονες από το οικόπεδο που στέκεται δεξιά μου και σήμερα έχει γίνει οκταόροφη. Πρόκειται για το πάλαι ποτέ… “Μαρακανά” των παιδικών μας χρόνων… Μόνο που σήμερα έχει απέναντί του, όλους εμάς ντυμένους με τα καλά μας, εκεί που άλλοτε επικρατούσαν σκόνη, σκισμένες φανέλες, ξεφτισμένες μπάλες, ιδρωμένα κορμιά, ματωμένα γόνατα… Ο Σάκης με την μικρή του κόρη με κοιτάζει συνωμοτικά “Σκέφτεσαι αυτό που σκέφτομαι, ρε;…” και λίγο πιο κάτω ο Λάκης, οικονομικός σύμβουλος σε πολυεθνική σήμερα, με το βλέμμα αυστηρό μοιάζει σαν να μας λέει “Κόψτε τις μαλακίες! Θα εκτεθούμε…. Πάραδίπλα ο Κώστας που κράτησε την οικογενειακή επιχείρηση, ο Γιωργάκης Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο, ο Βασίλης φτασμένος δικηγόρος… Σε ποιά σκαλοπάτια του χρόνου, άραγε να έχει κοντοσταθεί εκείνη η μέρα, που βρεθήκαμε όλοι μαζί και παίξαμε σαν τρελοί μέχρι που βράδιασε, χωρίς να ξέρουμε ότι ήταν η τελευταία φορά που βρισκόμασταν μαζί ως παιδιά..

Τα κατάφερες και ήρθες, εφέτος” με επαναφέρει ψιθυριστά, στην πραγματικότητα μια ζεστή φωνή.

Μια φωνή τόσο οικεία, τόσο καθαρή, όπως και η γλυκιά μυρωδιά από το γιασεμί, που πεισματικά συνεχίζει να ξεπροβάλει, μέσα από την αυλή της γιαγιάς του Γιάννη, που δεν ενέδωσε στον πυρετό της αντιπαροχής και κράτησε την μονοκατοικία. Στρέφω το βλέμμα ξαφνιασμένος κι ας ξέρω σε ποιάν ανήκει αυτή η αγγελική φωνή… Όμορφη, όπως ήταν και στο πρώτο μας φιλί, υπό τον φόβο των γειτόνων… Ιουδαίων, που καιροφυλακτούσαν να μας δώσουν στεγνά στον μπάτσο πατέρα της… Γλυκιά και ρόδινη, όπως τότε στο παρκάκι, που τώρα στέκει πίσω μας και που πάνω στα παγκάκια του, γράψαμε τις πιο μελωμένες ιστορίες μας, με φόντο τους πόθους και καμβά τις ανεκπλήρωτες επιθυμίες μας.

Ήρθες τελικά…” επιμένει.

Γιατί; Μήπως έφυγα και ποτέ;” της απαντώ, δίχως να την κοιτάξω, φοβούμενος πως οι Σειρήνες, δεν είναι πλάσματα μυθικά κι ίσως με μαγέψει ξανά και με κλέψει.

Μα να με κλέψει από ποιόν και από πού;

Το κερί σου, παιδί μου…” με επαναφέρει η φωνή της μάνας “το κεράκι σου, έσβησε…” μου κάνει καθώς προτάσει το δικό της και μου το ξανα-ανάβει.

Νιώθω σαν να βιώνω τη σκηνή ανίκανος να προβάλω αντίσταση στις σκέψεις που έρχονται απρόσκλητες.

Πόσες φορές δεν ήσουνα δίπλα μου μάνα, όποτε σε χρειάστηκα… Πόσες φορές σε χρειάστηκα εκεί στα ξένα και δεν τόλμησα να σε αναζητήσω για να μην σε βαρύνω με τα δικά μου;

Πόσες φορές δεν έσκυψες στοργικά πάνω μου, όταν εγώ έχανα το φως κι εσύ έπαιρνες το σκοτάδι μου όλο, απαραπόνευτα μέσα σου; Πόσες φορές δεν μου ‘δωσες λυτρωτικά φώς από το άσβεστο φως σου, εκεί που όλα φαίνονταν τελειωμένα…

Και πόσες άλλες μου έδωσες δύναμη από την αστείρευτη δική σου, για να συνεχίσω;

Γλυκύτατό μου τέκνο…” την βλέπω να μονολογεί λες και διαβάζει τις σκέψεις μου, καθώς με την ζεστή παλάμη της μου χαϊδεύει το πρόσωπο, χωρίς να επιτρέψει στο παράπονο που χρόνια τώρα φωλιάζει στην ψυχή της να ρωτήσει “πότε θα γυρίσεις παιδί μου;“.
Και δωσ’ του και σφίγγεται η ψυχή μου, καθώς αδυνατώ να απαντήσω στα μάτια που έβρισκα πάντα καταφύγιο: “Πού έδυ σου το κάλλος, ρε μάνα να περιμένεις…

 

El Comandante

Διαβάστε Περισσότερα