Αρχική Ο τελευταίος… αμαρτωλός |El Comandante

Ο τελευταίος… αμαρτωλός |El Comandante

Στην Γ΄ Γυμνασίου ένας καθηγητής, μας ρώταγε έναν-έναν «τί θέλαμε να γίνουμε» στη ζωή μας και να του το δικαιολογήσουμε. Όταν έφτασε η σειρά μου και του είπα, ότι ήθελα να γίνω Καπετάνιος, με προσπέρασε. Από μένα, δεν ζήτησε καν να του δικαιολογήσω την επιλογή μου. Αρκέστηκε  σε ένα… «Εννοούσα τί θέλετε να γίνετε από τα σοβαρά επαγγέλματα…» και συνέχισε με τον επόμενο.

Ο θείος μου, με πήρε την επόμενη μέρα και πήγαμε μαζί στο σχολείο.

Βρήκε τον καθηγητή και του ζήτησε τον λόγο. Εκείνος προσπάθησε να υπερασπιστεί εαυτόν, αλλά ο θείος, τις φουρτούνες της στεριάς, τις είχε για… πρωινό.

«Αν δεν θεωρείς το επάγγελμά μας σοβαρό, τότε από τα γελοία επαγγέλματα, ίσως θα έπρεπε ο ανηψιός μου, να σου απαντήσει “ανίκανος” “ανεπαρκής”…».

«Αυτά δεν είναι επαγγέλματα…» του απάντησε ειρωνικά ο εκπαιδευτικός, ανήμπορος να διακρίνει την παγίδα.

«Ούτε κι εσύ καθηγητής! Κι εγώ σε σένα αναφερόμουν γιατί αυτά είναι τα μόνα… ‘επαγγέλματα’ που ανήκεις» του απάντησε ο θείος, αφήνοντάς τον εμβρόνητο.

Φύγαμε και πήγαμε κάτω στη Δραπετσώνα στις, «ντάνες». Εκεί με το μάτι αχόρταγα να ρουφάει εικόνες από τα βαπόρια που ήταν δεμένα, να τα συγκρίνει, να πλάθει φανταστικές ιστορίες, με ρώτησε:

«Σ’ αρέσει εδώ;»

«Πολύ…»

«Εδώ λοιπόν θα μου πεις εμένα, γιατί θες να γίνεις… Καπετάνιος» έκανε.

«Γιατί από μικρό που με θυμάμαι, αυτό ήθελα πάντα να γίνω. Μόνο βαπόρια έμαθα να ζωγραφίζω, τίποτε άλλο. Νιώθω να με τραβάει με έναν ανεξήγητο τρόπο αυτό το επάγγελμα. Τί άλλο χρειάζομαι;» του απάντησα.Νίκος Καββαδίας: 5 χαρακτηριστικά από τη ζωή του ποιητή των θαλασσών - faretra.info

«Rien n’ est beau comme ça: matelot pour unhomme!» μονολόγησε, καθώς με κοίταζε βαθιά μεσ’ τα μάτια, με ένα πλατύ χαμόγελο ικανοποίησης.

«Δηλαδή;»

«Δηλαδή, δεν υπάρχει τίποτε πιο όμορφο για έναν άντρα από το να είναι ναυτικός!»

Ρώτησα να μάθω σε ποιόν ανήκε αυτό το απόφθεγμα.

«Δεν ξέρω. Κι εγώ σε ένα βιβλίο του Καββαδία το διάβασα…»

«Ποιός είναι ο Καββαδίας;»

«Τί άλλο χρειάζεσαι…» αναστέναξε. «Να τί χρειάζεσαι: να μάθεις τον Καββαδία. Πώς θα γίνεις ναυτικός, άμα δεν ξέρεις τον Καββαδία;»

Την άλλη μέρα μου έφερε ένα παλιό βιβλίο με τον τίτλο «Μαραμπού & Πούσι» λέγοντάς μου:
«Μ’ αυτό ξεκινήσαμε τα πρώτα… ταξίδια μας στο επάγγελμα. Όλοι…».

Το άνοιξα, με περιέργεια. Στην δεύτερη σελίδα είχε μιά αφιέρωση:

«Στον συμπατριώτη μου»

R/O (δηλαδή Radio Officer) και από κάτω μιά αρχοντική υπογραφή.Η Καββαδία και ο …Καββαδίας!

Κοίταξα τον θείο μου:

«Τον γνώριζες;»

Έγνεψε καταφατικά: «Ποιός δεν γνωρίζει τον τελευταίο αμαρτωλό; Υπήρξαμε φίλοι…».

«Δεν μπορώ να το κρατήσω» συνέχισα.

«Κι όμως… Είσαι ο μόνος που μπορεί! Δεν έμεινε άλλος από την οικογένεια, για να συνεχίσει την παράδοση…».

Στις 10 του Φλεβάρη, συμπληρώθηκαν 47 χρόνια από τότε που ο Νίκος Καββαδίας έβαλε πλώρη “για τ’ άστρο της Ανατολής“…

Μπορεί να ακολούθησα το ναυτικό επάγγελμα γιατί ήταν όλοι πριν από μένα στην οικογένεια σ’ αυτό, κοντά 4 αιώνες τώρα, αλλά εκείνος με έκανε να καταλάβω τί ήταν αυτό που με έκανε να το αγαπήσω.

Ίσως γιατί όλους μας, «Μιά τσιμινιέρα μας όρισε στον κόσμο…».

Η μάνα μου, δεν είπε τίποτα, όταν της ανακοίνωσα την απόφασή μου να πάω στην Σχολή Πλοιάρχων. Το ’χε προαισθανθεί… Μάλλον το έβλεπε όλα αυτά τα χρόνια, απλά δεν ήθελε να το παραδεχτεί. Στη ματιά της είδα να ζωγραφίζεται εκείνο το παράπονο «Γιέ μου, πού πας…» κι ήταν σαν να ’ξερε τα πάντα πριν αυτά γίνουνε… Ήταν πολύ πριν μάθω εγώ, για την «…άγια σκουριά που μας γεννά, μας τρέφει, τρέφεται από μας, και μας σκοτώνει

Κι είδα το δάκρυ στο μάγουλο του πρώτου μου έρωτα να μου φωνάζει καθώς κυλούσε:

«…πουλί, πουλάκι στεριανό θάλασσα δεν σου πρέπει» μα εγώ είχα ακούσει ήδη τις Σειρήνες και θα πήγαινα «…με την βροχή, με τον καιρό, που μας ορίζει»Νίκος Καββαδίας - 10 Φεβρουαρίου 1975 - ERT.GR

Θυμάμαι το πρώτο μου μπάρκο.
Με το που μας είπαν πού πηγαίνουμε, αμέσως τα λόγια του “Κόλια” ήρθαν στη μνήμη:

«Πρώτο ταξίδι, έτυχε ναύλος για τον Νότο…»

Μα και στο πρώτο μου ξέμπαρκο, κάποιους μήνες μετά, εντελώς ασυναίσθητα, σ’ εκείνο τον στίχο του, πήγε αμέσως το μυαλό: «χρόνια προσμένω την στεριά να ζαλιστώ…»

Το γυαλί είχε σπάσει.
Δεν ανήκα πια στον κόσμο των στεριανών.
Δεν με χώραγε.
Με τους παιδικούς μου φίλους… ωκεανός φάνταζαν οι διαφορές μας.
Κι όταν μου ζήτησαν να τους πως τις αναμνήσεις μου, ήρθε ξανά από το πουθενά και μου ψυθίρισε συνωμοτικά: «όλο τον κόσμο γύρισες, μα τίποτα δεν είδες…»

Και σαν κοντοζυγώναμε την “Βενετία της Ανατολής” κι η μυρωδιά της θάλασσας, αχνοφιλούσε το γεμάτο βούρκο αλλά και… λάσπη ποτάμι, που μας έφερνε απλόχερα ευωδιές από μπαχαρικά ανάμεικτες με πατσουλιά από ιδρωμένα κορμιά, το μυαλό εντελώς απρόσκλητα, πάλι κάποια άλλα λόγια του, ήρθε να μου θυμίσει, καθώς έπιανα τον εαυτό μου, να σιγοψιθυρίζει πάνω στη γέφυρα:

Μπανγκόκ! Μπανγκόκ, όνομα μαγικό, όνομα ονειρεμένο…“.

(Κι είχες όντως δίκιο Κόλια! Και σε αυτό…).

El Comandante

 

Σχολιασμός

Κοινοποιήστε το: